1406/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7198/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5720/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1406/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, και αν αυτή, μετ’ αυτεπάγγελτο προς τούτο έρευνα, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ασκήθηκε εκπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 75 Κ.Πολ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1406 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1406/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Καλλιούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Κ. του Ξ., 3) Σ. Χ., 4) Γ. Μ., 5) Ν. Μ., 6) Γ. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυριακού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7198/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5720/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13/9/2010 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 777/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 14/1/2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 10/11/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ υπ’ αριθ. 5720/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή συνεκδίκασε την από 23-10-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 12-9-2008 έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ’ αριθ. 7198/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 10-6-2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί καταβολής σ’ αυτόν, πέραν άλλων που δεν ενδιαφέρουν, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων σε βάρος του και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, που προκλήθηκε από τηλεοπτικές εκπομπές, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των τρίτου, έκτου και έβδομου των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και της πέμπτης αυτών, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και είχε γίνει δεκτή κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των πρώτης, δεύτερου και τέταρτου αυτών και ήδη αναιρεσίβλητων και είχαν υποχρεωθεί αυτοί να του καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 300.000 ευρώ.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την από 12-9-2008 έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής, καθώς και την από 23-10-2008 έφεση, αυτή όμως μόνον ως προς τους έκτο και έβδομο των εφεσιβλήτων και ήδη πέμπτο και έκτο των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τέταρτο, έκτο και έβδομο των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά το άνω κεφάλαιό της περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και αφού απέρριψε την αγωγή κατ’ αυτό ως προς το δεύτερο, την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 Δ’ και 147 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις διαφορές που δικάζονται από το αρμόδιο καθύλην δικαστήριο με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 του ίδιου Κώδικα, όπως είναι και οι πάσης φύσης διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε δια του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ως και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δέκα πέντε ημέρες από την επίδοση της απόφασης, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει αναίρεση διαμένει στην Ελλάδα, αναστέλλεται δε η προθεσμία αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, και αν αυτή, μετ’ αυτεπάγγελτο προς τούτο έρευνα, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ασκήθηκε εκπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 75 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν περισσότεροι ευθύνονται εις ολόκληρο συνεπεία αδικοπραξίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικονομική θέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη.
Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η επίδοση της απόφασης από κάποιο ή προς κάποιο από τους ομοδίκους κινεί την προθεσμία της αναίρεσης μόνο κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν κοινοποίησαν ή προς τους οποίους δεν κοινοποιήθηκε η ίδια απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...β/26-7-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Σ., αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 5720/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για αγωγή περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε στον αναιρεσείοντα από τηλεοπτικές εκπομπές, επιδόθηκε με την επιμέλεια των πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσίβλητων νομίμως σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα), που κατοικούσε στην Ελλάδα, στις 26-7-2010 και η κατά το άρθρο 681 παρ. 5 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση αίτησης αναίρεσης, που άρχισε την 27-7-2010, λαμβανομένης υπόψη και της αναστολής της άνω προθεσμίας, κατ’ άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2010 έως 31-8-2010, έληξε στις 10-9-2010.
Όπως δε προκύπτει από την επί του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οικεία έκθεση του αρμοδίου γραμματέα του ως άνω Εφετείου, η κατάθεση της εν λόγω αίτησης έγινε στις 15-09-2010, ημέρα Τρίτη, ήτοι η άσκηση αυτής έλαβε χώρα μετά την πάροδο της προαναφερόμενης νομίμου προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών.
Επομένως, εφ’ όσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπροθέσμως και έτσι ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, την οποία (προϋπόθεση) οφείλει, κατά τα προεκτιθέμενα, να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση ως απαράδεκτη, καθόσον απευθύνεται κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσίβλητων, εν όψει και της σχετικής ένστασης αυτών, η οποία προτείνεται παραδεκτώς με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προτάσεις τους.
Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πέμπτου και έκτου των αναιρεσίβλητων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της, που αφορούν στους αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητους.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλΑ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλΑ. (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας ( Ολ ΑΠ 9/2015).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως τροποποιήθηκε με το 4 παρ. 10 εδ. β’ του ν. 2328/1995, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για δυσφημιστικές και εξυβριστικές πράξεις που τελέστηκαν από τηλεοπτικούς σταθμούς καθορίζεται σε εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές προκειμένου για σταθμούς εθνικής εμβέλειας και σε τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) δραχμές προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό.
