1407/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1407/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το χρονικό διάστημα από 22.4.1999 μέχρι 6.10.2000 η ενάγουσα συνδεόταν με την εταιρεία αυτή με εργασιακή σύμβαση, μετά τη λύση της οποίας αυτή [ενάγουσα] άσκησε κατά της εργοδότριας της την από 13.12.2000 και υπ'αριθμ. πράξ. καταθ. 12569/2000 αγωγή της, με την οποία ζητούσε για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 2.863.717 δραχμών [8.404 Ευρώ].
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1407 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1407/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Αθανασάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4747/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1061/2004 του Εφετείου Πειραιά, που διορθώθηκε με την υπ΄αριθμ. 189/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρουμάνος ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, εκτιμώντας και αναλύοντας το αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το φερόμενο, δια της αγωγής, ως τελεσθέν, από τον αναιρεσίβλητο εις βάρος της αναιρεσείουσας αδίκημα (συκοφαντική δυσφήμιση) στην πραγματικότητα, δεν είχε διαπραχθεί. Ειδικότερα, το ουσιαστικό δικαστήριο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο Λιβανέζικης υπηκοότητας εναγόμενος, είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εγκατεστημένης στον Πειραιά, εταιρείας με την επωνυμία "TORMAR SHIPPING CORPORATION S.A.".
Κατά το χρονικό διάστημα από 22.4.1999 μέχρι 6.10.2000 η ενάγουσα συνδεόταν με την εταιρεία αυτή με εργασιακή σύμβαση, μετά τη λύση της οποίας αυτή [ενάγουσα] άσκησε κατά της εργοδότριας της την από 13.12.2000 και υπ'αριθμ. πράξ. καταθ. 12569/2000 αγωγή της, με την οποία ζητούσε για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 2.863.717 δραχμών [8.404 Ευρώ].
Η συζήτηση της εν λόγω αγωγής δεν έγινε κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 18.9.2001, αλλά στην ορισθείσα, μετά από αναβολή δικάσιμο της 9.4.2002, επ' αυτής δε εκδόθηκε η δημοσιευθείσα στις 30.8.2002, υπ' αριθμ. 4645/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης, που συζητήθηκε στις 18.3.2004, η δημοσιευθείσα στις 29.4.2004 υπ' αριθμ. 367/2004 απόφαση του Εφετείου, η οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, [που είχε επιδικάσει, κατά μερική αποδοχή της αγωγής, 8.180 Ευρώ] επιδίκασε 7261,81 Ευρώ.
Πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της εν λόγω αγωγής, ήτοι πριν από τις 18.9.2001 και συγκεκριμένα κατά τον Ιούνιο του 2001 ο εναγόμενος, ως εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας, προσπάθησε αρχικά δια του δικηγόρου του και στη συνέχεια δια μέσου των γονέων της ενάγουσας, να διευθετήσει τη διαφορά μαζί της, εξωδικαστικά.
Ειδικότερα αυτός δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου πρότεινε στην ενάγουσα, την καταβολή του ποσού των 500.000 δραχμών, ώστε αυτή να παραιτηθεί από την αγωγή. Η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή και στη συνέχεια ο εναγόμενος είχε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες από τον Ιούνιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2001 όχι μόνο, όπως αναφέρεται στην αγωγή, με τη μητέρα της ενάγουσας, αλλά και με τον πατέρα της.
Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της από 3.12.2002 εγκλήσεως του εναγομένου κατά της ενάγουσας για συκοφαντική δυσφήμηση [ΑΒΜ ΑΟ2/3203], για τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, για την οποία [έγκληση] ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργήθηκε προανάκριση, στα πλαίσια της οποίας έχει δοθεί και προανακριτική κατάθεση της μάρτυρα Ζ1 Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά μεγάλα διαστήματα του χρόνου αυτού [Ιούνιος - Σεπτέμβριος 2001] απουσίαζε από το γραφείο του και βρισκόταν είτε στο εξωτερικό, είτε σε διακοπές με την ενήλικη κόρη του.
Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού προσκομίζει, αποδείξεις πληρωμής εισιτηρίων της εταιρείας του προς τη τουριστική εταιρεία "NORDSTAR ΑΕ". Πλην όμως το περιστατικό αυτό και αν ακόμη είναι αληθινό δεν εμπόδιζε τον εναγόμενο να έχει τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους γονείς και ιδιαίτερα με τη μητέρα της ενάγουσας.
Ότι ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη της ενάγουσας Ζ1 δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν γνωρίζει το πρόσωπο αυτό, η δε επικαλούμενη από την τελευταία συνάντηση τους κάποια φορά στο γραφείο της εταιρείας του και αν ακόμη είναι αληθινή δεν δικαιολογεί τηλεφωνική επικοινωνία.
Με την εκκαλουμένη σιωπηρά... απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί πραγματοποιήσεως της τηλεφωνικής επικοινωνίας με την κοινή γνωστή των διαδίκων Ζ2 και γιαυτό τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο της εφέσεως περί μη πραγματοποιήσεως της επικοινωνίας αυτής είναι απαράδεκτα, αφού ως προς το απορριπτικό αυτό κεφάλαιο ο εναγόμενος είναι νικήσας διάδικος και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την προσβολή του...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε τρεις τουλάχιστον από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο εναγόμενος με τη μητέρα της ενάγουσας, παρευρισκόταν και η εξετασθείσα ως μάρτυς στο ακροατήριο αδελφή της. Κατά τις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες ο εναγόμενος απέβλεπε στη διαμεσολάβηση της μητέρας της ενάγουσας ώστε να δοθεί εξωδικαστική λύση στην εκκρεμούσα στο δικαστήριο διαφορά της τελευταίας με την εταιρεία, την οποία αυτός εκπροσωπεί.
