Legislator Case Law & Legislation
1406/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment upholding bank account closure due to insolvency.

Case Number 1406/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision to close the debtor's bank account. The appellant argued the closure was abusive and lacked sufficient reasoning, claiming the debtor was solvent and had ceased communication with the creditor. The court rejected these claims, finding the debtor's financial insolvency was permanent and not temporary, thus validating the closure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The court's substantive assessment of evidence regarding a debtor's insolvency and the justification for closing a bank account is not subject to appellate review and stands unless a specific procedural error is proven.

Keywords

AI generated
bank account closure insolvency proceedings abusive termination appellate review substantive evidence financial insolvency procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1406 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1406/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αγροτικής Εταιρικής Σύμπραξης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ - ΤΡΙΚΚΗ Α.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ - ΤΡΙΚΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Παπαγεωργίου.

Της αναιρεσιβλήτου: υπό ειδική εκκαθάριση Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. υπό Ειδική Εκκαθάριση", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Ειδικό Εκκαθαριστή Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 27/9/2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.37/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε, την από 29/7/2020 έφεση και τους από 3.12.2020 πρόσθετους λόγους έφεσης της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 69/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 11/4/2018 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ. αριθμ. .../2018 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου, στις 27/9/2022, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 13/4/2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 27/9/2022, δεν είχε παρέλθει η ως άνω διετία. Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 694/2022,ΑΠ 149/2022, ΑΠ 1414/2022). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 113/2022) Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1094/2020 , ΑΠ 196/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020).

Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 1346/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 267/2021).

Η ως άνω αδράνεια το δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες για ον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων (ΟλΑΠ 2/2019) πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 6/2016).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 805/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη ως καταχρηστική τόσο την άσκηση της καταγγελίας, όσο και την συνακόλουθη επιδίωξη της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή, μόνη η άρνηση του πιστωτικού ιδρύματος να ρυθμίσει τις προς αυτό οφειλές, χωρίς η άρνηση αυτή να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση και να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του είναι απόρροια του δικαιώματός του για ελεύθερη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του (ΑΠ 916/2023).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 482/2022 , ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 257/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 88/2022).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Με την από 11-4-2018 ανακοπή της η αναιρεσείουσα ζήτησε να ακυρωθεί η .../2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, το ποσό των 600.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτησή της από την από 16-5-2014 πρόσθετη πράξη αναγνώρισης υπολοίπου και ρύθμισης αποπληρωμής της οφειλής, που συνήφθη στα πλαίσια της ...-2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ανέφερε ότι είναι άκυρη η ανακόπτομενη διαταγή πληρωμής λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης, διότι δεν συνοδεύθηκε αυτή από την επίδειξη (στην ανακόπτουσα) του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου διά του οποίου να παρασχέθηκε η πληρεξουσιότητα στην υπογράφουσα αυτή (καταγγελία) πληρεξούσια δικηγόρο της, την οποία (καταγγελία) η ανακόπτουσα απέκρουσε ,ενώ με τον δεύτερο λόγο ανέφερε ότι η συμπεριφορά της καθ'ής να καταγγείλει την από 16-5-2014 πρόσθετη πράξη ρύθμισης και ακολούθως να προβεί σε έκδοση διαταγής αντίκειται στα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στην ανακοπή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτό ως ουσία βάσιμο τον δεύτερο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, χωρίς να ερευνήσει τον πρώτο λόγο, παρελκομένης της έρευνας αυτού ως αλυσιτελούς, μετά την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Κατά της παραπάνω αποφάσεως η καθ'ης και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και προσθέτους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 37/2022 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε τον γενόμενο δεκτό δεύτερο λόγο της ανακοπής (281 ΑΚ) και ερευνώντας τον μη εξετασθέντα (πρωτοδίκως) πρώτο λόγο της ανακοπής (226 ΑΚ, 623 ΚΠολΔ) κατά τον οποίο "η καταγγελία από την καθής της σύμβασης ρύθμισης της οφειλής είναι άκυρη διότι δεν συγκοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η σχετική πληρεξουσιότητα της υπογράφουσας δικηγόρου" έκανε δεκτό τον λόγο αυτό ως νόμιμο και ουσία βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11-12-2002 υπογράφηκε στα Τρίκαλα, η υπ' αριθμ. ...-2002 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της εδρεύουσας στην Αθήνα καθ'ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", εκπροσωπούμενη από το Διευθυντή του Καταστήματος Τρικάλων, προ της θέσεως αυτής υπό ειδική εκκαθάριση (27-7-2012) και της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών Τρικάλων - Καρδίτσας ΣΥΝ.Π.Ε.", με το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ "ΤΡΙΚΚΗ"", της οποίας καθολική διάδοχος, κατέστη η ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ - ΤΡΙΚΚΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ "ΤΡΙΚΚΗ"", λόγω της μετατροπής της από κοινοπραξία σε αγροτική εταιρική σύμπραξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 19 παρ. 5 του ν. 4015/2011 και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2012 πράξης του συμβολαιογράφου Τρικάλων Ευθυμίου Μανίκα (ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ ....2012).

Με τη σύμβαση αυτή η Α.Τ.Ε. είχε χορηγήσει στην ως άνω Κοινοπραξία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών πίστωση μέχρι του ποσού του 1.900.000 ευρώ, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για κεφάλαιο κίνησης, εκ του οποίου το ποσόν των 140.000 ευρώ θα χρησιμοποιούνταν για έκδοση εγγυητικών επιστολών υπέρ της Κοινοπραξίας. Σύμφωνα με τον 1° όρο της σύμβασης αυτής: "Η τράπεζα έχει το δικαίωμα να ορίζει πιστοδοτικό όριο στον οφειλέτη, που θα ισχύει για ανώτατο χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) χρόνο, αφού λάβει υπόψη της τα οικονομικά του στοιχεία.

Το πιστοδοτικό όριο μπορεί να είναι μικρότερο ή ίσο με το ποσό της σύμβασης. Κατά τη λήξη του πιστοδοτικού ορίου αυτό θα επαναπροσδιορίζεται από την Τράπεζα μετά από αξιολόγηση των νέων οικονομικών στοιχείων του οφειλέτη και την συνεργασία του με την Τράπεζα. Το πιστοδοτικό όριο για την περίοδο από 1/10/02 μέχρι 30/9/03 ορίζεται σε ποσό ΕΥΡΏ 1.900.000.

Στην περίπτωση που το πιστοδοτικό όριο μεταβάλλεται θα υπογράφεται σχετική πρόσθετη πράξη. Η παρούσα σύμβαση πίστωσης ισχύει για αόριστο χρόνο.", ενώ σύμφωνα με το 2° όρο αυτής: "Η πίστωση είναι έντοκη με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 6,75 %, πλέον της εισφοράς του Ν.128/75, που σήμερα ανέρχεται σε 0,12. Το επιτόκιο αποτελείται από το βασικό επιτόκιο χορηγήσεων 6,50 και το περιθώριο προσαύξησης 0,25....Η Τράπεζα θα ελέγχει στη λήξη του πιστοδοτικού ορίου τα οικονομικά στοιχεία του οφειλέτη, τον πιστωτικό κίνδυνο και την συνεργασία του με την Τράπεζα.

Η Τράπεζα αφού αξιολογήσει τα παραπάνω στοιχεία δικαιούται να αυξήσει ή να μειώσει μονομερώς το περιθώριο προσαύξησης του επιτοκίου....Για τη λήψη των δανείων ο Πιστούχος θα υπογράφει εντάλματα πληρωμής ή άλλα ειδικά έγγραφα, από τα οποία θα αποδεικνύεται η χορήγηση των δανείων και τα οποία συμφωνείται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας σύμβασης.

Στα εντάλματα πληρωμής ή στα ειδικά αυτά έγγραφα είναι δυνατόν να αναγράφονται και άλλοι ειδικότεροι όροι χορήγησης του δανείου, και ιδιαίτερα ο ειδικός σκοπός του δανείου, το επιτόκιο χορήγησής του, η λήξη του και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη κατά την κρίση της ΑΤΕ εκτέλεση της παρούσας σύμβασης.

Η πίστωση μπορεί, μετά από σχετική έγγραφη αίτηση του Πιστούχου και σχετική έγκριση της Τράπεζας, να χορηγηθεί ολικά ή μερικά και να εξοφληθεί σε Ευρώ ή σε συνάλλαγμα...Στην περίπτωση αυτή το επιτόκιο της χρηματοδότησης και οι τυχόν πρόσθετοι όροι θα καθορίζονται με πρόσθετη πράξη, η οποία θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας".

Επίσης, σύμφωνα με τον 5ο όρο της σύμβασης: "Ο Πιστούχος είναι υποχρεωμένος να επιστρέφει στην Τράπεζα το ποσό που αναλαμβάνει κάθε φορά με βάση την πίστωση αυτή, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται κάθε φορά με απόφαση της Τράπεζας, οι οποίες όμως θα βρίσκονται πάντοτε μέσα στα πλαίσια των γενικών ή των ειδικών αποφάσεων των Νομισματικών Αρχών ή άλλων αρμόδιων οργάνων.

Σε περίπτωση που δεν επιστρέφει εμπρόθεσμα τα πιο πάνω ποσά, ο Πιστούχος καθίσταται υπερήμερος και η Τράπεζα έχει το δικαίωμα από μόνη της και χωρίς ειδοποίηση του είτε να μεταφέρει σε χωριστό απλό λογαριασμό το ποσό που δεν κατέθεσε και για το οποίο οφείλεται ο εκάστοτε συμφωνημένος τραπεζικός τόκος υπερημερίας, όπως αυτός ορίστηκε στο άρθρο 2 της παρούσας είτε να περιορίζει την πίστωση και να κλείνει οριστικά τον ανοικτό λογαριασμό, οπότε ο Πιστούχος, χωρίς ειδοποίηση ή όχληση, καθίσταται υπερήμερος σε σχέση με το απομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο που έχει κλείσει, ενώ παράλληλα υπόκειται, σε ό,τι αφορά το ποσό αυτό, σε όλες τις συνέπειες της υπερημερίας.

Σε περίπτωση κατά την οποία το χρεωστικό υπόλοιπο του ή των λογαριασμών υπερβεί το συμφωνημένο ανώτατο όριο της πίστωσης ο Πιστούχος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει άμεσα το ποσό της υπέρβασης, διαφορετικά η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οριστικά την πίστωση και τον ή τους λογαριασμούς που τηρούνται με βάση την πίστωση αυτή" και τέλος, σύμφωνα με τον 24° όρο :"Τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά από προηγούμενη χρηματοδότηση να μην υπερβαίνουν αθροιστικά το ύψος της νέας χρηματοδότησης.

Η Κοινοπραξία αναλαμβάνει συμβατική υποχρέωση για τη διενέργεια λοιπών τραπεζικών εργασιών αναλόγου ύψους με την χορηγούμενη χρηματοδότηση. Επιπλέον ποσό € 440.200 από την παραπάνω χρηματοδότηση θα διασφαλιστεί και με κατάθεση μεταχρονολογημένων επιταγών πελατών της σε σχέση 90/100 βεβαίας είσπραξης και φερεγγυότητας, ευρείας διασποράς και πραγματικής συναλλαγής με μέση διαφορά μέχρι τριών μηνών".

Την ίδια ημέρα (11-12-2002) υπογράφηκαν μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και δύο πρόσθετες πράξεις και συγκεκριμένα η από 11-12-2002 πρόσθετη πράξη, με την οποία ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η καθ' ης η ανακοπή, εντός των ορίων της παραπάνω αρχικής σύμβασης πίστωσης, παρείχε μέσα στα πλαίσια των κάθε φορά υπαρχόντων νομισματικών περιορισμών στην ανακόπτουσα πίστωση μέχρι του ποσού του 1.460.000 ευρώ, με διατραπεζικό επιτόκιο Euribor + 2,40% + 0,12% (εισφορά ν. 128/75), καθώς και ότι η τελευταία υποχρεούται να γνωστοποιεί στην καθ'ης η ανακοπή - τράπεζα, τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες νωρίτερα, την πρόθεσή της για παράταση της διάρκειας του δανείου (3ος όρος περ.β'), καθώς και η από 11-12-2002 πρόσθετη πράξη, με την οποία η καθ'ης η ανακοπή, με αίτηση της ανακόπτουσας της παρείχε πίστωση μέχρι 140.000 ευρώ, για την έκδοση εγγυητικών επιστολών.

Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής τηρήθηκε αρχικά από την καθ'ης η ανακοπή ο υπ'αριθμ. ... λογαριασμός. Στη συνέχεια και βάσει της τελευταίας παραγράφου του 2ου όρου της αρχικής σύμβασης, υπογράφηκαν μεταξύ της καθ'ης η ανακοπή και της ως άνω δικαιοπαρόχου της ανακόπτουσας και οι εξής πρόσθετες πράξεις: 1) η υπ'αριθμ. ....2004, με την οποία το ποσό της πίστωσης μειώθηκε στο ποσόν των 900.000 ευρώ μέχρι τις 31-5-2005, 2) η υπ'αριθμ. ....2004, για την παροχή πίστωσης μέχρι του ποσού των 375.000 ευρώ για ένα έτος, με διατραπεζικό επιτόκιο Euribor, 3) η υπ' αριθμ. ....2004, με την οποία το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε σε 1.900.000 ευρώ, 4) η υπ'αριθμ. ...-2004, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της ισχύος του πιστοδοτικού ορίου μέχρι τις 30-9-2005, 5) η υπ'αριθμ. ....2004 με την οποία παρασχέθηκε πίστωση μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για ένα έτος με διατραπεζικό επιτόκοι Euribor 6) η υπ'αριθμ. ....2005, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου του 1.900.000 ευρώ μέχρι 31-12-2006, 7) η υπ'αριθμ. ....2005, με την οποία παρασχέθηκε στην ανακόπτουσα πίστωση μέχρι 1.900.000 ευρώ για ένα έτος, με διατραπεζικό επιτόκιο Euribor, 8) η υπ' αριθμ. ....2006, με την οποία αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης σε 2.900.000 ευρώ μέχρι τις 31-12- 2007, 9) η υπ' αριθμ. ....2006, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια του πιστοδοτικού ορίου της ανακόπτουσας μέχρι 31-12-2007, 10) η υπ' αριθμ. ....2006, με την οποία παρασχέθηκε πίστωση μέχρι του ποσού των 2.900.000 ευρώ για ένα έτος, 11) η υπ' αριθμ. ....2008, με την οποία αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης σε 3.000.000 ευρώ, μέχρι 31-12-2008, 12) η υπ' αριθμ. ....2008, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της πίστωσης μέχρι 31-12-2008, 13) η υπ' αριθμ. ....2008, με την οποία παρασχέθηκε στην ανακόπτουσα πίστωση μέχρι του ποσού των 3.000.000 ευρώ για ένα έτος, 14) η υπ' αριθμ. ....2009, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου των 3.000.000 ευρώ μέχρι 31-12-2009 15) η υπ' αριθμ. ...-2009, με την οποία παρασχέθηκε στην ανακόπτουσα πίστωση μέχρι του ποσού των 3.000.000 ευρώ για ένα έτος, 16) η υπ'αριθμ. ....2010, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου μέχρι 31-12-2010, 17) η υπ' αριθμ. ....2010, με την οποία μετατράπηκε το επιτόκιο Euribor/EKT σε βασικό κυμαινόμενο (6,55%), 18) η υπ' αριθμ. ....2010 με την οποία παρατάθηκε.

η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου μέχρι 31-12-2011, 19) η υπ' αριθμ. ....2012, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου μέχρι, 29-2-2012 και 20) η υπ'αριθμ. ....2012, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου μέχρι 31-3-2012. Ακολούθως, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2208/27-7-2012 Τεύχ.Β'), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ανακόπτουσας (εν.καθης) δανείστριας Τράπεζας (Α.Τ.Ε.), τέθηκε αυτή, από 27-7-2012, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά το άρθρο 68 του ισχύοντος τότε ν.3608/2007 και διορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής της ο Ν.

Μ. Επίσης, δυνάμει της υπ'αριθμ. ....2012 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης (Ε.Μ.Ε.) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 2209/27.7.2012) υποχρεώθηκε ο ως άνω ειδικός εκκαθαριστής να μεταβιβάσει παραχρήμα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της Α.Τ.Ε., όπως αυτά περιγράφονται στο Παράρτημά της, στην Τράπεζα Πειραιώς.

Η μεταβίβαση αυτή έλαβε χώρα αυθημερόν (27-7-2012), με την μεταξύ του ειδικού εκκαθαριστή και της Τράπεζας Πειραιώς υπογραφή της σχετικής σύμβασης μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα δε με την ως άνω υπ' αριθμ. ...-2012 απόφαση, στα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα Πειραιώς περιουσιακά στοιχεία δεν συμπεριλήφθηκε, λόγω υπερημερίας της ανακόπτουσας, η απαίτηση από την υπ' αριθμ. ...-2002 σύμβαση πίστωσης, όπως διαμορφώθηκε με τις παραπάνω πρόσθετες πράξεις, αλλά εξακολούθησε αυτή να ανήκει στην καθ'ης, όπως.

συνομολογούν οι διάδικοι, καθώς σύμφωνα με την παρ. 2 του Παραρτήματος της ως άνω απόφασης της Ε.Μ.Ε, δεν μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς, μεταξύ άλλων, οι έννομες σχέσεις της ΑΤΕ έναντι πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της με τρίτους, οι οποίες αφορούν οφειλές που ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των 90 ημερών όσον αφορά την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού.

Έτσι, η επίδικη απαίτηση συμπεριλήφθηκε στο σχέδιο στρατηγικής που υπέβαλε η καθ'ης η ανακοπή υπό ειδική εκκαθάριση ΑΤΕ στην Τράπεζα της Ελλάδος, αναφορικά με τις διαδικασίες συνομολόγησης ρυθμίσεων οφειλών και στο χαρτοφυλάκιο που υπάγεται σ'αυτές. Στη συνέχεια, ο ως άνω ειδικός εκκαθαριστής, Ν. Μ., αντικαταστάθηκε με την υπ'αριθμ. ...2016 απόφαση της Ε.Π.Α.Θ. (ΦΕΚ 925/5-4-2016 Τεύχ.Β'), με την οποία ανατέθηκε η ειδική εκκαθάριση της Α.Τ.Ε.

στην εταιρία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων". Ακολούθως, η ανακόπτουσα υπέβαλε στην καθ'ης το από 25-5- 2013 αίτημά της, για την υποβολή της στις διατάξεις του άρθρου 106 β του ν. 3588/2007 (ΠτΚ), προτείνοντάς της να δεχθεί, στα πλαίσια της εξυγίανσης για τις οφειλές της ύψους 3.898.506,59 ευρώ, διαγραφή ποσού 779.701,32 ευρώ (20%) και την εξυπηρέτηση του υπόλοιπου ποσού με χρόνο εξόφλησης επτά έτη και περίοδο χάριτος δύο έτη.

Μετά την εκφρασθείσα αντίρρηση της καθ'ης ως προς το ως άνω αίτημα, η ανακόπτουσα της απέστειλε το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2013 αίτημα για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ύψους 3.841.522,56 ευρώ, με δωδεκαετή διάρκεια αποπληρωμής, με τριμηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση και διετή περίοδο χάριτος, καθώς και διαγραφή των τόκων υπερημερίας και καταλογισμού από 30-6-2011.

Μετά τη σχετική έγκριση ρύθμισης από την Επιτροπή Ειδικών Εκκαθαρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος, η καθ'ης απάντησε στο ως άνω αίτημα της ανακόπτουσας, με την υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2014 επιστολή της, με την οποία την ενημέρωνε για τους όρους της ρύθμισης, που προέβλεπε παροχή έκπτωσης 100% των μη λογιστικοποιημένων τόκων ποινής, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των όρων της ρύθμισης, παροχή έκπτωσης 45% των μη λογιστικοποιημένων συμβατικών τόκων και αποπληρωμή του υπολοίπου της οφειλής σε πέντε έτη, με 20 τριμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις, με κλιμακωτή κατ'έτος αύξηση του κεφαλαίου (10%, 12,5%, 15%, 20% και 25%) και με ένα επιπλέον ποσό να αποπληρώνεται στη λήξη (balloon payment), το οποίο θα ανερχόταν σε 17,5% του κεφαλαίου της ρυθμιζόμενης οφειλής.

Κατόπιν αυτών, στα πλαίσια που παρείχε η αναφερόμενη στην υπό στοιχείο 4Γ μείζονα σκέψη υπ'αριθμ. ....2013 απόφαση της ΕΠΑΘ, καθώς και η διάταξη του άρθρου 146 παρ.2 περ.β του ν. 4261/2014, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, στη Θεσσαλονίκη, η υπ'αριθμ. ...-2014 "Πρόσθετη πράξη αναγνώρισης υπολοίπου πίστωσης με ανοικτό "αλληλόχρεο" λογαριασμό - Ρύθμιση αποπληρωμής", με σκοπό να ρυθμιστεί η οφειλή της ανακόπτουσας που απέρρεε από την υπ'αριθμ. ...-2002 σύμβαση πίστωσης, ύψους 3.657.465,94 ευρώ.

Βάσει της ρύθμισης αυτής, συμφωνήθηκε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο, κατά κεφάλαιο και δεδουλευμένους τόκους, που εμφάνιζε στις 16-5-2014, ο τηρηθείς στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης πίστωσης με αριθμό ... λογαριασμός, ανερχόταν στο ποσόν των 4.123.686,80 ευρώ, το οποίο συνομολογήθηκε ρητά ότι ήταν ληξιπρόθεσμο, απαιτητό και εκκαθαρισμένο και για τον υπολογισμό του οποίου, τον οποίο αποδέχονται ως ορθό, λήφθηκαν υπόψη οι διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2789/2000, 42 του ν. 2912/2001 και 39 του ν.3259/2004.

Από το ως άνω συνολικώς οφειλόμενο ποσό, συμφωνήθηκε: α) ότι το ποσόν των 3.657.465,49 ευρώ θα αποπληρώνονταν τμηματικά, εντός 5 ετών, σε 20 ανισόποσες συνεχείς τριμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, έντοκα με το ισχύον επιτόκιο Euribor 3μηνου, πλέον 4,50% περιθωρίου προσαύξησης, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75 (0,60%), αρχής γενομένης από την 30^ του τελευταίου ημερολογιακού μηνός του τριμήνου μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, των δε επόμενων μηνών την αντίστοιχη ημερομηνία καθενός από το επόμενο τρίμηνο, καθώς και ότι θα εξοφλούνταν με αυξανόμενες καταβολές του ρυθμιζόμενου κατ'έτος ως εξής: 10% κατά το 1° έτος, 12,50% κατά το 2° έτος, 15% κατά το 3° έτος, 20% κατά το 4° έτος και 25% κατά το 5° έτος και με καταβολή κατά τη λήξη, τύπου balloon, 17,50% και επίσης, ορίστηκε ότι το περιθώριο προσαύξησης προσδιορίστηκε από την καθ'ης για τη συγκεκριμένη οφειλέτρια, αφού λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν τα οικονομικά της στοιχεία, ο εκτιμώμενος πιστωτικός κίνδυνος και ο βαθμός συνεργασίας μαζί της και β) το ποσό των 466.221,31 ευρώ του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης (4.123.686,80 ευρώ), που αντιστοιχεί σε μέρος λογιστικοποιημένων ή μη τόκων, δεν θα καταβαλλόταν από την ανακόπτουσα και θα εξέπιπτε από τη συνολική οφειλή στο τέλος της αποπληρωμής και πλήρους εξόφλησης των δόσεων της ρυθμιζόμενης οφειλής, ενώ σε περίπτωση μη έγκαιρης και προσήκουσας εξόφλησης των δόσεων αυτών ή καταγγελίας ανατροπής της πρόσθετης πράξης, το παραπάνω ποσό δεν θα εξέπιπτε, αλλά θα καταβαλλόταν από την ανακόπτουσα στην καθ'ης στο σύνολο του, μαζί με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των δόσεων, εντόκως από την υπογραφή της πράξης (όρος 2 παρ.γ').

