1406/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1406/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, σχετικά με την ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, με το άρθρο 42 § 4 ν. 2912/2001 ορίσθηκε, ότι "Η προβλεπομένη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30-9-2001".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1406 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1406/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Δ. του Ι. και 3) Β. Δ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ...ς. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2829/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 4-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2829/2012 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), δηλ. η ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ" και οι μέτοχοί της, με την από 19-5-2008 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυναν κατά της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους από πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό ανερχόταν την 4-8-2004 στο ποσό των 59.201,75 ευρώ και να υποχρεωθεί αυτή να υπαγάγει την εν λόγω οφειλή στη ρύθμιση του Ν. 3259/2004. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 307/2010 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την 1η και τον 3ο των αναιρεσειόντων, ενώ τη δέχτηκε ως προς τον 2ο αυτών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, κατ' αποδοχή της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες διάδικοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
ΙΙ. Με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 §§ 1 και 3 ν. 2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 εδ. α' και 8 εδ. τελευταίο τα εξής: "(§ 1). Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". (§ 2 εδ. α'): "Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος". (§ 8 εδ.
τελευταίο): "Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.
Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν αναζητούνται. Υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με διάταξη νόμου δεν θίγονται".
Ακολούθως, σχετικά με την ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, με το άρθρο 42 § 4 ν. 2912/2001 ορίσθηκε, ότι "Η προβλεπομένη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30-9-2001".
Ακολούθησε ο ν. 3259/2004, ο οποίος στις παραγράφους 1, 2, 3, 5, 6 και 12 του άρθρου 39 ορίζει τα εξής: "§1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.
§2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύφος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. §3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης.... §5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου... §6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. ...
§12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι, οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004, είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει δε της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, ανακύπτει το ζήτημα αν ως αγρότες θεωρούνται και τα νομικά πρόσωπα, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, όπως και τα φυσικά πρόσωπα, ήτοι τόσο οι προσωπικές, όσο και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί κλπ.
και επομένως αν καταλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα αγρότες, η ως άνω προνομιακή ρύθμιση.
ΙII. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την § 8 του άρθρου 13 του Ν. 2601/1998, "Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία. Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια του εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας".
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 3374/23-10-1998 (ΦΕΚ Β'1108/23-10-1998) κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας, "για την εφαρμογή του Ν. 2520/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2601/1998" ορίστηκε ότι, ως αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα, υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση.
Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης (αγροτικές δραστηριότητες) εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, περιλαμβάνονται και οι εξής δραστηριότητες: αα) η διοίκηση, μεταφορά, τυποποίηση, συσκευασία, μεταποίηση, αποθήκευση μέχρι του σταδίου της χονδρικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η εκμετάλλευση, ββ) οι αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές, δασικές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας και διατήρησης του φυσικού χώρου, γγ) η λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης.
Ακολούθως, ως κλάδοι του αγροτικού τομέα, σύμφωνα με την ως άνω κοινή Υπουργική Απόφαση, νοούνται: αα) η γεωργία και ως γεωργία νοείται: η φυτική παραγωγή, η ζωϊκή παραγωγή, η οποία περιλαμβάνει την κτηνοτροφία κλπ, η υδατοκαλλιέργεια σε δεξαμενές ξηράς, εφόσον ασκείται από αγρότες στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) η δασοπονία, γγ) η αλιεία κλπ.
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες γίνεται ο προσδιορισμός, μέσω των ανωτέρω αγροτικών δραστηριοτήτων, είτε σε προσωπικό, είτε σε συμμετοχικό επίπεδο, των αγροτών, οι οποίοι, με την ιδιότητα αυτή, υπήχθησαν στις ευνοϊκές, ρυθμίσεις του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004 συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα θεωρούνται αγρότες μόνον εάν:
α) από την ιδρυτική (συστατική) τους πράξη, μετά την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 61 επ., 741 επ. Α.Κ., των αντίστοιχων του Εμπορικού Νόμου και (μετά την κατάργηση των τελευταίων) του ν. 3419/2005 και των νόμων 2190/1920, 3190/1955 και 2169/1993, προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητά τους είναι η άσκηση της γεωργίας, με τις ειδικότερες εκφάνσεις της αγροτικής δραστηριότητας που προαναφέρθηκαν, β) είναι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης, από την άσκηση της οποίας αντλούν τα εισοδήματά τους, και γ) η πλειοψηφία του μετοχικού (εταιρικού) κεφαλαίου, ανήκει σε γεωργούς κατά κύρια απασχόληση (ΟλΑΠ 4/2014).
Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτό ότι και τα νομικά πρόσωπα, των οποίων το ήμισυ (50%) του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει σε γεωργούς κατά κύρια απασχόληση και συγκεντρώνουν τις λοιπές προϋποθέσεις, θεωρούνται αγρότες. Διότι στις περιπτώσεις όπου οι μέτοχοι ή εταίροι μιας προσωπικής ή κεφαλαιουχικής εταιρείας είναι μόνο δύο, κατ' ίσο ποσοστό ο καθένας, δεν είναι νοητό να υπάρξει πλειοψηφία μετοχικού κεφαλαίου ή εταιρικών μεριδίων.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, εφόσον και τα νομικά πρόσωπα-αγρότες, είτε πρόκειται για προσωπικές, είτε κεφαλαιουχικές εταιρείες ή αγροτικούς συνεταιρισμούς κλπ, συγκεντρώνουν τις προρρηθείσες προϋποθέσεις, κατά το χρόνο καταρτίσεως των δανειακών συμβάσεων κλπ με τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να θεωρούνται "κατά κύριο επάγγελμα αγρότες", για τον επανακαθορισμό της οφειλής τους από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 § 5 του Ν. 3259/2004 και συγκεκριμένα, η βάση του υπολογισμού της οφειλής τους από τις δανειακές τους συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους τους, για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της πρώτης ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρίας και της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) συνήφθη η με αριθμ. 30/15-2-1990 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό ποσού 8.000.000 δρχ.
ή 23.477,62 ευρώ, και αρχικό επιτόκιο 17,25% διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών. Την ανωτέρω σύμβαση υπέγραψαν ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) ως εγγυητές, αλλά εμφανίζονται να έχουν υπογράψει τη σύμβαση και ως συνοφειλέτες. Πλην όμως, δεν είναι δανειολήπτες, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, αλλά απλώς εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες, τούτου έχοντος προδήλως την έννοια της παραίτησής τους από την ένσταση της δίζησης, που προβλέπεται στο άρθρο 857 περ. 1 ΑΚ.
Στο υπ' αριθμ. …31-5-1988 καταστατικό ανώνυμης εταιρίας του συμβολαιογράφου Αταλάντης Κ. Γ., η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο Τ.Α.Ε & Ε.Π.Ε αναφέρεται ότι σκοπός της εταιρίας (πρώτης ενάγουσας) είναι η καλλιέργεια και παραγωγή διαφόρων κηπευτικών, λαχανικών, φρούτων, η επεξεργασία, κατεργασία και εμπορία αυτών κ.α., ανθοκομικών και γενικά γεωργικών προϊόντων εκ του θερμοκηπίου της και των αγροκτημάτων, η εισαγωγή και εξαγωγή ανθοκομικών και γενικά γεωργικών προϊόντων, διάθεση ανθοκομικών προϊόντων από θερμοκήπια κ.α., διατηρώντας για την δραστηριότητα της αυτή και αγροτική εκμετάλλευση.
Συνεπώς, η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία πληροί τις δύο προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, όχι όμως και την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι η πλειοψηφία του μετοχικού της κεφαλαίου να ανήκει σε κατά κύρια απασχόληση γεωργούς. Και αυτό διότι ο τρίτος των εναγόντων, ο οποίος συμβλήθηκε στην ως άνω σύμβαση ως εγγυητής και κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, έχει την ιδιότητα του ηλεκτρολόγου (βλ. το καταστατικό της πρώτης ενάγουσας) ενώ δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι, πέραν αυτής της ιδιότητας, έχει την ιδιότητα του κατά κύρια απασχόληση γεωργού...
Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τόσο η πρώτη των εναγόντων δεν πληροί τα κριτήρια που τάσσει ο νόμος για να χαρακτηριστεί ως αγρότης με συνέπεια να μην συντρέχει η προϋπόθεση που τάσσει το άρθρο 39 § 5 του Ν. 3259/2004, όπως βασίμως ως προς αυτήν ισχυρίζεται η εναγόμενη. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγομένη προς εξόφληση της ανωτέρω δανειακής σύμβασης το συνολικό ποσό τών 9.303.003 δρχ.
ή 27.301,15 ευρώ.... Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3259/2004, οι ενάγοντες επιδίωξαν να κάνουν χρήση των ευεργετικών διατάξεων για τους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων δανείων προς πιστωτικούς οργανισμούς και ζήτησαν από την εναγόμενη, με την από 13-10-2004 σχετική αίτηση τους, τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής της πρώτης, από την άνω σύμβαση.
