Legislator Case Law & Legislation
1407/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for new facts not examined by lower court.

Case Number 1407/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding a lease dispute involving subletting and unauthorized construction. The appellants argued that the lower court failed to examine new fundamental facts raised for the first time in the appeal, which they claimed justified a review of the abuse of right objection. The court ruled that since the lower court did not investigate these new facts, the objection was inadmissible under Article 527 of the Code of Civil Procedure, and the appeal was rejected in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527 and 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court rejects an objection based on new fundamental facts raised for the first time in the appeal without conducting the necessary inquiry.

Keywords

AI generated
abuse of right objection new fundamental facts inadmissibility of appeal subletting lease dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1407/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, εκ των οποίων οι 1ος και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καϋμενάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Νοεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2005 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του ΠΔ 34/1995 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων» η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτον δεν επιτρέπεται εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών ενώ κατ΄εξαίρεση επιτρέπεται μετά πάροδο τριετίας από τη σύναψη της μίσθωσης η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε εταιρία προσωπική ή περιορισμένης ευθύνης που θα συσταθεί με ελάχιστη συμμετοχή και του μισθωτή κατά ποσοστό 35%.

Κατά το εδάφιο στ της ίδιας διάταξης, στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γνωστοποιείται εγγράφως στον εκμισθωτή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών τόσο η σύναψη των συμβάσεων όσο και τα στοιχεία εκείνων προς τους οποίους έγινε η παραχώρηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, ο εκμισθωτής μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το μισθωτή, αν ο τελευταίος, παρά την απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου, συνάψει υπομίσθωση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι παρά τη στενή διατύπωση της παρ.2, του ως άνω άρθρου, οι συνέπειες του οποίου αναφέρονται τόσο στην υπομίσθωση όσο και στην παραχώρηση της χρήσης, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης σε κάθε περίπτωση παραβίασης από το μισθωτή των ρυθμίσεων της παρ.1.

Ειδικότερα ως προς την κατά τα ανωτέρω γνωστοποίηση, που αποτελεί δήλωση βούλησης απευθυντέα προς τον εκμισθωτή, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της παραχώρησης του μισθίου σε τρίτο με τη μορφή είτε της σύμβασης παραχώρησης της χρήσης του μισθίου είτε της σύστασης της εταιρίας προς την οποία η παραχώρηση είτε της μεταβολής των προσώπων των εταίρων.

και, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η παράλειψή της καθιστά την παραχώρηση παράνομη και ο εκμισθωτής μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση κατά το άρθρο 11 παρ.2 του π.δ. 34/1995. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας είτε παραλείπει να προσφύγει σ'αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 1548/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με την από .............. σύμβαση μισθώσεως οι Ψ2 και Ψ3 εκμίσθωσαν το δυτικό τμήμα ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 2.892,95 τετραγωνικών μέτρων, κειμένου στη θέση «.......» ή «.........» της νέας εισόδου .................., για δώδεκα έτη στη θυγατέρα τους Ψ1 (ενάγουσα-αναιρεσίβλητη) με δικαίωμα υπεκμισθώσεως.

Στη συνέχεια η ως άνω μισθώτρια υπεκμίσθωσε το εν λόγω ακίνητο, δυνάμει του από .............. συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε στην ............., στον πρώτο των εναγομένων-πρώτο των αναιρεσειόντων Χ1 για εννέα (9) έτη με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως από τον υπομισθωτή για τρία (3) ακόμη χρόνια, έναντι μηνιαίου μισθώματος 140.000 δρχ.

ή 410, 86 Ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο στην αρχή εκάστου έτους κατά ποσοστό 6% έναντι του μισθώματος του προηγουμένου έτους. Το μίσθιο αυτό θα χρησιμοποιούσε ο πρώτος αναιρεσείων για την ανέγερση, με έξοδά του, οικοδομής (όρος 5 της σύμβασης), στην οποία θα στεγαζόταν η επιχείρησή του, ήτοι αντιπροσωπεία αυτοκινήτων CITROEN και συνεργείο αυτοκινήτων.

Σύμφωνα με όρο της ως άνω συμβάσεως υπεκμισθώσεως, για οτιδήποτε δεν προβλέπεται σε αυτή έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και οι διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων. Περαιτέρω με πρόσθετο όρο, που τέθηκε μετά την υπογραφή της συμβάσεως, συμφωνήθηκε ότι «ο μισθωτής δικαιούται να ποιήται χρήσιν του μισθίου κατ΄επιλογήν, ως επίσης να προβαίνει εις περαιτέρω μίσθωσιν του μισθίου υπό τους όρους του παρόντος και αφ'ου γνωστοποίησει εγγράφως εις τους ετέρωθεν συμβαλλομένους ταύτην και παραδώση αντίγραφον της συμβάσεως αυτής».