Προσέτι, στον 3° όρο της ρύθμισης, ρητά συνομολογήθηκε ότι η πράξη αυτή συνιστά τροποποίηση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης παροχής πίστωσης με τις πρόσθετες αυτής πράξεις, με τις οποίες αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο και των οποίων, κατά τα λοιπά, όλοι οι όροι και συμφωνίες που δεν τροποποιήθηκαν, παρέμειναν ισχυροί, εξακολουθώντας να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, μέχρι και την οριστική εξόφληση της οφειλής.

Ακόμη, στον 4° όρο της από 16-5-2014 πράξης ρύθμισης, ορίστηκε ότι σε περίπτωση μη έγκαιρης αποπληρωμής έστω και μία δόσης της ρύθμισης ή της μη τήρησης των όρων αυτής εκ μέρους της ανακόπτουσας, η καθ'ης η ανακοπή δικαιούνταν να καταγγείλει τη σύμβαση, οπότε και ανατρεπόταν η ρύθμιση αυτή και ίσχυαν αυτομάτως και αυτοδικαίως οι όροι της αρχικής σύμβασης πίστωσης, όπως τροποποιήθηκε, οι δε μη εξοφληθείσες δόσεις καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές στο σύνολο τους, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και η καθ'ης δικαιούνταν να λάβει κάθε νόμιμο μέτρο ρευστοποίησης της οφειλής της, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής κ.λ.π., ενώ στον 5° όρο συμφωνήθηκε ότι η πράξη αυτή δεν συνιστά ανανέωση ενοχής κατά την ΑΚ 439 ή κατάρτιση νέας σύμβασης και ότι όλες οι υφιστάμενες διασφαλίσεις της οφειλής της πίστωσης συνεχίζουν να υφίστανται στο ακέραιο και να διασφαλίζουν τη συνολική οφειλή.

Μάλιστα, στον 8° όρο της πρόσθετης αυτής πράξης, δηλώθηκε ότι όλοι οι όροι της συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων κατόπιν ειδικής διαπραγμάτευσης και η ανακόπτουσα αποδέχθηκε ότι η αποπληρωμή της οφειλής, όπως συμφωνήθηκε στην πράξη ρύθμισης, ήταν προς το συμφέρον . Κατόπιν της ρύθμισης αυτής, για την εξυπηρέτηση του δανείου τηρήθηκε ο υπ'αριθμ. ...

αλληλόχρεος λογαριασμός ρύθμισης, ενώ για το ως άνω ποσό των 466.221,31 ευρώ, ανοίχθηκε ο υπ'αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός επισφάλειας. Ωστόσο, ένα περίπου χρόνο μετά την επίδικη ρύθμιση, στις 29-5-2015, η ανακόπτουσα απέστειλε στην καθ'ης την από 29-5-2015 επιστολή της, με την οποία της πρότεινε έναν εναλλακτικό τρόπο ρύθμισης της οφειλής της, με την επέκταση της περιόδου αποπληρωμής σε 40 τριμηνιαίες δόσεις, με μείωση του επιτοκίου σε 3 Euribor + 3,50% και με μικρότερες διαμορφωθείσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

Το αίτημά της, όμως, αυτό απορρίφθηκε από την καθ'ης, διότι στο επιχειρηματικό σχέδιο (business plan), που η ίδια η ανακόπτουσα της είχε συγκοινοποιήσει, προβλεπόταν ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία, ύψους 1.500.000 ευρώ περίπου (κύκλος εργασιών σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του έτους 2015 23.500.000 ευρώ με αξία κτήσης των παγίων της εταιρίας 15.300.000 ευρώ) και εκ του λόγου αυτού έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνταν λόγος παράτασης της διάρκειας της υφιστάμενης ρύθμισης.

Τότε, η ανακόπτουσα, στις 9-10-2015, γνωστοποίησε για πρώτη φορά στην καθ'ης ότι ήταν σκόπιμη η μείωση των ετήσιων καταβολών της ρύθμισης, διότι είχε εντωμεταξύ ενταχθεί στο επενδυτικό πρόγραμμα με την ονομασία "Α. Μ.", το οποίο της συγκοινοποίησε, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινίσεις για την επίδραση του προγράμματος αυτού στα οικονομικά της στοιχεία, παρά μόνο ανέφερε σχετικά ότι δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας δεν είχε μέχρι τότε ξεκινήσει η υλοποίησή του προγράμματος, αλλά υπήρχε εκ μέρους της στόχος υλοποίησής του από το επόμενο έτος, ότι η κάλυψή του θα επιτυγχάνετο τόσο από χρηματοδότηση όσο και από ίδια συμμετοχή, καθώς και ότι η υφιστάμενη κερδοφορία της, όσο και εκείνη των επόμενων ετών θα αξιοποιούνταν για την υλοποίηση αυτού και ως εκ τούτου η ρύθμιση της οφειλής της θα τη διευκόλυνε στον καλύτερο προγραμματισμό της για τη χρηματοδότησή του προγράμματος.

Πράγματι, η ανακόπτουσα, κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2009 αίτησής της, της υπ'αριθμ.πρωτ. ...2011 προέγκρισης της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Έγκρισης Επενδυτικών Σχεδίων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων και δυνάμει της υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2012 απόφασης ένταξης επενδυτικού σχεδίου για τον εκσυγχρονισμό, βελτίωση και συμπλήρωση της βιομηχανίας γάλακτος του ως άνω Υπουργείου, είχε ενταχθεί στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης περιόδου 2007-2013, το οποίο επιδοτούνταν από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και είχε ημερομηνία λήξης στις 30-6-2013.

Ο προϋπολογισμός του προγράμματος αυτού αρχικά ήταν 6.500.000 ευρώ και προβλεπόταν για την υλοποίησή του δημόσια δαπάνη 2.800.000 ευρώ και συμμετοχή του δικαιούχου 3.700.000 ευρώ, η οποία επιμεριζόταν στο ποσόν των 2.307.500 με ίδια κεφάλαια και στο ποσόν του 1.352.500 ευρώ με δανειακά κεφάλαια. Την ένταξή της στο πρόγραμμα αυτό, όμως, δεν είχε γνωστοποιήσει η ανακόπτουσα στην καθ'ης κατά την υπογραφή της από 16- 5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης.

Ακολούθως, με την υπ'αριθμ. ...-2016 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Πολιτικής και Διαχείρισης Κοινοτικών Πόρων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το επενδυτικό πρόγραμμα είχε παραταθεί μέχρι τις 31-12-2017 και με την υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2017 απόφαση του ως άνω Γενικού Γραμματέα, ως καταληκτική ημεροχρονολογία ολοκλήρωσης των πληρωμών ορίστηκε η 30-6-2018, ενώ με την υπ' αριθμ.πρωτ. ...-2018 απόφασή του εγκρίθηκε και η καταβολή της Γ' τελικής δόσης του επενδυτικού προγράμματος, ύψους 629.239 ευρώ, από την οποία προκύπτει, ότι μετά από επαναπροσδιορισμό του προϋπολογισμού στο ποσόν των 3.842.193,87 ευρώ, τελικά η δημόσια ενίσχυση ήταν 1.761.877,55 ευρώ, ενώ η συμμετοχή της δικαιούχου-ανακόπτουσας ήταν 2.080.316,32 ευρώ.

Στη συνέχεια, στις 20-4-2016, η ανακόπτουσα απέστειλε στην καθ'ης νέο αίτημα επιμήκυνσης της γενόμενης ρύθμισης για 10 έτη, με το οποίου έκανε και πάλι λόγο για την ένταξή της στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα και ζήτησε την παράταση της αποπληρωμής, προκειμένου να απελευθερωθούν ταμειακές ροές για την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου (ενταγμένου σε Ευρωπαϊκό Κανονισμό), που είχε σε εξέλιξη.

Η καθ'ης δε, προκειμένου να αξιολογήσει τα οικονομικά της στοιχεία και δεδομένου ότι στο επιχειρηματικό σχέδιο που της είχε αποστείλει η ανακόπτουσα με την ως άνω από 29-5-2015 επιστολή της δεν συμπεριλάμβανε και τα οικονομικά δεδομένα του προγράμματος αυτού, της ζήτησε να συντάξει και να της προσκομίσει νέο επιχειρηματικό σχέδιο, στο οποίο θα αποτυπωνόταν και το ως άνω πρόγραμμα "Α.

Γ. - Μ.", ώστε να συνυπολογίσει τα οικονομικά μεγέθη της ανακόπτουσας αναλόγως των υποχρεώσεών της από την ένταξή της στο πρόγραμμα αυτό και να καταστεί εφικτή η αξιολόγηση του αιτήματος της περί παράτασης αποπληρωμής του δανείου, ωστόσο, η ανακόπτουσα δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημά της αυτό. Σημειώνεται ότι παράλληλα με τις ως άνω διαπραγματεύσεις των διαδίκων, εξελίσσονταν και οι διαπραγματεύσεις της καθ'ης η ανακοπή με την εδρεύουσα στα Τρίκαλα ένωση με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Τρικάλων" (Ε.Α.Σ.

Τρικάλων) και το διακριτικό τίτλο "ΕΝΩΣΗ", η οποία συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της ανακόπτουσας κατά ποσοστό 81,43 %. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών και για τη ρύθμιση της δικής της οφειλής προς την καθ'ης, η Ε.Α.Σ. Τρικάλων, τον Νοέμβριο του έτους 2016, της πρότεινε να επιτύχουν συμφωνία εξυγίανσης, κατ'άρθρον 106 β του ΠτΚ.

Τότε η καθ'ης, με την υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2016 επιστολή της ζήτησε και από την "ΕΝΩΣΗ", να της παρέχει διευκρινίσεις για τις παρασχεθείσες από την ανακόπτουσα εγγυήσεις υπέρ αυτής προς την εταιρία ΒΙΟΛΑΡ Α.Ε., που έλαβαν χώρα τον Αύγουστο του έτους 2014, ήτοι 3 μόλις μήνες μετά την υπογραφή της από 16- 5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης, όμως δεν έλαβε κάποια απάντηση, αλλά η Ε.Α.Σ., στις 24-2-2017, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, την από 20-2-2017 και με αριθμ.κατ. ...-2017 αίτηση της για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, κατ'άρθρον 106β του ΠτΚ, με συναινούντες πιστωτές μόνο την Τράπεζα Πειραιώς, την εταιρία ΒΙΟΛΑΡ Α.Ε.

και την ανακόπτουσα. Μάλιστα, στο σχέδιο επικύρωσης της αίτησης αυτής, η ανακόπτουσα αναγραφόταν ως πιστώτρια της Ε.Α.Σ., Τρικάλων λόγω παροχής εγγυήσεων και πίστωσης προς αυτήν, η οποία προέβλεπε μηδενική διαγραφή χρεών για όλους τους πιστωτές της, πλην της καθ'ης η ανακοπή και της ανακόπτουσας, για τις οποίες προβλέπονταν διαγραφή χρεών κατά ποσοστά 80% και 90% αντίστοιχα.

Σημειώνεται ότι τον ίδιο μήνα (2° 2017), η ανακόπτουσα διέκοψε και τις καταβολές προς την καθ'ης. Ακολούθως, στις 29-5-2017, πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της ειδικής εκκαθαρίστριας "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." συνάντηση του Αντιπροέδρου και του Γενικού Διευθυντή της ανακόπτουσας σχετικά με την παράταση της διάρκειας της ρύθμισης και την ίδια ημέρα η ανακόπτουσα απέστειλε στην καθ'ης τα ισοζύγια των ετών 2015-2016.

