Legislator Case Law & Legislation
1406/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise new claims and vague legal arguments.

Case Number 1406/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding land ownership. The appellant failed to substantiate new claims before the trial court, and the court rejected vague arguments regarding evidence and historical land titles. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal where the appellant introduces new substantive claims not raised in lower courts or fails to specify the exact legal error regarding evidence and statutory interpretation.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility new claims in appeal vague legal grounds evidence admissibility legal costs award land ownership dispute code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 2344/1940
Article 53 of the Consolidated Text of Administrative Legislation
Article 34, paragraph 2 of Law 2971/2001
Article 968 of the Civil Code
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Government Decree 134423/1992
562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.

Cited Case Law

AI generated
Case 293/2016
Case 700/2009
Case 225/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1406 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1406/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μαΐου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή , αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 ΑΚ).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.

Αν ο αιγιαλός μετατοπισθεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις), είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.

Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή που, προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από θαλάσσια ύδατα.

Και τούτο, διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και με τον καθορισμό της οριογραμμής από την πιο πάνω επιτροπή και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως ή υποχώρησης του αιγιαλού στη θάλασσα, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης, αλλά του τακτικού δικαστηρίου (ΑΠ 116/2018, ΑΠ 598/2016, ΑΠ 368/2015), το οποίο δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, τα οποία εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 116/2018, ΑΠ 598/2016).

Περαιτέρω, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου: ν. 93 βασ. ΒβΤ, ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διοικήσεως κτημάτων" της 10/7/1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (βλ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ΑΠ 116/2018, ΑΠ 598/2016,ΑΠ 368/2015).

Ο ισχυρισμός, δε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός (ΑΠ 116/2018 ΑΠ 598/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι το ακίνητο που έχει καταχωριστεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ .... Πρόκειται για ένα γεωτεμάχιο εμβαδού 750 τ.μ. ενώ σύμφωνα με το Εθνικό Κτηματολόγιο 703 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ...

του Δ.Δ. ... του Δήμου ... και συνορεύει δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Λ., ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Τ., νότια με δημοτικό (επαρχιακό δρόμο) ...-... και βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου που φέρει ΚΑΕΚ .... Το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με την υπ' αρ. 7081/1985 απόφαση του Νομάρχη ... (ΦΕΚ .../29-05-1985), που συνοδεύεται από το από μηνός Σεπτεμβρίου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.

Γ., που θεωρήθηκε στις 15-05-1984 από το Δ/ντη της Τ.Ν.Ν. ..., με την οποία καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού στην περιοχή της ... του Δήμου .... Ο παλαιός δε αιγιαλός έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα με αριθμό βιβλίων καταγραφής (ΑΒΚ) .... Ωστόσο, όπως προαναφέρεται στη μείζονα σκέψη και στην οικεία θέση, μόνος ο καθορισμός των ορίων του παλαιού αιγιαλού με την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη ..., σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο από το εναγόμενο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την απόφαση αυτή και τη σχετική έκθεση, δεν αρκεί για να προσδώσει την ιδιότητα του τμήματος παλαιού αιγιαλού στην επίμαχη έκταση, εάν δεν αποδεικνύεται ότι αυτό βρεχόταν κατά το παρελθόν από τα μέγιστα πλην συνήθη χειμέρια κύματα.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως κανένα από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα παλαιού αιγιαλού κατά την έννοια αυτή, ότι δηλαδή το επίδικο κατά το παρελθόν βρεχόταν από τις μέγιστες πλην συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων της θάλασσα (του Αιγαίου Πελάγους) και ότι λόγω προσχώσεων που συνέβησαν εν τω μεταξύ απώλεσε το χαρακτήρα του αυτό, έτσι ώστε, αν και παλαιός αιγιαλός, να εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, η ένσταση ιδίας κυριότητας κατά την κύρια βάση της, που πρόβαλε το εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Συνεπώς, το Δικαστήριο εκείνο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας κατά την κύρια βάση της κατά παραδοχή των ιδίων πραγματικών περιστατικών, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος της υπ' αρ. 152/2014 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η έφεση στο σύνολο της, και να καταδικαστεί το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 στο ποσό που ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο αγόρασε άτυπα το έτος 1966 ο ενάγων από το Σ. Τ. του Γ.. Από το έτος αυτό κι εφεξής άρχισε να εξουσιάζει το ακίνητο με τη θέληση να είναι κύριος, ασκώντας επ' αυτού υλικές διακατοχικές πράξεις κατά τη φύση και τον προορισμό του. Ειδικότερα ασκούσε την επίβλεψη αυτού, τη καλλιέργεια των εντός αυτού ευρισκομένων 35 ελαιόδεντρων και τη συλλογή του ελαιοκάρπου.

Στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Σ. Τ. του Γ. το ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Γ. Τ. το έτος 1946. Έκτοτε δε και μέχρι το έτος 1966, που το παρέδωσε στον ενάγοντα, το ενέμετο αυτός και ειδικότερα από το 1946 έως το 1950 περίπου καλλιεργούσε σ' αυτό το χειμώνα κουκιά, βύκο, πατάτες κλπ και το καλοκαίρι κηπευτικά, το 1950 δε εφύτευσε σ' αυτό 35 ελαιόδεντρα, τα οποία καλλιεργούσε και συνέλεγε τον καρπό τους μέχρι το έτος 1966.

Στο Γ. Τ. το ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του κατά το έτος 1900, στον τελευταίο δε από τον πατέρα του κατά το έτος 1870. Τόσο ο Γ. Τ. από το έτος 1900 έως το 1946, όσο και ο προκάτοχος πατέρας του από το 1870 έως το 1900 κατείχαν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και ασκούσαν επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες υλικές πράξεις και ειδικότερα το χειμώνα το καλλιεργούσαν με κουκιά, βύκο, πατάτες κλπ και το καλοκαίρι με κηπευτικά (ντομάτες, κολοκύθια, βλήτα, αγγούρια κλπ).

Ο μάρτυρας του εναγομένου Α. Π., υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας του Λιμενικού Ταμείου ..., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας και κατά τη συζήτηση - ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., της ανακοπής του ενάγοντος και του τέκνου του Α. Τ. κατά του υπ' αρ. 4/2011 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας ...- η οποία ανακοπή όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 518/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου απορρίφθηκε για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, χωρίς έρευνα κατ' ουσίαν - ουδέν καταθέτει περί της φύσης του επιδίκου ως δασικής έκτασης και δη χορτολιβαδικής.

Από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 προκύπτει ότι η επίδικη έκταση καλυπτόταν τότε από χορτολιβαδική βλάστηση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της ήταν βραχώδες και άγονο, η δε ευρύτερη περιοχή αποτελείτο από δασικές εκτάσεις ιδίας μορφής. Η έκταση αυτή προκύπτει από ζεύγος αεροφωτογραφιών της περιοχής του έτους 1998 ότι κατά το χρόνο της κτηματογράφησης εμφάνιζε αλλαγή της μορφής χρήσης σε γεωργική με δενδρώδεις καλλιέργειες, κυρίως ελιές.

Από απόσπασμα δε ορθοφωτοχάρτη του έτους 1945, στον οποίο αποτυπώνεται η εν λόγω έκταση, εμφαίνεται ότι εντός αυτής δεν υπάρχει κάποιο ίχνος καλλιέργειας κατά το χρόνο εκείνο. Από τα στοιχεία αυτά και ιδίως από τις αεροφωτογραφίες και τον ορθοφωτοχάρτη του 1945 δεν αποδεικνύεται ότι ουδέποτε η επίδικη έκταση καλλιεργήθηκε πριν το 1945, δεδομένου ότι από το 1870 μέχρι το 1945 μεσολαβεί διάστημα 75 ετών, τα δε ελαιόδενδρα που εμφαίνονται στις αεροφωτογραφίες του 1998 φυτεύτηκαν το 1950, ενώ πριν το έτος αυτό καλλιεργούνταν άλλα είδη, όπως αναφέρεται ανωτέρω.

Όπως όμως, έχει εκτεθεί στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως δασικής έκτασης και από πότε ή μη και ανεξάρτητα από το αν αυτό αποτελούσε ή όχι ακίνητο που ανήκε στην περιουσία του Κράτους, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την απόκτηση του από ιδιώτη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23-07-1904) μέχρι 11-9-1915, που ήταν δυνατή στην Κρήτη η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και επί δασών και δασικών εκτάσεων γενικά.