Οι λόγοι για τους οποίους προστέθηκε ο όρος αυτός ήταν φορολογικοί, καθόσον ο πρώτος αναιρεσείων σκόπευε να λειτουργήσει στο μίσθιο συνεργείο αυτοκινήτων, το οποίο δεν ήθελε να λειτουργήσει στο όνομά του αλλά στο όνομα κάποιου άλλου. 'Ετσι συμφωνήθηκε με τον παραπάνω όρο να μπορεί ο πιο πάνω αναιρεσείων να προβαίνει σε περαιτέρω υπομίσθωση του μισθίου, με την πρόσθετη υποχρέωση να γνωστοποιήσει προηγουμένως με έγγραφο την υπομίσθωση στην υπεκμισθώτρια αναιρεσίβλητη- και στους γονείς της και να τους παραδώσει αντίγραφο της μίσθωσης αυτής.

Από τη διατύπωση του παραπάνω όρου προκύπτει ότι το δικαίωμα που παραχωρήθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα αφορούσε τη δυνατότητα μόνο μιας περαιτέρω υπεκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτο, ανέλαβε δε αυτός την υποχρέωση να γνωστοποιήσει εγγράφως την υπεκμίσθωση αυτή στην αναιρεσίβλητη και τους αρχικούς εκμισθωτές.

Στη συνέχεια με το από ................. μισθωτήριο, ο πρώτος αναιρεσείων υπεκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο, όπως είχε δικαίωμα, σύμφωνα με την ανωτέρω μισθωτική σύμβαση, στη δεύτερη αναιρεσείουσα σύζυγό του Χ2 για εννέα (9) έτη με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως μέχρι 28-2-2009, ημερομηνία κατά την οποία, όπως αναφέρεται στο δεύτερο όρο του μισθωτηρίου, πρέπει να αποδοθεί η χρήση ολόκληρου του μισθίου στην αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια Ψ1.

Στον 6ο όρο του εν λόγω μισθωτηρίου αναφέρεται ότι απαγορεύεται η συνολική ή μερική υπομίσθωση του μισθίου σε τρίτο χωρίς τη συναίνεση του υπεκμισθωτή- α' αναιρεσείοντος. Ο πρώτος αναιρεσείων-υπομισθωτής του επιδίκου ακινήτου σύμφωνα με την από ......... σύμβαση υπεκμίσθωσης, παρέλειψε, κατά παράβαση του ως άνω τελευταίου όρου αυτής, να γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη την κατάρτιση του ως άνω από .........

μισθωτηρίου ούτε της παρέδωσε αντίγραφο αυτού. Περαιτέρω ο α' αναιρεσείων συνήνεσε, κατά παράβαση του τελευταίου όρου της από ......... συμβάσεως υπεκμισθώσεως, στην περαιτέρω υπεκμίσθωση του επιδίκου ακινήτου από τη β' αναιρεσείουσα-υπομισθώτρια σε τρίτους. Συγκεκριμένα η τελευταία εν γνώσει του συζύγου της (α' αναιρεσείοντος) και με τη συναίνεση αυτού 1) με το από 1...........

μισθωτήριο υπεκμίσθωσε τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 450 τ.μ., με τα επ'αυτού κτίσματα 225 τ.μ., που κατασκεύασε αυτός, στον τρίτο εναγόμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Γ1 για εννέα (9) έτη με δικαίωμα αυτού να παρατείνει τη μίσθωση μονομερώς μέχρι τις 28-2-2009, για να το χρησιμοποιήσει ως συνεργείο-ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων και για εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και 2) με το από ...........

μισθωτήριο υπεκμίσθωσε το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου με τα επ'αυτού κτίσματα, εμβαδού 225 τ.μ., στον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 για εννέα (9) έτη, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως συνεργείο αυτοκινήτων και για την εμπορία ανταλλακτικών και ελαστικών αυτοκινήτων. Από την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων οι υπομισθωτές Γ1 και Χ3 ασκούν στο επίδικο την αναφερόμενη ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα.

Οι υπομισθώσεις αυτές, εκτός από το ότι δεν γνωστοποιήθηκαν εγγράφως στην αναιρεσίβλητη, είναι μη επιτρεπόμενες και συνιστούν παράβαση του μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσείοντος ως άνω προσθέτου όρου, είναι δε αντίθετες στη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 34/1995 «περί εμπορικών μισθώσεων». 'Οπως έχει αναφερθεί, το δικαίωμα μιας υπεκμισθώσεως είχε χορηγηθεί από την αναιρεσίβλητη στον πρώτο αναιρεσείοντα και όχι σε οποιοδήποτε άλλο και επομένως, ούτε στη σύζυγό του (β' αναιρεσείουσα), η οποία χωρίς δικαίωμα προέβη στις περαιτέρω υπομισθώσεις προς τον Γ1 και τον τρίτο των αναιρεσειόντων.