Μετά τη συνάντηση αυτή, η ανακόπτουσα, με την υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2017 επιστολή της, που κοινοποιήθηκε στην καθ'ης την 1η-7-2017, της ζήτησε την επέκταση της αποπληρωμής του εναπομείναντος δανείου, που ήδη είχε ρυθμιστεί με την από 16-5-2014 σύμβαση ρύθμισης, για άλλα πέντε έτη με τους όρους της αρχικής σύμβασης, επικαλούμενη ότι :

α) έως την 1η-6-2017 είχε αποπληρώσει ποσόν 1.234.386 ευρώ συν τους τόκους, που αντιστοιχούσε σε 11 από τις προβλεφθείσες 20 δόσεις της ρύθμισης, β) είχε δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας στην βιομηχανία της, εξαιτίας των μεγάλων προβλημάτων της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων που κατά κύριο λόγο προέρχονταν από την οικονομική κρίση, τη μείωση των εισοδημάτων και την πτώση του τζίρου των επιχειρήσεων και γ) ήδη από το έτος 2012 υλοποιούσε επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 6.500.000 ευρώ, από το οποίο είχε υλοποιήσει το 50% και υποχρεούνταν να το ολοκληρώσει έως τις 31-12- 2017, μεγάλο μέρος του οποίου απαιτούνταν να καλυφθεί με ίδια κεφάλαια, εξαιτίας της ανυπαρξίας τραπεζικού δανεισμού για την υλοποίησή του, δ) η καθ'ης είχε πραγματοποιήσει και σε άλλες επιχειρήσεις ανάλογες ρυθμίσεις και ε) η προτεινόμενη ρύθμιση θα αποκαθιστούσε τη ρευστότητά της και την ομαλή εξυπηρέτηση του δανείου της.

Προκειμένου δε να διερευνηθεί το εν λόγω αίτημά της η καθ'ης στις 8-6-2017, ζήτησε ισοζύγια των ετών 2016 και 2017 3ου βαθμού και βεβαιώσεις οφειλών των τραπεζών όσον αφορά τη χρηματοδότησή της από άλλες τράπεζες, καθώς και προβλέψεις για τους λογαριασμους αποτελεσμάτων των επόμενων χρήσεων, οι οποίες θα περιλαμβάνοντα στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου επιχειρηματικού σχεδίου από όπου θα προέκυπτε, μεταξύ άλλων, και το επενδυτικό πρόγραμμα για το οποίο γινόταν λόγος στην από 1-6-2017 επιστολή της και εξαιτίας του οποίου ζήτησε παράταση της αποπληρωμής του δανείου, καθώς και τα έγγραφα από τα οποία θα προέκυπτε ότι έχει δοθεί παράταση στην ολοκλήρωσή του προγράμματος, ενόψει του ότι η ανακόπτουσα στην ως άνω από 1-6-2017 επιστολή της επικαλούνταν μεταβολή των συνθηκών.

Η ανακόπτουσα της απέστειλε, στις 9-6-2017, τα ισοζύγιά της, στις 14-6-2017 την υπ'αριθμ. πρωτ. ...-2016 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Πολιτικής και Διαχείρισης Κοινοτικών Πόρων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από την οποία προέκυπτε ότι το επενδυτικό πρόγραμμα είχε παραταθεί μέχρι τις 31-12-2017 και στις 16-6-2017 και 20-6-2017 βεβαιώσεις για τις οφειλές της στις άλλες τράπεζες (ATTICA BANK, ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ, Εθνική Τράπεζα) .

Κατόπιν αυτών, η καθ'ης της απάντησε με την από 26-9- 2017 επιστολή της, που κοινοποιήθηκε και στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Τρικάλων "ΕΝΩΣΗ" και με την οποία της ανέφερε και πάλι ότι το σχετικό αίτημα παράτασης της ρύθμισης ήταν αναγκαίο να αξιολογηθεί συνολικά, μαζί με τις οφειλές του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τρικάλων, εξαιτίας της συμμετοχής αυτού, σε ποσοστό άνω του 80% στο μετοχικό κεφάλαιο της ανακόπτουσας, αλλά και λόγω του ότι η υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2016 επιστολή της προς τον ως άνω Συνεταιρισμό, με την οποία είχε ζητηθεί η παροχή συγκεκριμένων διευκρινίσεων για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του αιτήματος του στο πλαίσιο του άρθρου 106β του ΠτΚ, παρέμεινε αναπάντητη, ενώ στη συνέχεια έλαβε γνώση με μεγάλη καθυστέρηση ότι, στις 24-2-2017, είχε καταθέσει την αίτησή επικύρωσης συμφωνίας (άρθρ. 106β του ΠτΚ), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, με την οποία παρουσιαζόταν απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών, επί της οποίας εκδόθηκε η 16/2017 μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και επιπλέον της? επισήμανε ότι το γεγονός ότι αυτή (ανακόπτουσα), εμφανιζόταν στο σχέδιο επικύρωσης ως πιστώτρια του Συνεταιρισμού λόγω παροχής εγγύησης και πίστωσης προς αυτόν, δυσχέρανε τη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών της και επιπλέον δημιουργήθηκε μία πρόσθετη υποχρέωση του Συνεταιρισμού απέναντι στην ανακόπτουσα, που λειτουργούσε ομοίως σε βάρος των συμφερόντων της ίδιας (καθ'ης).

Ωστόσο, στην από 29-9-2017 απάντηση της ανακόπτουσας, που κοινοποιήθηκε στην καθ'ης στις 13-10- 2017, δεν γινόταν καμία αναφορά στην επίδραση που είχαν η διαγραφή των απαιτήσεών της και η παροχή εγγυήσεων στα πλαίσια της αίτησης του άρθρου 106β ΠτΚ της Ε.Α.Σ. Τρικάλων, στα οικονομικά της στοιχεία, αλλά αυτή αντέτεινε ότι υπήρξε πάντα συνεπής προς τις υποχρεώσεις της απέναντι στην καθ'ης, η οποία εντελώς αδικαιολόγητα αξίωνε να εξετασθεί το εύλογο αίτημά της συνολικά με της οφειλές της "ΕΝΩΣΗΣ", διότι ουδέποτε η καθ'ης τις θεώρησε ως "Όμιλο", αναφέροντάς της ότι η εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων θα γινόταν τμηματικά και σε εύλογο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως ειδικότερο προσδιορισμό.

Όμως, επειδή η ανακόπτουσα δεν ήταν όντως συνεπής ως προς την καταβολή των 20 δόσεων της ρύθμισης, αλλά κατέβαλε μόνο τις 11 από αυτές και αφού είχε ήδη διακόψει από τον Φεβρουάριο του έτους 2017 κάθε καταβολή, παύοντας να εξυπηρετεί την πρόσθετη πράξη ρύθμισης, η καθ'ης η ανακοπή, προέβη, στις 8-3-2018 στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της υπ'αριθμ. ...- 2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης και στην από 8-3-2018 έγγραφη καταγγελία αυτής, την οποία επέδωσε την ανακόπτουσα στις 16-3-2018 (βλ.

την υπ'αριθμ. ...-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Ι. Α.). Με την ως άνω καταγγελία την κάλεσε να της καταβάλει εντός 5 ημερών από την επίδοσή της, ολόκληρο το οφειλόμενο δάνειο, το οποίο, κατά την ημέρα της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσόν των [{ 2.423.070,85 (κεφάλαιο) + 131.852,32 (συμβατικοί τόκοι) + 8.196,22 (τόκοι υπερημερίας) + 150 (έξοδα)=} 2.563.270,39 ευρώ από τον υπ'αριθμ. ...

λογαριασμό ρύθμισης + {386.643,23 (συμβατικοί τόκοι) + 215.373,48 (τόκοι υπερημερίας)} = 602.016,72 ευρώ από τον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό επισφάλειας=] 3.165.287,11 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Στη συνέχεια, κατόπιν της από 5-4-2018 αίτησης της καθ'ης η ανακοπή, που στηριζόταν στην ως άνω καταγγελία της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης και στην από αυτή απορρέουσα απαίτηση της καθ'ης και με την οποία (αίτηση) περιορίστηκε το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 3.165.287,11 ευρώ, στο ποσόν των 600.000 ευρώ, εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. .../2018 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 5-4-2018 (βλ.

την υπ'αριθμ. ...-2018 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή). Ειδικότερα, με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, από το συνολικό οφειλόμενο ποσόν των (2.563.270,39+602.016,72=) 3.165.287,11, διατάχθηκε η εφεσίβλητη να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσόν των 600.000 ευρώ, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη (9-2-2018) της καταγγελίας της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης και με ετήσιο ανατοκισμό των τόκων μέχρι και την πλήρη εξόφληση.

Ακολούθως, η ήδη εφεσίβλητη άσκησε εμπρόθεσμα (βλ. την υπ'αριθμ. ...-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τρικάλων Γ. Τ.), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, την από 11-4-2018 και με αριθμ.έκθ.κατ. ...-2018 ένδικη ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής. Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ζητούσε να ακυρωθεί η παραπάνω διαταγή πληρωμής, διότι η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης, στην οποία προέβη η καθ'ης και αποτελούσε αναγκαίο όρο εκδόσεως της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ήταν καταχρηστική.

Συγκεκριμένα, για τη θεμελίωση της καταχρηστικής συμπεριφοράς της καθ'ης η ανακόπτουσα επικαλέστηκε ότι από το έτος 2002 ήταν συνεπής ως προς την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων από την υπ'αριθμ. .../2002 σύμβαση πίστωσης, σε εκτέλεση των όρων της οποίας παρέτεινε με την καθ'ης τη διάρκειά της και με την από 16-5-2014 πρόσθετη πράξη συμφώνησαν να αποπληρώσουν την οφειλή της τμηματικά σε 20 ανισόποσες συνεχείς τριμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, πλην όμως, παρά το ότι κατάφερε με θυσίες, λόγω του αντίξοου οικονομικού περιβάλλοντος, να καταβάλει εμπροθέσμως και προσηκόντως τις 11 από τις 20 δόσεις της ρύθμισης αυτής και συνολικά 1.234.386 ευρώ για κεφάλαιο και 519.590,42 ευρώ για τόκους, τον Ιούνιο του έτους 2017, λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη Χώρα και λόγω το επενδυτικού προγράμματος που είχε αναλάβει, παρουσιάστηκε πρόσκαιρη οικονομική δυσκολία αποπληρωμής των δόσεων του δανείου, εξαιτίας της οποίας της απέστειλε την ως άνω από 1-6-2017 επιστολή της για παράταση του χρόνου αποπληρωμής σε πέντε έτη με τους ίδιους όρους της από 16-5-2014 ρύθμισης.

Ότι σε συνέχεια της επιστολής αυτής ακολούθησαν συναντήσεις των νομίμων εκπροσώπων της και των αρμοδίων υπαλλήλων της καθ'ης, που τους διαβεβαίωναν για την παράταση του χρόνου αποπληρωμής και έκτοτε βρίσκονταν συνεχώς και αδιαλείπτως σε επαφή με τα αρμόδια στελέχη της, προχωρώντας τη σχετική διαδικασία.

Ότι στα πλαίσια αυτά απέστειλε στην καθ'ης τα οικονομικά στοιχεία που της ζήτησε και ενώ ανέμενε την υπογραφή της πρόσθετης αυτής πράξης, η καθ'ης, παρά τις ως άνω διαβεβαιώσεις της, μετά την υποβολή από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Τρικάλων ("Ένωση") ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, της αίτησής του άρθρου 106β του ΠτΚ, της απέστειλε την υπ'αριθμ.

πρωτ. ...-2017 επιστολή, με την οποία αντισυμβατικά, αδικαιολόγητα, παράνομα και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, αξίωσε για πρώτη φορά την εξέταση του αιτήματος της μόνο συνολικά με τις οφειλές του Συνεταιρισμού. Ότι με την καταγγελία της πρόσθετης πράξης ρύθμισης την επιβάρυνε κατά 600.000 ευρώ, τα οποία, όμως, με την ίδια πράξη, είχαν συμφωνήσει ότι δεν θα της κατέβαλαν.

Ότι η καταγγελία αυτή δεν έγινε με σκοπό την ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της, αλλά για λόγους εκδικητικότητας, μετά την έκδοση της 4/2018 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6-3-2018, ήτοι δύο ημέρες πριν από το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού από την καθ' ης (8-3-2018) και με την οποία επήλθε "κούρεμα" των οφειλών της ΕΑΣ Τρικάλων προς την καθ'ης ύψους 80%, γεγονός που επιβεβαίωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της, ο αρμόδιος υπάλληλος της καθ'ης στην από 15-3-2018 τηλεφωνική τους επικοινωνία, λέγοντάς του ότι δεν πρόκειται πλέον να υπογράψει την σχετική πράξη, μετά το "κούρεμα" που πέτυχε ο Συνεταιρισμός, το οποίο θα πλήρωνε αυτή (ανακόπτουσα).