Πιο συγκεκριμένα ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, παππούς του άμεσου δικαιοπαρόχου του Σταύρου Τ. του Γ., νεμόταν το ακίνητο από το έτος 1870 συνεχώς μέχρι και το 1900, από το έτος δε αυτό μέχρι και το έτος 1946 το νεμόταν ο Γ. Τ., δικαιοπάροχος του ως άνω Σ. Τ.. Στο πρόσωπο δε του Γ. Τ. συνέτρεξαν κατά το χρονικό διάστημα από 23-07-1904 έως και 11- 09-1915 οι προϋποθέσεις κτήσης της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι το επίδικο σε κάθε περίπτωση δεν ανήκει στην κατηγορία των "αναπαλλοτρίωτων" δημοσίων κτημάτων του άρθρου 199 του ΚρητΑΚ, διότι κατά τη συμπλήρωση πενταετίας από την έναρξη ισχύος του ΚρητΑΚ, ήτοι στις 23-07-1909, συνυπολογιζομένου και του 15ετους τουλάχιστον διαδραμόντος χρόνου νομής του πατέρα του (1870-1900), συμπληρώθηκε 20ετής νομή, με την οποία απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με έκταση χρησικτησία.

Επομένως το επίδικο ακίνητο, ακόμη και αν ανήκε στην περιουσία του Κράτους, περιήλθε με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 23-07-1904 έως 11-09-1915 με συνυπολογισμό και της νομής του προκτήτορος, στην κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και ο Σ.

Τ. του Γ., που νεμόταν το ακίνητο από το 1946 έως το 1966. Έτσι ο ενάγων, ο οποίος με τη σειρά του νέμεται το ακίνητο από το 1966 κι εφεξής, κατέστη κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο, συντρεχουσών στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου κατά την πρώτη επικουρική της βάση, ότι δηλαδή το επίδικο του ανήκει κατά κυριότητα ως δασική (χορτολιβαδική) έκταση, την οποία επαναφέρει με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητο ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, και για το λόγο ότι, με δεδομένο ότι στην Κρήτη δεν ισχύει το τεκμήριο του άρθρου 62 παρ. 1 εδ, Α' του ν. 998/1979, ακόμα και αν το επίδικο έχει δασικό χαρακτήρα, δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει με ποιόν από τους προβλεπόμενους από τον ΚρητΑΚ κατά τη διάρκεια της ισχύος του ή από τον Αστικό Κώδικα μετά την 23-02-1946 ή από τυχόν άλλους ειδικούς νόμους τρόπους έγινε κύριο αυτού.

Απορριπτέα κατ' ουσίαν είναι και η δεύτερη επικουρική βάση την ένστασης του εναγομένου, ότι δηλαδή έχει γίνει κύριο του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενο αυτό πέραν της 20ετίας, με την ελεύθερη χρησιμοποίησή του από πλήθος λουομένων και μη πολιτών, με την παραχώρηση του στην κοινή χρήση ή και με την εκμίσθωσή του σε ιδιώτες, την οποία είχε προτείνει και πρωτοδίκως, αλλά δεν ερευνήθηκε, επαναφέρει δε παραδεκτά με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητο, διότι με κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του αυτό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου κατά την πρώτη επικουρική της βάση και απέρριψε την αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις, σύμφωνα με το μοναδικό σχετικό λόγο της υπ αριθ.