Η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση των ως άνω μη επιτρεπομένων υπομισθώσεων τον Αύγουστο του έτους 1999, όταν για πρώτη φορά μετά τη σύναψη της από ......... σύμβασης υπεκμισθώσεως, μετέβη από την Αθήνα όπου διαμένει μόνιμα, στην ..........., την οποία δεν μπόρεσε να επισκεφθεί νωρίτερα λόγω μακροχρόνιας ασθένειας του πατέρα της και του θανάτου του τον Οκτώβριο του 1998.

Αμέσως διαμαρτυρήθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα για την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του και για κακή χρήση του μισθίου και με την από ........ εξώδικη δήλωσή της προς τους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων, και τον Γ1 διαμαρτυρήθηκε προς αυτούς για κακή χρήση του μισθίου και ζήτησε την απόδοσή του σε αυτή.

Κατόπιν η αναιρεσίβλητη άσκησε την ένδικη αγωγή, αναφέροντας ότι οι υπομισθώσεις προς τους Γ1 και τρίτο αναιρεσείοντα είναι μη επιτρεπόμενες γιατί έγιναν εν αγνοία της και χωρίς να υπάρχει σχετική συμφωνία και ότι αυτές συνιστούν κακή χρήση του μισθίου.

Συνεπώς, η κατά παράβαση του προσθέτου όρου της από ............... μισθωτικής συμβάσεως, γενόμενη με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής καταγγελία, που επιδόθηκε νομότυπα στον πρώτο αναιρεσείοντα στις 22-1-2003 (βλ. την υπ.αριθμ. ............... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ..................) επέφερε με την επίδοσή της, κατά τα άρθρα 11 παρ.2 π.δ. 34/1995, 594 και 361 ΑΚ τη λύση της ως άνω συμβάσεως μισθώσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ΄ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου λόγω καταγγελίας της μίσθωσης κατ΄άρθρο 11 παρ.2 του ΠΔ 34/1995. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 34/1995 και συνεπώς ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα, με την έννοια της μη συνδρομής εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου καθόσον επρόκειτο περί συμβατικού δικαιώματος υπομίσθωσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος

ΙΙ.Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο ή εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ειδικότερα ότι ενώ με της εξής παραδοχή «Από της διατύπωση του παραπάνω όρου προκύπτει ότι το δικαίωμα που παραχωρήθηκε στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο των αναιρεσειόντων αφορούσε τη δυνατότητα μόνο μιας περαιτέρω υπεκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτο» δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια του πρόσθετου όρου του από .............

συμφωνητικού υπεκμίσθωσης ακινήτου, αφού προβαίνει σε ερμηνεία αυτού, παρέλειψε, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, δηλαδή να ανεύρει τι πραγματικά θέλησαν οι συμβληθέντες στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό με τον πρόσθετο όρο, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Και αν ακόμη, όμως, το Εφετείο, με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, κατέληγε στο αντίθετο και ορθό κατά την άποψη των αναιρεσειόντων συμπέρασμα ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη υπεκμισθώτρια παραχώρησε δικαίωμα υπεκμίσθωσης όχι μόνο στον πρώτο αναιρεσείοντα υπομισθωτή αλλά και στους μετέπειτα υπομισθωτές, η διαφοροποίηση αυτή δεν θα επέφερε μεταβολή της ως άνω απορριπτικής της έφεσης των αναιρεσειόντων κρίσης του αφού κρίσιμο στοιχείο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είναι ότι οι υπεκμισθώσεις που έγιναν από τον πρώτο αναιρεσείοντα στη δεύτερη αναιρεσείουσα σύζυγό του και από την τελευταία στη συνέχεια στον τρίτο αναιρεσείοντα, και τον Γ1 δεν γνωστοποιήθηκαν στην αναιρεσίβλητη αρχική υπεκμισθώτρια κατά παράβαση του πρόσθετου όρου του από .........

συμφωνητικού υπεκμίσθωσης. Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

ΙΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 262 παρ.1 και 281 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και το παραδεκτό σε σχέση με το χρόνο προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτης συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό να προβάλλονται σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 21-11-2002 αγωγή της ζήτησε την απόδοση της χρήσης του υπεκμισθωθέντος μισθίου λόγω καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης κατ΄άρθρο 11 του ΠΔ 34/1995. Την αγωγή αυτή αρνήθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες και πρότειναν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις τους την καταλυτική αυτής ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, συνιστάμενη στο ότι «Ησαν δε γνώστες όλοι των ως άνω υπομισθώσεων και μάλιστα ο πατήρ της εναγούσης είχε δώσει έγγραφη συναίνεση.