Ότι η καθ'ης με την ως άνω ενέργειά της επιδιώκει ευθέως την οικονομική της καταστροφή, για λόγους που δεν αφορούν τις σχέσεις τους, αλλά τις σχέσεις της καθ'ης με την ΕΑΣ Τρικάλων, που νόμιμα με την ως άνω δικαστική απόφαση ρύθμισε τις οφειλές της προς την καθ'ης. Ότι η ίδια, όντας συνεπής στις υποχρεώσεις της προς την καθ'ης,?έχει αποπληρώσει αυτές στο πενταπλάσιο του δανεισμού της, με τους παράνομους τοκισμούς και ανατοκισμούς και η καθ'ης όφειλε να κάνει δεκτό το αίτημά της για παράταση αποπληρωμής, καθώς το τελευταίο διάστημα στενότητας, όπως ειδικότερα περιγράφει στην ανακοπή της, γεγονός που αποδέχθηκε η καθ'ης, η οποία έτσι της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα προέβαινε στην επίδικη καταγγελία, που δεν διασφαλίζει τα συμφέροντά της.

Ότι η οφειλή της προς την καθ'ης είναι εξασφαλισμένη πλήρως με εγγραφή υποθήκης επί του βιομηχανικών της εγκαταστάσεων, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι πολλαπλάσιας της επίδικης οφειλής και επιπλέον δεν έχει δανεισμό από άλλες τράπεζες ούτε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους, ενώ η καθ'ης την οδηγεί σε οικονομική καταστροφή, ενόψει και του ότι βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από αυτή.

Ότι, επιπλέον, με την επίδικη καταγγελία η καθ'ης προσέβαλε την εμπορική πίστη και τη φήμη της, καθώς την παρουσιάζει ως αφερέγγυα και αναξιόχρεη εταιρία, αφού το γεγονός αυτό διαδόθηκε στην περιοχή δραστηριοποίησής της, με αποτέλεσμανα υπάρχουν οχλήσεις από τους συναλλασσομένους της. Σχετικά με την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου της ανακοπής, πρέπει κατ'αρχήν να σημειωθεί ότι εφόσον η καθ'ης Α.Τ.Ε., όπως προαναφέρθηκε, τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ήδη από τις 27-7-2012, η καταχρηστικότητα ή μη της ως άνω από 8-3-2018 καταγγελίας της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της νομικής φύσης της καθ'ης, που αναλύθηκε στα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο 4Β μείζονα σκέψη, σε συνδυασμό και με την προβλεπόμενη διαδικασία και τον σκοπό της ειδικής εκκαθάρισης, που σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο 4Γ μείζονα σκέψη, είναι η κατά τον αποτελεσματικότερο και βέλτιστο τρόπο είσπραξη και ρευστοποίηση της περιουσίας του εναπομένοντος στην Α.Τ.Ε.

χαρτοφυλακίου, βάσει συγκεκριμένου νομικού πλαισίου για τον ειδικό εκκαθαριστή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, ο ειδικός εκκαθαριστής έχει υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία εξασφαλιστικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και να προστατευθεί η αξία της υπό ειδική εκκαθάριση περιουσίας, δεσμευόμενος από την υπ'αριθμ. ....2017 απόφαση της ΕΠΑΘ, σύμφωνα με την οποία οι γενόμενες ρυθμίσεις καθυστερημένων οφειλών που υπερβαίνουν το?ποσόν των 250.000 ευρώ, όπως εν προκειμένω, υπάγονται στο σχέδιο στρατηγικής που καταρτίζει ανά έτος και εγκρίνεται από Ειδική Επιτροπή της Τράπεζας της Ελλάδος και διέπονται από ορισμένες προϋποθέσεις, οπότε εκ των πραγμάτων η καθ'ης δεν είχε τη δυνατότητα να αποδεχθεί ρυθμίσεις ευνοϊκότερες από αυτές που οριζόταν στην ως άνω απόφαση της ΕΠΑΘ (221/17.3.2017).

Αξίζει, μάλιστα, να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο 4Γ μείζονα σκέψη, μετά τη θέση της ΑΤΕ σε ειδική εκκαθάριση, δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα εκταμίευσης δανείου από την πλευρά της, ώστε να έχει τη δυνατότητα αυτή να στηρίξει οικονομικά την ανακόπτουσα παρέχοντάς την νέα πίστωση, προκειμένου να διασφαλίσει με τον τρόπο αυτό την επίδικη απαίτησή της και επίσης ότι για τη διαπραγμάτευση της αιτούμενης από την ανακόπτουσα νέας ρύθμισης απαιτούνταν έγγραφη αξιολόγηση όλων των οικονομικών στοιχείων της από την καθ'ης.

Τη συμπεριφορά, άλλωστε, της καθ'ης η ανακοπή ως ειδικής εκκαθαρίστριας και όχι ως εν γένει πιστωτικό ίδρυμα, επιβεβαίωσε και ο εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας της ανακόπτουσας και γενικός της διευθυντής Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε ότι η καθ'ης συμπεριφερόταν και λειτουργούσε σαν εκκαθαριστής.

Με τα ως άνω δε δεδομένα, η ενέργεια της καθ'ης να προβεί στην καταγγελία της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης, υπό τις περιστάσεις που προεκτέθηκαν, δεν παρίσταται καταχρηστική, καθώς προέβη σ'αυτήν, βάσει συμβατικού της δικαιώματος (4ος όρος της πράξης αυτής), που προέβλεπε το δικαίωμα της να την καταγγείλει σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της και μη έγκαιρης αποπληρωμής έστω και μία δόσης.

Συγκεκριμένα, η ανακόπτουσα δεν ήταν συνεπής στην τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αφού, όπως προελέγχθη, από το Φεβρουάριο του έτους 2017 έπαυσε να καταβάλει τις δόσεις της ρύθμισης, ενώ, παρά τις αμοιβαίες προσπάθειες των μερών να εξεύρουν κάποια συμβιβαστική λύση για τη ρύθμιση της οφειλής της, τούτο δεν κατέστη εφικτό.

Ούτε, εξάλλου, προέκυψε, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, ότι αυτή και καθ'όλη την εξέλιξη της αρχικής υπ'αριθμ. .../2002 σύμβασης πίστωσης ήταν συνεπής και εξυπηρετούσε εμπροθέσμως και προσηκόντως τις δανειακές της υποχρεώσεις της προς την καθ'ης, αντίθετα, η εξυπηρέτηση του δανείου της βρισκόταν σε καθυστέρηση πλέον των 90 ημερών και γι'αυτό το λόγο άλλωστε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο 4Γ μείζονα σκέψη, κατά την υποβολή της ΑΤΕ σε ειδική εκκαθάριση διά της υπ'αριθμ. ...-2012 απόφασης της ΕΠΑΘ, παρέμεινε αυτό στο χαρτοφυλάκιο της και δεν .

μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς. Το γεγονός δε ότι η απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή δεν εξυπηρετούνταν, επειδή ήταν σε καθυστέρηση πάνω από 90 ημέρες επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως άνω μάρτυράς της ανακόπτουσας. Αντίθετα, η καθ'ης, καθ'όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης, λειτούργησε στα πλαίσια της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, αφού από τις προαναφερόμενες πρόσθετες πράξεις προκύπτει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά αιτήματα της ανακόπτουσας, ανανέωνε το δάνειο της σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τις οικονομικές της δυνατότητες και μάλιστα, μετά από σειρά διαπραγματεύσεων, προέβη και στην επίδικη από 16-5-2014 ρύθμιση, με ευνοϊκούς όρους για την ανακόπτουσα (έκπτωση τόκων, μειωμένες καταβολές τα πρώτα έτη) προκειμένου να της δώσει τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει την οφειλή της σε χρονική διάρκεια 5 ετών, παρέχοντάς της μάλιστα την ευχέρεια τα πρώτα έτη να καταβάλει μικρότερες δόσεις, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τη ρύθμιση αυτή, ενώ προέβη στην καταγγελία μετά από μακρόχρονη αλληλογραφία με την ανακόπτουσα αλλά και συναντήσεις με τους νομίμους εκπροσώπους της και ένα έτος μετά την παύση στις καταβολές της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπογραφή της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης έγινε κατόπιν μακρόχρονων διαπραγματεύσεων και εκτίμηση των οικονομικών στοιχείων της ανακόπτουσας και ενώ γνώριζε η τελευταία τις δυσχέρειες της αγοράς, ενόψει της εν γένει δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, υποσχέθηκε την προσήκουσα εκπλήρωση των όρων της πράξης αυτής.

Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη ρύθμιση της οφειλής της, η καθ'ης την είχε διαβεβαιώσει διά του νομίμου εκπροσώπου της - ειδικού εκκαθαριστή, Ν. Μ., ότι θα παρατεινόταν για 10 έτη η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Οι καταθέσεις δε των μαρτύρων της ανακόπτουσας ότι ο τελευταίος της είχε δώσει τη σχετική διαβεβαίωση αναιρούνται αφενός μεν από το ότι η πρόβλεψη 1 θετούς ρύθμισης των καθυστερούμενων δανείων θεσπίστηκε το πρώτον με την υπ'αριθμ. ....2017 απόφαση της Ε.Π.Α.Θ., οπότε και ο Ν.

Μ. είχε ήδη αντικατασταθεί από την ιδιότητα του ειδικού εκκαθαριστή της ΑΤΕ, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...2016 απόφαση της Ε.Π.Α.Θ., με την οποία ανατέθηκε η ειδική της εκκαθάριση της Α.Τ.Ε. στην εταιρία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.", αφετέρου δε από το ότι σε κανένα σημείο της μακρόχρονης αλληλογραφίας των διαδίκων δεν υπάρχει έγγραφη δέσμευση προς τούτο, ούτε προκύπτει από κάποια επιστολή της καθ'ης ότι είχε αποδεχθεί να ρυθμιστεί η οφειλή σύμφωνα με τον επικαλούμενο από την ανακόπτουσα τρόπο.

Αντιθέτως, προέκυψε ότι η καθ'ης ουδέποτε συμφώνησε με τους προτεινόμενους από την ανακόπτουσα όρους ρύθμισης της οφειλής της και εξακολουθούσε να εμμένει στο αίτημά της να της αποστείλει η ανακόπτουσα πρόσθετα οικονομικά στοιχεία για να αξιολογήσει την πρότασή της για παράταση της αποπληρωμής του δανείου.

Το ενδεχόμενο, άλλωστε, αυτό απέκλεισε και ο εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας της καθ'ης - οικονομολόγος και εργαζόμενος ως επικεφαλής των υποθέσεων με εκθέσεις άνω του 1.000.000ευρώ στην ειδική εκκαθαρίστρια PQH Α.Ε., ο οποίος κατέθεσε ότι για να δώσει ο Ν. Μ. αυτή τη διαβεβαίωση θα έπρεπε προηγουμένως να είχε λάβει και την έγγραφη έγκριση της αρμόδιας επιτροπής Τράπεζας της Ελλάδος.

Επιπροσθέτως, η καθ' ης ουδέποτε παραιτήθηκε ρητώς ή σιωπηρώς του δικαιώματος καταγγελίας της από 16-5-2014 πράξης ρύθμισης, ούτε και δημιούργησε στην ανακόπτουσα με την προηγηθείσα συμπεριφορά της την πεποίθηση ότι δεν θ' ασκήσει το δικαίωμα της αυτό. Επομένως, δεν δικαιολογείται η επικαλούμενη από την τελευταία εύλογη πεποίθησή της ότι η καθ'ης δεν θα ασκούσε το παρεχόμενο από τη σύμβαση δικαίωμα καταγγελίας της πρόσθετης πράξης ρύθμισης, στην οποία προέβη, όπως προαναφέρθηκε, ένα ολόκληρο έτος μετά την παύση των καταβολών εκ μέρους της.

Σχετικά δε με τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας ότι καταχρηστικά αξίωσε η καθ'ης, με την από 26-9-2017 επιστολή της, να συσχετισθεί η οφειλή της με μία συνολική πρόταση ρύθμισης σε σχέση και με την Ε.Α.Σ. Τρικάλων, που είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο, σημειώνεται ότι η στενή διασύνδεση της τελευταίας με την ανακόπτουσα προκύπτει αρχικά από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, η "ΕΝΩΣΗ" διατηρούσε συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της ανακόπτουσας κατά ποσοστό 81,43%.