Προσπαθώντας να πείσει τη μητέρα της ενάγουσας να διαμεσολαβήσει προς τούτο, ανέφερε χωρίς πρόθεση να συκοφαντήσει ή δυσφημήσει ή εξυβρίσει την ενάγουσα, ότι η τελευταία πολλές φορές καθυστερούσε την πληρωμή των λογαριασμών προς "τη ΔΕΗ, τον__ΟΤΕ, τον Κωτσόβολο και άλλους" και ότι από τη συμπεριφορά της αυτή δεν δημιουργιόταν πρόβλημα στη συνεργασία τους γιατί οι σχέσεις τους ήταν φιλικές.
Το γεγονός αυτό της καθυστερήσεως πληρωμής των λογαριασμών ήταν πράγματι αληθινό, ο δε εναγόμενος αναφέροντάς το στη μητέρα της δεν το έκανε με εξυβριστικό σκοπό, αλλά το επικαλιόταν για να καταδείξει τις φιλικές σχέσεις που τον συνέδεαν με την ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και οι οποίες δικαιολογούσαν την εξωδικαστική λύση της διαφοράς τους...
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος, κατά τις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες, ισχυρίστηκε ότι αυτή υπεξαιρούσε τα χρήματα που της έδινε για την πληρωμή των λογαριασμών αυτών. Η απόδοση τέτοιας μομφής δεν αποδείχθηκε, τούτο δε συνεπικουρείται και από την μετέπειτα συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία μολονότι ισχυρίζεται ότι προσβλήθηκε στην τιμή και την υπόληψη της, εν τούτοις δεν υπέβαλε έγκληση μέσα στη νόμιμη τρίμηνη προθεσμία [αρθρ. 117 Ποιν.Κ.], ενώ την κρινόμενη αγωγή, που την συνέταξε στις 18.1.2002, την κατέθεσε στις 10.4.2002, ήτοι την επομένη της συζητήσεως της παραπάνω αγωγής και την επέδωσε στις 11.10.2002, ήτοι μετά την παρέλευση έτους και πλέον από της επικαλούμενης διαδόσεως των δυσφημιστικών, γι' αυτήν, γεγονότων.
Πλην όμως, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος, αλλά και κατά τα λαμβανόμενα υπόψη αυτεπαγγέλτως διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής... η αντίδραση του άμεσα θιγομένου με την απόδοση του δυσφημιστικού γεγονότος της υπεξαιρέσεως είναι πιο άμεση. Ενόψει τούτων δεν αποδείχθηκε ότι εις βάρος της ενάγουσας τέλεσε την επικαλούμενη αδικοπραξία ο εναγόμενος, ο οποίος έχει υποβάλει κατ' αυτής και των εξετασθεισών ως μαρτύρων της, ήτοι της αδελφής της .....
και της Ζ1 , την από 27.2.2004 μήνυση για ψευδορκία μάρτυρος κλπ. [ΑΒΜ ΑΟ4/ 806/27.2.2004], καθώς και την συναφή από 1.3.2004 και με αριθμ. πράξ. καταθ. 1699/2.3.2004 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ενώ η ενάγουσα και οι προαναφερθείσες μάρτυρες της έχουν υποβάλει τις από 2.11.2004 μηνύσεις τους για ψευδή καταμήνυση [ΑΒΜ Α04/3585 Α04/3586, Α04/3588].
Εφόσον όμως δεν τελέστηκε αδικοπραξία δεν συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως για αποκατάσταση ηθικής βλάβης και γιαυτό η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί". Με τις παραδοχές αυτές το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932 Α.Κ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, και στον οποίο διαλαμβάνονται και ισχυρισμοί που αφορούν την εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων (προβαλλόμενοι απαραδέκτως). Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι συνεξετίμησε όλα τα αναφερόμενα σ' αυτήν - κατ΄είδος - αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το ουσιαστικό δικαστήριο έλαβε υπόψη του (και): (α) την κατάθεση της μάρτυρος ....., αδελφής της αναιρεσείουσας, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (β) την από 11-12-2003 ένορκη προανακριτική κατάθεση της αυτής μάρτυρος στην Πταισματοδίκη Πειραιώς (γ) την από 14-12-2003 ένορκη προανακριτική κατάθεση της Ζ1 στην Πταισματοδίκη Πειραιώς, τις οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο αγνόησε.
Μάλιστα δε, πρέπει να σημειωθεί ότι για τα υπό στοιχεία α και γ αποδεικτικά μέσα γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση. Εξάλλου, η ένορκη βεβαίωση της .....και η από 22-1-2003 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ..... -παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα- νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψιν, η μεν πρώτη διότι, όπως ομολογείται, δεν είχε κληθεί καθόλου ο αναιρεσίβλητος για να παραστεί κατά την κατάθεση της μάρτυρα, και επομένως συνιστούσε ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, η δε δευτέρα διότι δεν είχε γίνει σαφής επίκλησή της από κάποιον διάδικο.
Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Εξάλλου, ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο "ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει την από 27-2-2004 μήνυση για ψευδορκία μάρτυρος κλπ.
του αντιδίκου... που προσκόμισε ο αντίδικος, εν τούτοις δεν έλαβε υπόψη της την εντελώς αντιφατική δήλωση που εμπεριέχεται σε αυτήν ενδεικτική της αξιοπιστίας του...", αναφέρεται προφανώς στην εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλεται, γι'αυτό, απαραδέκτως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι το φερόμενο ως "παραμορφωθέν" αποδεικτικό μέσο δεν είναι έγγραφο υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλά απλό τεκμήριο (προανακριτική μαρτυρική κατάθεση), που συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις αναιρετικώς ανέλεγκτα.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 1061/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