Καθ΄όλας δε τις επισκέψεις των στην ............... οι ενάγοντες (ενάγουσα-γονείς της και αδελφός της) παρατηρούσαν λειτουργούσας τας επιχειρήσεις χωρίς να διαμαρτυρηθούν αλλά μετά πάροδο τετραετίας από τη σύναψη της μισθώσεως ήρχισαν κακώς και καταχρηστικώς τη δικαστική λύση της μισθώσεως». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 14/2004 απόφασή του, απέρριψε κατ΄ουσίαν την ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ και δέχθηκε την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι επανέφεραν νομότυπα την ως άνω ένσταση, ισχυριζόμενοι προς θεμελίωση αυτής, πλην των άλλων και τα εξής νέα περιστατικά «2) Όταν συνήφθη η αρχική μίσθωση ο 1ος από εμάς ήταν σε διαπραγμάτευση με την CITROEN, προκειμένου να αναλάβει την επίσημη αντιπροσωπεία πωλήσεως αυτοκινήτων της μετά του αναλόγου συνεργείου δια SERVICE αυτών κλπ/ Ενόψει αυτής της συμφωνίας έκτισε προκάτ κατασκευή εις το επίδικο μίσθιο και επένδυσε τότε δια το σκοπό αυτό ποσό μεγαλύτερο των 20.000.000 δραχ.

Η επιχείρησις θα λειτουργούσε επ ονόματι της συζύγου του δια λόγους καθαρά φορολογικούς. Εξ ού και η πρώτη υπομίσθωσις. Επειδή όμως η συμφωνία με την CITROEN, δεν ευδοκίμησε στο σύνολό της, αλλά συμφωνήθηκε μόνο το SERVICE της αντιπροσωπείας αυτής, το οποίο και ανέλαβε ύστερα ο 3ος εξ ημών, γαμβρός του πρώτου, πήγε ο πρώτος εκκαλών στην Αθήνα, βρήκε τον πατέρα της ενάγουσας, τον ενημέρωσε για όλα και του είπε ότι ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί η μίσθωση και να μη χάσει τα χρήματα που είχε επενδύσει ήταν να του επιτραπούν οι υπομισθώσεις. 3) Η διαφορά των μισθωμάτων που δίδονταν στην ενάγουσα από τα μισθώματα που λαμβάνονταν από τους υπομισθωτές είναι τέτοια, που δεν είχε αποσβεστεί μέχρι την άσκηση της αγωγής ούτε το ένα τέταρτο της επένδυσης, την οποία είχε κάνει ο 1ος από εμάς στο επίδικο μίσθιο.

Δεν πρόκειται δε να αποσβεστεί ούτε και μέχρι το πέρας του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης αυτής. 4) Οι δύο τελευταίοι δε εξ ημών των εκκαλούντων καλούμεθα σήμερα να μετεγκαταστήσουμε τις επιχειρήσεις μας που είναι συνεργείο αυτοκινήτων. Το πρόβλημα δε είναι τόσο η αναζήτηση κανούργιας επαγγελματικής στέγης, όσο η μεταφορά βαρέων μηχανημάτων, εγκατεστημένων στο έδαφος και υπέδαφος του μισθίου, η οποία στην καλύτερη δι'ημάς περίπτωση θα στοιχίσει τουλάχιστον 15.000 ευρώ δι'ένα έκαστον ημών η άσκηση της αγωγής εγένετο άλλως και μόνο για λόγους πιέσεώς μας προς είσπραξη μεγαλύτερου μισθώματος.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα υπεκμισθώτρια δεν έλαβε γνώση εγγράφως ή έστω και προφορικά των υπεκμισθώσεων του πρώτου των αναιρεσειόντων υπομισθωτή προς τη δεύτερη αυτών σύζυγό του και της τελευταίας προς τους λοιπούς τρίτο των αναιρεσειόντων και τονΓ1, χωρίς να υπεισέλθει, όπως διαφαίνεται, για το σχηματισμό της κρίσης του, στην ουσιαστική έρευνα των απαραδέκτως, άλλωστε, προβαλλόμενων για πρώτη φορά με την έφεση νέων θεμελιωτικών της ένστασης πραγματικών περιστατικών αφού δεν γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ΄ορθή εκτίμηση μόνον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατέληξε στην απορριπτική της ένστασης κρίση, χωρίς να ερευνήσει τα θεμελιωτικά αυτής και για πρώτη φορά με την έφεση προβαλλόμενα υπ'αριθ. 2, 3.

Και 4 νέα πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2005 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 167/2005 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