Επιπλέον, όπως εμφαίνεται στις αποσταλείσες στην καθ'ης ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις χρήσης από 1-1-2017 έως 21-12-2017, η ανακόπτουσα είχε παραχωρήσει προς την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Τρικάλων ("ΕΝΩΣΗ") επιταγές έκδοσής της, συνολικού ποσού 3.820.400 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως εγγύηση έναντι ισόποσων οφειλών της σε τρίτους.

Επιπροσθέτως, η ανακόπτουσα, δυνάμει της από 1-8-2014 σύμβασης παρείχε εγγύηση για το συνολικό ποσόν των 3.700.000 ευρώ προς την εταιρία ΒΙΟΛΑΡ Α.Ε. υπέρ της ΕΑΣ Τρικάλων ("ΕΝΩΣΗ"), εκδίδοντας επιταγές ισόποσης αξίας, που την 31-12-2017 ανέρχονταν στο ποσόν των 2.570.400 ευρώ και δυνάμει της από 23-6-2015 σύμβασης παρείχε εγγύηση για το συνολικό ποσόν των 2.500.000ευρώ προς την εταιρία ΜΑΜΒΟ COMMODITIES S.A.

υπέρ της ΕΑΣ Τρικάλων, εκδίδοντας επιταγές ισόποσης αξίας, που την 31-12-2017 ανέρχονταν στο ποσόν των 1.250.000 ευρώ. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι επί της με αριθμ.κατ. ...-2017 αίτησης της ΕΑΣ Τρικάλων ("ΕΝΩΣΗ"),περί επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης του άρθρου 106β του ΠτΚ, μεσυναινούντες πιστωτές μόνο την Τράπεζα Πειραιώς, την εταιρία ΒΙΟΛΑΡ ΑΕ, στην οποία η ανακόπτουσα είχε παράσχει τις ως άνω εγγυήσεις τονΑύγουστο του έτους 2014 και την ανακόπτουσα, που εκδικάστηκε στις 6-11- 2017, εκδόθηκε στις 21-2-2018, η 4/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία επικύρωσε την από 30-1-2017,8-2-2017 και 9-2-2017 συμφωνία εξυγίανσης που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της αιτούσας ΕΑΣ Τρικάλων και των παραπάνω πιστωτών της.

Σύμφωνα δε με την απόφαση αυτή, η οφειλή της Ε.Α.Σ. Τρικάλων, που ήταν και ο βασικός μέτοχος της ανακόπτουσας, έναντι της Α.Τ.Ε. ανερχόταν στο ποσόν των 8.440.969,18 ευρώ. Στη δίκη εκείνη, η ίδια η ανακόπτουσα, στην από 6-11- 2017 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της Ε.Α.Σ. Τρικάλων, ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει θυγατρική της εταιρία, ενώ και στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αναγνωρίζει ότι δεν αποτελεί αυστηρά ιδιωτική επιχείρηση, αλλά συνεταιριστική επιχείρηση, καθώς ποσοστό άνω του 85% του μετοχικού της κεφαλαίου ελέγχεται από την Ε.Α.Σ.

Τρικάλων. Στην παραδοχή αυτή του δικαστηρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της ΕΑΣ Τρικάλων, Α. Λ. του Α., με τον οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της με αριθμ.κατ. ...-2017 αιτήσεώς της, ήταν και ο διευθύνων σύμβουλος της ανακόπτουσας, καθώς και ότι μετά την υποβολή της αίτησης αυτής, έπαυσε η ανακόπτουσα να εξυπηρετεί τη ρύθμιση και ταυτόχρονα διακόπηκε απότομα και η συνεχής αλληλογραφία των διαδίκων.

Περαιτέρω, η κρίση αυτή του δικαστηρίου περί της διασύνδεσης αυτών των νομικών προσώπων, ενισχύεται και από το ότι και στην ως άνω 4/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, γίνεται δεκτό ότι η ΕΑΣ Τρικάλων είναι ο κύριος μέτοχος της ανακόπτουσας κατά 81,43%, καθώς και ότι η ανακόπτουσα είναι συνδεδεμένη θυγατρική εταιρία της ΕΑΣ Τρικάλων, η οποία ασκεί δεσπόζουσα επιρροή στις αποφάσεις της. Έτι περαιτέρω, την εξάρτηση της ανακόπτουσας από την Ε.Α.Σ. Τρικάλων επιβεβαίωσε, εμμέσως πλην σαφώς, και η ανακόπτουσα στην αποσταλείσα στην καθ'ης από 23-5-2013 επιστολή της περί της ένταξής της ίδιας στη διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 106β του ΠτΚ, στην οποία ανέφερε ότι με την επιδίωξη της συμφωνίας των πιστωτών για την εξυγίανσή της, αποσκοπούσε κυρίως στην αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία της από τον κύριο μέτοχο της, που ήταν η Ε.Α.Σ. Τρικάλων, ως προς τις πηγές χρηματοδότησής της, αναγνωρίζοντας έτσι ότι χρηματοδοτούνταν από αυτήν.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός "όμιλος" στην από 26-9-2017 επιστολή της καθ'ης, εναρμονίζεται και με τα αναγραφόμενα στην ως άνω με αριθμ.κατ. ΕΠ4/2017 αίτησή της ΕΑΣ Τρικάλων, στην οποία αναφέρει ότι πρόκειται για έναν ανταγωνιστικό συνεταιριστικό όμιλο, οι δραστηριότητες του οποίου περιλαμβάνουν και τη συμμετοχή της με πλειοψηφικό πακέτο μετοχών, 85%, στην ανακόπτουσα εταιρία (βλ.

σελ. 13 και 33-34 της αίτησης). Ακόμη, στην αίτηση αυτή, ο ως άνω βασικός μέτοχος της ανακόπτουσας επιβεβαιώνει την αλληλεπίδραση των οικονομικών τους στοιχείων, με την αναφορά ότι η ζητούμενη ρύθμιση θα είχε εξαιρετικά μεγάλο όφελος και για τους πιστωτές της, που θα λάμβαναν μέρος των απαιτήσεών τους (βλ. σελ.55 αίτησης), καθώς μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν και η ανακόπτουσα με απαιτήσεις συνολικού ύψους 921.124,19 ευρώ.

Ακόμη, η πρότασή της Ε.Α.Σ. Τρικάλων για την υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης, περιελάμβανε και διαγραφή της οφειλή της προς την καθ'ης, συνολικού ύψους 8.440.969,18 ευρώ κατά 80%, για το υπόλοιπο της οποίας προβλεπόταν αποπληρωμή του υπολοίπου εντός της προσεχούς 10ετίας με ίσες άτοκες καταβολές, καθώς και διαγραφή της ως άνω οφειλής της προς την ανακόπτουσα κατά 90%, για το υπόλοιπο της οποίας προβλεπόταν αποπληρωμή σε μία δόση το 10° έτος.

Επιπλέον, στις προβλεπόμενες ταμειακές της ροές για τις χρονικές περιόδους 1η έως 10η παρατίθεντο και οι εισπράξεις μερισμάτων από τη συμμετοχή της ΕΑΣ Τρικάλων στο κεφάλαιο της ανακόπτουσας, ύψους 100.000 ευρώ για κάθε περίοδο (βλ. σελ. 88 και 91 της αίτησης), με την επίκληση και της από 9-2-2017 συμφωνίας περί εξυγίανσης που είχε συνάψει με την ανακόπτουσα.

Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί και ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που η ανακόπτουσα απέστελνε στην καθ'ης αιτήματα για περαιτέρω ρύθμιση της οφειλής της (από Οκτώβριο 2015 έως Σεπτέμβριο 2017) και η ΕΑΣ Τρικάλων υπέβαλε προτάσεις στην καθ' ης για τις δικές της οφειλές και μάλιστα στις προτάσεις της αυτές για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυπηρέτησης της τυχόν ρύθμισης της, επισημαίνονταν ιδιαίτερα τα μερίσματα που θα εισέπραττε η ΕΑΣ Τρικάλων από την ανακόπτουσα.

Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά που η καθ'ης έκανε συσχέτιση των οφειλών της ανακόπτουσας και της ΕΑΣ Τρικάλων με την από 26-9-2017 επιστολή της, όπως υποστηρίζει η ανακόπτουσα, αφού και με την από 10-11-2016 επιστολή της προς την ΕΑΣ Τρικάλων η καθ'ης είχε ζητήσει διευκρινίσεις για τις αξιώσεις της ανακόπτουσας προς αυτήν.

Τη διασύνδεση μεταξύ των εν λόγω νομικών προσώπων επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας της καθ'ης η ανακοπή, που κατέθεσε ότι η μετοχική συμμετοχή της ΕΑΣ Τρικάλων στην ανακόπτουσα, η παροχή της τελευταίας προς την ΕΑΣ Τρικάλων πίστωσης περίπου 1.000.000 ευρώ, η αποδοχή εκ μέρους της ανακόπτουσας διαγραφής της πίστωσης αυτής, καθώς και η παροχή πίστωσης της καθ'ης στην ανακόπτουσα δημιουργεί ξεκάθαρα μία τριμερή σχέση, στο πλαίσιο της οποίας η καθ'ης λογικά ζήτησε να δει οικονομικά στοιχεία του συνόλου της σχέσης.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με την ως άνω από 26-9-2017 επιστολή της η καθ'ης δεν ζήτησε αυθαίρετα να πραγματοποιηθεί η συσχέτιση των οφειλών τους, αλλά αιτιολόγησε το αίτημά της αυτό με την επίκληση της αυξημένης συμμετοχής της ΕΑΣ Τρικάλων, η οποία είχε υποβάλει την αίτηση του άρθρου 106β του ΠτΚ, στο μετοχικό κεφάλαιο της ανακόπτουσας.

Βάσει των προαναφερομένων, καταδεικνύεται ότι ασφαλώς και η οικονομική κατάσταση της ΕΑΣ Τρικάλων επηρέαζε την πιστοληπτική ικανότητα της ανακόπτουσας και συνακόλουθα και τη δυνατότητα αποπληρωμής της επίδικης οφειλής της. Ενόψει αυτής της αλληλεπίδρασης της οικονομικής τους κατάστασης, δικαιολογημένα η καθής αξίωσε να εξεταστούν συνολικά οι οφειλές τους, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι η ίδια η ανακόπτουσα με την αποδοχή του αιτήματος της ΕΑΣ Τρικάλων να διαγραφούν οι οφειλές της προς αυτήν κατά ποσοστό 90%, καθώς και με την παροχή των παραπάνω εγγυήσεων υπέρ αυτής, είχε συσχετίσει την οικονομική της θέση με τα οικονομικά στοιχεία της ΕΑΣ Τρικάλων.

Περαιτέρω, αναφορικά με την επίκληση από την ανακόπτουσα του 3ου όρου περ. β' της από 11-12-2002 πρόσθετης πράξης, σημειώνεται ότι ναι μεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει το ως άνω υποβληθέν από 1-6-2017 αίτημα παράτασης της αποπληρωμής της ρύθμισης, καθόσον σύμφωνα με τον όρο 3 της από 16-5-2014 πράξης ρύθμισης, ίσχυαν όλοι οι όροι της δανειακής σύμβασης και των ταυτάριθμων αυτής προσθέτων πράξεων που δεν τροποποιήθηκαν με την πράξη αυτή, όμως η καθ'ης τράπεζα δεν όφειλε να δεχθεί το αίτημά της αυτό, όπως διατείνεται η ανακόπτουσα, επικαλούμενη τον 3ο όρο περ.β' της από 11-12-2002 πρόσθετης πράξης, καθώς ο όρος αυτός όριζε ότι η πιστούχος-ανακόπτουσα υποχρεούνταν να γνωστοποιεί στην καθ'ης η ανακοπή - τράπεζα, τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες νωρίτερα, την πρόθεσή της για παράταση ισχύος της διάρκειας αποπληρωμής, όμως, η σχετική ρύθμιση δεν θέσπιζε και ταυτόχρονη συμβατική υποχρέωση της καθ'ης να αποδέχεται σε κάθε περίπτωση το αίτημα παράτασης, ούτε απέκλειε το συμβατικό της δικαίωμα να κλείνει τον αλληλόχρεο λογαριασμό σε περίπτωση μη καταβολής έστω και μίας δόσης.