Η εναγομένη απάντησε στο αίτημα των εναγόντων με το με αριθμ. πρωτ. …7/6-12-2004 έγγραφο της, στο οποίο αναφέρεται ότι οι οφειλές τους δεν επηρεάζονται από το άρθρο 39 του Ν.3259/2004, κάλεσε δε τους ενάγοντες να μεταβούν στο κατάστημα της για να εξοφλήσουν την οφειλή τους. Στη συνέχεια η εναγομένη με την από 10- 1-2005 εξώδικη διαμαρτυρία της αρνήθηκε την υπαγωγή της οφειλής τους στον ανωτέρω νόμο, ισχυριζόμενη αφενός ότι κατά την έναρξη ισχύος του η οφειλή τους δεν είχε καταστεί στο σύνολο της ληξιπρόθεσμη, αφού υφίστατο ακόμη μία άληκτη δόση και αφετέρου ότι στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 39 § 5 του ως άνω νόμου υπάγονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, ενώ ενημέρωσε αυτούς ότι η οφειλή τους, υπάγεται στο άρθρο 39 § 1 του ίδιου νόμου, διαμορφούμενη συνεπώς, στο ποσό των 35.634.220 δρχ.
ή 104.575,85 ευρώ, υπολογιζόμενη με συντελεστή 3 αντί 2, που αφορά τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Η άρνηση της εναγόμενης να επαναπροσδιορίσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εναγόντων, υπολογίζοντας τους οφειλόμενους τόκους με βάση το συντελεστή 2, είναι νόμιμη, όχι όμως με τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιολογίες της, αλλά διότι η δανειολήπτρια πρώτη ενάγουσα δεν είναι αγρότης με την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού η πλειοψηφία του μετοχικού της κεφαλαίου δεν ανήκει στον δεύτερο ενάγοντα που είναι μέτοχος αυτής και κατά κύριο επάγγελμα αγρότης".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, που επεδίωκαν την εξαφάνιση της υπ' αρ. 307/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως προς την πρώτη και τον τρίτο τούτων την αγωγή, κρίνοντας ότι αυτοί δεν υπαγόταν στις διατάξεις του άρθρου 39 § 5 του ν. 3259/2004, παράλληλα δε δέχθηκε την αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτό ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων υπαγόταν στις ευεργετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, και εν συνεχεία, κρίνοντας ότι ο ενάγων αυτός δεν ήταν δανειολήπτης, απέρριψε την αγωγή και ως προς αυτόν ως ουσία αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 39 § 5 του ν.3259/2004, εφόσον έκρινε ότι η οφειλή της πρώτης των αναιρεσειόντων ανώνυμης εταιρείας δεν υπαγόταν στην ευεργετική αυτή διάταξη γιατί δεν πληρούνταν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, αφού ο σκοπός του δανείου ήταν αγροτικός και ως νομικό πρόσωπο η αναιρεσείουσα έφερε την ιδιότητα του αγρότη, δεδομένου ότι πληρούσε όλα τα προαναφερθέντα κριτήρια, μεταξύ δε αυτών και το ότι το ήμισυ (50%) του μετοχικού κεφαλαίου ανήκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα, γεωργό κατά κύρια απασχόληση, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός (άνευ αριθμήσεως) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η πρώτη και ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες, ως έχοντες την ιδιότητα του αγρότη, προβάλλουν την αιτίαση αυτή από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. V. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να επιτραπεί αναίρεση, επειδή η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της. Επομένως δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στο άρθρο 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1124/2008, 502/2007). Κατ' ακολουθίαν ο (επόμενος) λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση γιατί περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1819/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ιδιότητα του τρίτου των αναιρεσειόντων ως ηλεκτρολόγου, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από το μνημονευόμενο στην απόφασή του αποδεικτικό μέσο (δηλ. το συμβολαιογραφικό καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας).
Συνεπώς, ο (επόμενος) από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
VII. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου δεν υπάρχει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου ή συνεκτιμά το περιεχόμενό του με άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), δηλ. όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό και με άλλα αποδεικτικά μέσα, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται (ΑΠ 1193/2008).
Με τον τελευταίο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 30/15-2-1990 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, διότι θεώρησε εσφαλμένα ότι οι δεύτερος και τρίτος από αυτούς την υπέγραψαν ως εγγυητές, ενώ στην πραγματικότητα την υπέγραψαν ως συνοφειλέτες.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του ως άνω εγγράφου, στην οποία προβαίνει για τις ανάγκες του λόγου αυτού ο Άρειος Πάγος, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων υπέγραψαν τη σύμβαση αυτή "ατομικώς και ως συνοφειλέτες" με την πρώτη αναιρεσείουσα, και όχι ως δανειολήπτες, πράγμα που έχει την έννοια της εγγυήσεως (ΑΚ 847 επ.), ανεξάρτητα από το ότι η § 3 που αναφέρεται σε εγγυητές είναι διαγραμμένη, αφού άλλωστε διευκρινιστικά αναφέρεται στο άρθρο 18 της συμβάσεως ότι αυτοί παραιτούνται από την ένσταση της διζήσεως κλπ.
Επομένως το Εφετείο δεν προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου αλλ' ορθά εκτίμησε αυτό και ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα των νικώντων αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2829/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάζει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