εκθ. καταθ. 96/2014 έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολο της. Ακολούθως δε, πρέπει να εξαφανιστεί η απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή η αγωγή κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτόμενης κατ' ουσίαν της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου και κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του επίδικου ακινήτου του αναιρεσίβλητου με το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης ανακριβούς εγγραφής στα ΚΑΕΚ, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, και αφού προηγουμένως :

α) δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά παραδοχή της πρώτης επικουρικής ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος περί του χαρακτήρα του επίδικου ως δασικής (χορτολιβαδικής) έκτασης και στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και β) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη συνεκδικασθείσα έφεση του αναιρεσείοντος (αν και νικήσαντος διαδίκου), κατά της ίδιας απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή για τον άνω λόγο, απορρίπτοντας όμως την κύρια ένσταση του αναιρεσείοντος περί του χαρακτήρα του επίδικου ως "παλαιού αιγιαλού".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού τμήματος γης "ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού", που αφορά ο πιο κάτω αναιρετικός λόγος και, ειδικότερα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι η ιδιότητα του αιγιαλού ή παλαιού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της πολιτείας και με τον καθορισμό της οριογραμμής από την πιο πάνω επιτροπή και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης, αλλά του τακτικού δικαστηρίου, που δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής και;

στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το να κρίνει "ότι μόνος ο καθορισμός των ορίων του παλαιού αιγιαλού με την προαναφερόμενη 7081/1985 απόφαση του Νομάρχη ... σε συνδυασμό με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την απόφαση και την έκθεση, δεν αρκεί να προσδώσει την ιδιότητα του παλαιού αιγιαλού στην επίδικη έκταση, εάν δεν αποδεικνύεται ότι αυτό βρεχόταν κατά το παρελθόν από τα μέγιστα πλην συνήθη χειμέρια κύματα", απορρίπτοντας έτσι ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την εν λόγω ένσταση, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε την ιδιότητα του παλαιού αιγιαλού, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αν 2344/1940 και του ΑΚ.

Επομένως, ο υπό στοιχείο Α1 λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επίσης, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του προαναφερόμενου αν 2344/1940, περί απόσβεσης του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσίβλητου λόγω μη εμπρόθεσμης αναγγελίας του ίδιου ή των δικαιοπαρόχων του στον Υπουργό των Οικονομικών, ήτοι εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της πράξης καθορισμού (απόφασης του Νομάρχη), τις οποίες ορθά δεν εφήρμοσε, καθόσον οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές και δη ως αντικείμενες στην προστατευτική της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος (ΑΠ 598/2016, ΑΠ 301/2013). Επομένως, ο υπό στοιχείο Α2 λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται'α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).

Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Έτσι, η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Με τον υπό στοιχείο Β1 λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της νομικής αοριστίας της αγωγής, συνιστάμενη στο ότι η αγωγή με βάση κτήσης της κυριότητας του αναιρεσίβλητου την έκτακτη χρησικτησία ήταν αόριστη (άρθρο 216 ΚΠολΔ), διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτήν συγκεκριμένες πράξεις νομής .

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ουδόλως προκύπτει ότι το αναιρεσείον προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως εναγόμενο, ούτε ότι τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις, ως εφεσίβλητο, ούτε σε κάθε περίπτωση με την αυτοτελή έφεσή του, μολονότι στο αναιρετήριο επικαλείται νομότυπη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώ εξάλλου ο ισχυρισμός αυτός δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.. 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, και υπό στοιχείο Β2 λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην αναφερόμενη από 29-8-2012 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου της Δ/νσης Δασών ... Δ. Σ., ως δημόσιο έγγραφο , σχετικά με το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής (χορτολιβαδικής), και την απόδειξη της σχετικής ένστασης του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, λόγω μη προσκομιδής της έκθεσης αυτής (σχ.ΑΠ 293/2016). Σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση αυτής στο δικαστήριο της ουσίας και ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε σε αυτήν το δικαστήριο (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 225/2009).

Επίσης και ο υπό στοιχείο Β3 λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι "το αναιρεσείον δεν έγινε κύριο ακόμη και αν το επίδικο έχει δασικό χαρακτήρα, διότι δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει με ποιον από τους προβλεπόμενους από τον ΚρητΑΚ κατά τη διάρκεια της ισχύος του ή από τον ΑΚ μετά την 23-2-1946 ή τυχόν άλλους ειδικούς νόμους έγινε κύριο αυτού" παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 3 του ν. της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) του Οθωμανικού Κράτους περί γαιών και του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, με βάση τις οποίες το αναιρεσείον έγινε κύριο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, λόγω του ότι ή έκταση ήταν δημόσια δασική, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής του στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). - Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-3-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 5/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