Αντιθέτως, ο όρος αυτός προέβλεπε ρητά υποχρέωση της ανακόπτουσας να προβαίνει στη γνωστοποίηση αυτή, η δε αποδοχή της σχετικής της πρότασης εξαρτώνταν από την αξιολόγηση κάθε φορά των οικονομικών της στοιχείων, σύμφωνα με τον 1ο όρο παρ.2 της αρχικής υπ'αριθμ. .../2002 σύμβασης πίστωσης. Τυχόν αποδοχή της αντίθετης εκδοχής και δη ότι η καθ'ης τράπεζα είχε την υποχρέωση να αποδέχεται κάθε αίτημα παράτασης της ανακόπτουσας, όπως αυτή ισχυρίζεται, θα είχε ως συνέπεια να μην καθίσταται ποτέ ληξιπρόθεσμη η απαίτηση της τράπεζας, παρά τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της ανακόπτουσας, τούτο, όμως, αντίκειται στη συναλλακτική πρακτική.

Η μη αποδοχή, άλλωστε, του αιτήματος της ανακόπτουσας περί παράτασης της διάρκειας της συμφωνηθείσας ρύθμισης δεν μπορεί να καταστήσει τη συμπεριφορά της καθ'ης η ανακοπή καταχρηστική, καθώς τα διαγραφόμενα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια?της καλής πίστης δεν επιβάλλουν την υποχρέωση του πιστωτή να αποδέχεται το προτεινόμενο από τον οφειλέτη σχέδιο ρύθμισης, χωρίς να έχει δικαίωμα αντιπρότασης η άρνησης αυτού, ακόμη και αν η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε ο οφειλέτης οφείλεται στην οικονομική κρίση, εξαιτίας της οποίας και ο κλάδος στον οποίο ανήκει η ανακόπτουσα, στην ερευνώμενη περίπτωση, διατηρώντας επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων, παρουσίασε καμπή, όπως ισχυρίζεται η ίδια, αφού σε καθεστώς ελεύθερης οικονομίας οι κρίσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ενδεχόμενες.

Εξάλλου, μόνο το ενδεχόμενο η άσκηση του δικαιώματος της καθ'ης η ανακοπή στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στην ανακόπτουσα, την οποία μάλιστα δεν προσδιορίζει αυτή επακριβέστερα, αναφέροντας μόνο γενικά περί οικονομικής της καταστροφής, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως π.χ.

όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη συμφέροντος, όμως, δεν θεωρείται ότι υπάρχει, επειδή η καθ'ης, η οποία είχε συμβατικό δικαίωμα βασιζόμενο στην από 16-5-2014 πράξη ρύθμισης, αποφάσισε να εισπράξει την ιδιαιτέρως μεγάλου ύψους απαίτησή της σε βάρος της ανακόπτουσας, για την προστασία της περιουσίας της ειδικής εκκαθάρισης, πολύ δε περισσότερο που ενώ προέβη στην πιο πάνω ρύθμιση, η ανακόπτουσα δεν τήρησε αυτήν και αφού η καθ'ης είχε κλείσει προηγουμένως το τηρούμενο στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής λογαριασμό, προέβη στην καταγγελία μετά την παύση καταβολών για χρονικό διάστημα πλέον του ενός έτους.

Πέραν αυτών, εφόσον ο ειδικός εκκαθαριστής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο 4Γ μείζονα σκέψη, έχει υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία εξασφαλιστικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και να προστατευθεί η αξία της υπό ειδική εκκαθάρισης περιουσίας, η επίδικη καταγγελία εκ μέρους της υπό ειδική εκκαθάριση καθ'ης, ως εξασφαλιστικό μέτρο της απαίτησής της από την από 16-5-2014 πράξη ρύθμισης, δεν παρίσταται και για το λόγο αυτό καταχρηστική, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας μόνον αυτή μπορεί να αποφασίζει και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί υπέρβαση και δη προφανή των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Επισημαίνεται, ακόμη, ότι η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η ανακόπτουσα δεν ήταν συνέπεια τυχόν ακραίας συμπεριφοράς της καθ'ης αλλά αποτέλεσμα των επιχειρηματικών επιλογών της ίδιας, η οποία, στα πλαίσια γενικής δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας της εποχής, επέλεξε να ενταχθεί στο επενδυτικό πρόγραμμα που την επιβάρυνε οικονομικά και στη συνέχεια να προβεί στην υπογραφή της από 16-5-2014 πράξης ρύθμισης παρά τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει από την υπαγωγή της στο πρόγραμμα αυτό, αλλά και να προβεί και σε διαγραφή απαιτήσεών κατά ποσοστό 90% που είχε κατά της ΕΑΣ Τρικάλων και στην παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτής, κατά τα ως άνω, στις εταιρίες ΒΙΟΛΑΡ ΑΕ, τον Αύγουστο του έτους 2014, ήτοι τρεις μήνες μόλις μετά τη σύναψη της από 16-5-2014 επίδικης πράξης ρύθμισης και τον Ιούνιο του έτους 2015 στην εταιρία ΜΑΜΒΟ COMMOTIE-S SA, που επίσης συνεπάγονταν οικονομική της επιβάρυνση.

Ο ισχυρισμός δε της ανακόπτουσας ότι με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής καταδικάστηκε να καταβάλει το ποσόν των 600.000 ευρώ, το οποίο, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, αφορούσε το ποσόν των 466.221,31 ευρώ του υπολοίπου της πίστωσης, που αντιστοιχούσε σε μέρος των τόκων, μετά των τόκων υπερημερίας του ποσού αυτού (balloon payment) και για το οποίο είχαν συμφωνήσει ότι δεν θα κατέβαλε, ομοίως αποκρούεται από τα συμφωνηθέντα στην από 16-5-2014 πράξη ρύθμισης και ειδικότερα από τον 2° περ.

γ' όρο αυτής, στον οποίο ναι μεν είχε οριστεί ότι το ως άνω ποσό των 466.221,31 ευρώ δεν θα καταβαλλόταν, αλλά θα εξέπιπτε από τη συνολική οφειλή στο τέλος αποπληρωμής των δόσεων της οφειλής, πλην όμως, ως προϋπόθεση της μη καταβολής του ποσού αυτού είχε οριστεί η αποπεράτωση της ρύθμισης, με την πλήρη εξόφληση των δόσεών της, ενώ για την περίπτωση της μη έγκαιρης εξόφλησης των δόσεων, είχε συμφωνηθεί ότι το ποσό αυτό θα εξέπιπτε και θα καταβαλλόταν από την ανακόπτουσα στην καθ'ης στο σύνολο του, μαζί με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των δόσεων, εντόκως από την υπογραφής της ρύθμισης (16-5-2014) μέχρι την εξόφληση, ώστε, εφόσον εν προκειμένω, η ανακόπτουσα δεν υπήρξε συνεπής στην εξόφληση των δόσεων της ρύθμισης, η καθ'ης δικαιούνταν να αξιώσει το ποσό αυτό μετά των τόκων υπερημερίας του, όπως και έπραξε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι μετά την? καταγγελία και μέχρι τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (4-3-2019) η ανακόπτουσα είχε αποπληρώσει στην καθ'ης ποσόν 420.000 ευρώ, έτσι ώστε εμφαίνεται ότι η καταγγελία και η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν οδήγησε τελικώς στην οικονομική της καταστροφή.

Οι καταβολές δε αυτές δεν καταφάσκουν την καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας, καθώς πραγματοποιήθηκαν μετά από αυτήν, ενόψει και του ότι η καταβολή προκαταβολής ήταν αναγκαία προϋπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2 περ.iii της υπ'αριθμ. ....2017 απόφασης της ΕΠΑΘ, για να εξετασθεί το αίτημα νέας ρύθμισης που υποβλήθηκε από την καθ'ης μετά τη γενόμενη καταγγελία.

Ούτε, άλλωστε, καταδεικνύει καταχρηστική συμπεριφορά της καθ'ης το επικαλούμενο από την ανακόπτουσα γεγονός ότι μετά την από 8-3- 2018 καταγγελία, δέχθηκε την παράταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου σε δέκα έτη, καθώς προέκυψε ότι αφενός μεν η καθ'ης δέχθηκε την πρόταση αυτή της ανακόπτουσας, αφού η τελευταία, μετά την παύση καταβολών για την εξυπηρέτηση του δανείου ήδη για χρονικό διάστημα ενός έτους προ της καταγγελίας, μετέβαλε τη στάση της και είχε ήδη προβεί στις ως άνω καταβολές.

Εξάλλου,την έλλειψη της επικαλούμενης από την ανακόπτουσα προθέσεως εκδικητικότητας και προθέσεως οικονομικής καταστροφής της καθ'ης, όπως αυτή διατείνεται, καταδεικνύει και το γεγονός ότι ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά το κλείσιμο του ανέρχονταν σε 3.165.287,11 ευρώ, η καθ'ης εξέδωσε διαταγή πληρωμής μόνο για το ποσόν των 600.000 ευρώ, καθώς και το γεγονός ότι μετά την επίδικη από 8-3-2018 καταγγελία και την υποβολή του υπ'αριθμ.πρωτ. 243/17-4-2018 αιτήματος της ανακόπτουσας περί ανεύρεσης λύσης για την οφειλή της, η καθ'ης συνέχισε τις διαπραγματεύσεις, με τη συνάντηση με τους εκπροσώπους της στα γραφεία της καθ'ης στις 25-4-2018 και στις 14-6-2018, αποστέλλοντάς τις από 22-6-2018, 3-9-2018 και 5-2-2019 επιστολές της, με προτάσεις για τη ρύθμιση της οφειλής της.

Έτι περαιτέρω, ένας ακόμη δικαιολογητικός λόγος της επίδικης καταγγελίας ήταν και το γεγονός, που πληροφορήθηκε η καθ'ης, για την ένταξη της ανακόπτουσας στο επενδυτικό πρόγραμμα "Α. Μ.", για το οποίο, από την από 5-3-2019 βεβαίωση της Προϊσταμένης του Λογιστηρίου της ανακόπτουσας, προκύπτει ότι κατά τα έτη 2017-2018 είχε εξοφλήσει τιμολόγια συνολικού ποσού 1.019.540,79 ευρώ, καθώς επί του προγράμματος αυτού ουδέποτε έως την ημέρα της καταγγελίας (8-3-2018) η ανακόπτουσα απέστειλε στην καθ'ης επαρκή στοιχεία, ώστε να το συναξιολογήσει με την επικαλούμενη από αυτήν δυσκολία να αποπληρώσει τη ρύθμιση εξαιτίας της ένταξής της σ' αυτό και παρά την οποία, μάλιστα, δέχθηκε στα πλαίσια της αίτησης του άρθρου 106β του ΠτΚ που υπέβαλε ο βασικός της μέτοχος Αγροτικός Συνεταιρισμός Τρικάλων "ΕΝΩΣΗ" να διαγραφούν απαιτήσεις της από αυτόν σε ποσοστό 90%.

Ειδικότερα ούτε στο επιχειρηματικό σχέδιο, αλλά ούτε και στις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις που απέστειλε η ανακόπτουσα στην καθ'ης, γινόταν αναφορά για την ένταξη αυτής στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα και για τις συγκεκριμένες οικονομικές συνέπειες που επέφερε η ένταξη αυτή στην πιστοληπτική της ικανότητα.

Ο δε ισχυρισμός της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας ότι η εκκαλούσα-καθ'ης ουδέποτε της είχε ζητήσει νέο επιχειρηματικό σχέδιο στο οποίο να συμπεριλαμβάνεται και το επενδυτικό πρόγραμμα αποκρούεται από το από 8-6-2017 ηλεκτρονικό μήνυμα που της είχε αποστείλει η τελευταία, στο οποίο ρητά ζητούσε να της υποβάλει ένα ολοκληρωμένο επιχειρηματικό σχέδιο από όπου θα προέκυπταν και οι επενδύσεις για τις οποίες γινόταν αναφορά στην από 1-6- 2017 επιστολή της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας, στην οποία αναφερόταν στο εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα.

Πέραν αυτών, ούτε η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας με την εγγραφή υποθήκης ύψους 3.270.000 ευρώ στο βιομηχανικό της κτίριο, στην οδό ..., στις Καρυές, στη θέση "Σαράγια" αναιρεί το σύννομο της καταγγελίας, καθώς αφενός μεν η εγγραφή αυτή αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της καθ'ης και όχι στην ικανοποίησή της, ούτε, άλλωστε, συνεπάγεται η εγγραφή της υποθήκης την υποχρέωσή της να επιδιώξει να ικανοποιηθεί μέσω της εμπράγματης ασφάλειας.

Ήτοι, η εμπράγματη εξασφάλιση ακριβώς το σκοπό αυτό εξυπηρετεί, καθώς αποτελεί μέσο ικανοποίησης της απαίτησης στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος πρωτογενής τρόπος ικανοποίησης, όπως με την επίδικη καταγγελία και την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Εξάλλου, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρά της, η καθ'ης εκτίμησε ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης με πλειστηριασμό βάσει της υποθήκης θα ανακτούσε περίπου 2.500.000 ευρώ, ενώ η οφειλή της ήταν κατά τον χρόνο της καταγγελίας 3.600.000 ευρώ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η καθ'ης όφειλε να δεχθεί το αίτημα παράτασης του δανείου και να μην προβεί στην καταγγελία, διότι δεν είχε δάνεια σε άλλες τράπεζες, ούτε άλλες οφειλές σε τρίτους, αναιρείται από τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της χρήσης από 1-1-2017 έως 31-12-2017, από τις οποίες προκύπτει ότι είχε δανεισμό στην Εθνική Τράπεζα ύψους 643.243,47 ευρώ, στην τράπεζα Eurobank, 12.744,36 ευρώ, στην Attica Bank ύψους 54.050,47 ευρώ και στη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας ύψους 217.411,25 ευρώ, για την εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί και προσημειώσεις υποθηκών στα ακίνητά της, αλλά είχε οφειλές και σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και συγκεκριμένα στο ΙΚΑ 1.331.436,77 ευρώ και στα λοιπά ταμεία 4.902,12 ευρώ, ενώ δεν προέκυψαν και κέρδη της προς διανομή.

Επιπροσθέτως, η οικονομική αδυναμία, ης δεν ήταν πρόσκαιρη, ούτε παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του έτους 2017, όπως διατείνεται η ανακόπτουσα, καθώς ήδη από το Μάϊο του έτους 2013, είχε αποστείλει και αυτή στην καθ'ης την από 23-5-2013 επιστολή της με την οποία επιδίωκε της συμφωνία της στα πλαίσια του άρθρου 106 β του ΠτΚ, σύμφωνα με την οποία οι οφειλές της σε τρίτους (προμηθευτές, ασφαλιστικοί οργανισμοί, τράπεζες, εργαζόμενοι κ.λ.π.) εκτός της ΑΤΕ ανέρχονταν στο συνολικό ποσόν των 5.319.216,93 ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει ότι ήδη από το έτος 2013 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Με τα παραπάνω δεδομένα, και τα γεγονότα που προεκτέθηκαν, η από 8-3-2018 καταγγελία της από 16-5-2014 πράξης ρύθμισης ουδόλως στοιχειοθετεί καταχρηστική συμπεριφορά της καθ'ης, αφού η άσκηση του συμβατικού της αυτού δικαιώματος δικαιολογούνταν από το σύνολο των συνθηκών και της συμπεριφοράς της ανακόπτουσας που είχε προηγηθεί και την επέτασσε η διαφύλαξη των συμφερόντων της (καθ' ης η ανακοπή), για την περιφρούρηση των απαιτήσεών της, στα πλαίσια και του σκοπού της ειδικής εκκαθάρισης.

Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυριζόταν ότι η εκδοθείσα σε βάρος της διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα διότι η από 8-3-2018 καταγγελία της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης στην οποία προέβη η καθ'ης ήταν καταχρηστική, κρίνεται απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως βάσιμο τον δεύτερο λόγο της ανακοπής και είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, που περιείχε την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της να καταγγείλει την από 16-5-2014 πρόσθετη πράξη ρύθμισης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία, έτσι, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εκ μέρους της καθ'ης από 8/3/2018 καταγγελία της από 6.5.2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης δεν αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ειδικότερες παραδοχές :

α) η καθ'ης, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά αιτήματα της ανακόπτουσας, ανανέωνε το δάνειο της σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τις οικονομικές της δυνατότητες και μάλιστα, μετά από σειρά διαπραγματεύσεων, προέβη και στην επίδικη από 16-5-2014 ρύθμιση, με ευνοϊκούς όρους για την ανακόπτουσα (έκπτωση τόκων, μειωμένες καταβολές τα πρώτα έτη) .......ενώ προέβη στην καταγγελία μετά από μακρόχρονη αλληλογραφία με την ανακόπτουσα αλλά και συναντήσεις με τους νομίμους εκπροσώπους της και ένα έτος μετά την παύση στις καταβολές της β) η υπογραφή της από 16-5-2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης έγινε κατόπιν μακρόχρονων διαπραγματεύσεων και εκτίμηση των οικονομικών στοιχείων της ανακόπτουσας γ) στις 9/10/2015 η ανακόπτουσα γνωστοποίησε, για πρώτη φορά στην καθ'ης ότι ήταν σκόπιμη η μείωση των ετήσιων καταβολών της ρύθμισης, διότι είχε εν τω μεταξύ ενταχθεί στο επενδυτικό πρόγραμμα με την ονομασία "Α.

Μ." το οποίο της συγκοινοποίησε, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινίσεις για την επίδραση του προγράμματος αυτού στα οικονομικά της στοιχεία δ) η ανακόπτουσα δεν είχε γνωστοποιήσει στην καθ'ης κατά την υπογραφή της από 16.5.2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης την ένταξή της στο πρόγραμμα αυτό ε) στις 20/4/2016 η ανακόπτουσα απέστειλε στην καθ'ης νέο αίτημα επιμήκυνσης της γενόμενης ρύθμισης για 10 έτη, με το οποίο έκανε και πάλι λόγο για την ένταξή της στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα και ζήτησε την παράταση της αποπληρωμής και η καθ'ης προκειμένου να αξιολογήσει τα οικονομικά της στοιχεία και δεδομένου ότι στο επιχειρηματικό σχέδιο που της είχε αποστείλει η ανακόπτουσα δεν συμπεριλάμβανε και τα οικονομικά δεδομένα του προγράμματος αυτού, της ζήτησε να συντάξει και να της προσκομίσει νέο επιχειρηματικό σχέδιο, στο οποίο θα αποτυπωνόταν και το ως άνω πρόγραμμα "Α.Γ. - Μ.", ωστόσο η ανακόπτουσα δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημά της αυτό στ) ούτε στο επιχειρηματικό σχέδιο, αλλά ούτε και στις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις που απέστειλε η ανακόπτουσα στην καθ'ης, γινόταν αναφορά για την ένταξη αυτής στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα και για τις συγκεκριμένες οικονομικές συνέπειες που επέφερε η ένταξη αυτή στην πιστοληπτική της ικανότητα, ζ) η καθ'ης εξακολουθούσε να εμμένει στο αίτημά της να της αποστείλει η ανακόπτουσα πρόσθετα οικονομικά στοιχεία για να αξιολογήσει την πρότασή της για παράταση της αποπληρωμής του δανείου η) η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η ανακόπτουσα δεν ήταν συνέπεια τυχόν ακραίας συμπεριφοράς της καθ'ης αλλά αποτέλεσμα των επιχειρηματικών επιλογών της ίδιας, η οποία, επέλεξε να ενταχθεί στο επενδυτικό πρόγραμμα που την επιβάρυνε οικονομικά και στη συνέχεια να προβεί στην υπογραφή της από 16-5-2014 πράξης ρύθμισης παρά τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει από την υπαγωγή της στο πρόγραμμα αυτό, αλλά και να προβεί και σε διαγραφή απαιτήσεών κατά ποσοστό 90% που είχε κατά της ΕΑΣ Τρικάλων και στην παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτής, μετά τη σύναψη της από 16-5-2014 επίδικης πράξης ρύθμισης, που επίσης συνεπάγονταν οικονομική της επιβάρυνση θ) η ανακόπτουσα, με την από 1-6-2017 επιστολή της προς την καθ'ης, της ζήτησε την επέκταση της αποπληρωμής του εναπομείναντος δανείου, που ήδη είχε ρυθμιστεί με την από 16-5-2014 σύμβαση ρύθμισης, για άλλα πέντε έτη με τους όρους της αρχικής σύμβασης.

Η καθ'ης της απάντησε με την από 26-9-2017 επιστολή ότι το σχετικό αίτημα παράτασης της ρύθμισης ήταν αναγκαίο να αξιολογηθεί συνολικά, μαζί με τις οφειλές του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τρικάλων (ΕΝΩΣΗ), εξαιτίας της συμμετοχής αυτού, σε ποσοστό άνω του 80% στο μετοχικό κεφάλαιο της ανακόπτουσας, ωστόσο, στην από 29-9-2017 απάντηση της ανακόπτουσας, δεν γινόταν καμία αναφορά στην επίδραση που είχαν η διαγραφή των απαιτήσεών της και η παροχή εγγυήσεων στα πλαίσια της αίτησης του άρθρου 106β ΠτΚ της Ε.Α.Σ Τρικάλων, στα οικονομικά της στοιχεία, ι) η ανακόπτουσα δεν ήταν συνεπής ως προς την καταβολή των 20 δόσεων της ρύθμισης, αλλά κατέβαλε μόνο τις 11 από αυτές και αφού είχε ήδη διακόψει από τον Φεβρουάριο του έτους 2017 κάθε καταβολή, παύοντας να εξυπηρετεί την πρόσθετη πράξη ρύθμισης, η καθ'ης προέβη, στις 8-3-2018 στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της από 14-5- 2014 πρόσθετης πράξης ρύθμισης και στην από 8-3-2018 έγγραφη καταγγελία αυτής ια) από τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της ανακόπτουσας χρήσης 2017, προκύπτει ότι είχε δανεισμό στην Εθνική Τράπεζα 643.243,47 ευρώ, στην Eurobank, 12.744,36 ευρώ, στην Attica Bank 54.050,47 ευρώ και στη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας 217.411,25 ευρώ, για την εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί και προσημειώσεις υποθηκών στα ακίνητά της, αλλά είχε οφειλές και σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και συγκεκριμένα στο ΙΚΑ 1.331.436,77 ευρώ και στα λοιπά ταμεία 4.902,12 ευρώ, ενώ δεν προέκυψαν και κέρδη της προς διανομή ιβ) η οικονομική αδυναμία της ανακόπτουσας δεν ήταν πρόσκαιρη, ούτε παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του έτους 2017, καθώς οι οφειλές της προς τρίτους, εκτός της ΑΤΕ, ανέρχονταν στο συνολικό ποσόν των 5.319.216,93 ευρώ, και ήδη από το έτος 2013 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο παραπάνω λόγος, ως προς τις αιτιάσεις ότι η απόφαση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, διότι δέχεται ότι η επίδικη καταγγελία δεν είναι καταχρηστική παρόλο που δέχεται "την οικονομική ευρωστία της ανακόπτουσας και την μη πτώση του κύκλου των εργασιών της και ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2017 η καθ'ης αίφνης διέκοψε οποιαδήποτε επικοινωνία με την ανακόπτουσα", είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον δεν υφίστανται τέτοιες παραδοχές. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις ότι η μη εξεύρεση λύσης δεν οφείλεται στην μη προσκόμιση εκ μέρους της ανακόπτουσας στοιχείων και δικαιολογητικών και ότι η ανακόπτουσα ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της από την σύμβαση πίστωσης είναι απαράδεκτος (561 παρ.1), καθόσον με τις σχετικές αιτιάσεις πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση από αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να εισαχθεί το κατατεθέν από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27/9/2022 αίτηση της Αγροτικής Εταιρικής Σύμπραξης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ -ΤΡΙΚΚΗ Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθ. 37/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