Ο καθορισμός με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες, λόγω της δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους, εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου και αποτελεί άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσίας του νομοθέτη.
Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση με την ως άνω διάταξη μόνο του στοιχείου της εθνικής εμβέλειας του τηλεοπτικού σταθμού για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 100.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι υπό την άνω έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι στις περιπτώσεις ελαφρών εξ επόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.
Συνεπώς, το δικαστήριο μπορεί, επειδή η εν λόγω διάταξη είναι αντισυνταγματική, να μην την εφαρμόσει για το ελάχιστο όριο και να επιδικάσει το εύλογο, κατά την κρίση του, μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης (Ολ ΑΠ 6/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η 1η εναγομένη ανώνυμη εταιρία είναι ιδιοκτήτρια του πανελλήνιας εμβέλειας ιδιωτικού σταθμού "...", o 2ος εναγόμενος τυγχάνει Πρόεδρος του Δ.
Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και ο 3ος εναγόμενος Αντιπρόεδρος του Δ. Σ. (βλ. προσκομιζόμενα, ΦΕΚ τευχ. ΑΕ και ΕΠΕ με αρ…. /9-2-2005 και καταστατικό συστάσεως της εναγομένης). Στις 4-3-2005, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του άνω σταθμού, του οποίου τη διεύθυνση ειδήσεων είχε ο 4ος και την παρουσίαση-συντονισμό η 5η εναγόμενη, η τελευταία κατά την παρουσίαση θεμάτων αστυνομικού ενδιαφέροντος, αναφέρθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος, λέγοντας γι’ αυτόν τα ακόλουθα: "Νέοι τριγμοί στην εκκλησία από τη δράση του γνωστού κυκλώματος με επικεφαλής τον προφυλακισμένο αρχιμανδρίτη Γ..
Στη ... συνελήφθη ένας θεολόγος, o οποίος φέρεται να είναι στενός συνεργάτης του Γ. και προσπάθησε να πουλήσει κλεμμένα λείψανα αγίων και εικόνες. Ο αρχαιοκάπηλος θεολόγος εργαζόταν μέχρι και πριν 4 ημέρες στο βιβλιοπωλείο της ...". Μετά την είδηση αυτή, ακολούθησε ρεπορτάζ του 7ου εναγομένου (και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου ως προς τον οποίο κρίθηκε παραδεκτή και εξετάζεται η αναίρεση), που είναι δημοσιογράφος και αστυνομικός ρεπόρτερ του σταθμού, ο οποίος ανέφερε για τον ενάγοντα τα κάτωθι: "Ιερόσυλοι δύο παπάδες και ένας θεολόγος, το τρίγωνο της αμαρτίας, Θεολόγος φίλος των Κ.-Γ..
Υπάλληλος με δίμηνη σύμβαση του βιβλιοπωλείου της Αποστολικής Διακονίας, συνελήφθη για αρχαιοκαπηλία και η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι του στη .... Στη ... η αστυνομία βρήκε στην κατοχή του θεολόγου Ν. Κ. (ενάγοντος) λειψανοθήκες και λείψανα του Α. Ι. Χ., νομίσματα βυζαντινών χρόνων, έξι βιβλία εκκλησιαστικού περιεχομένου του 16ου αιώνα, μεταλλική λειψανοθήκη και λείψανα του Α.
Φ. και του Α. Σ.....είχε το ήσυχο παιδί σχέσεις με τους Κ. και Γ., όπως πιστεύει η αστυνομία και αν ναι, θα μπορούσαν να είχαν στήσει επιχείρηση με βυζαντινές εικόνες και λείψανα αγίων;". Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης των ανωτέρω υπήρχε υπότιτλος στην οθόνη, όπου αναγραφόταν η φράση "ΗΤΑΝ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ Γ.- ΙΕΡΟΣΥΛΟΣ ΠΩΛΟΥΣΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΨΑΝΑ".
Την επόμενη ημέρα (Σάββατο 5 Μαρτίου 2005), κατά τη διάρκεια της πρωινής ενημερωτικής εκπομπής "...", την οποία συντόνιζε και παρουσίαζε ο 6ος εναγόμενος (και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος ως προς τον οποίο κρίθηκε παραδεκτή και εξετάζεται η αναίρεση), δημοσιογράφος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πρόσωπο του ενάγοντος: 6ος εναγόμενος: "το κερασάκι στην τούρτα! Ένας συμβασιούχος δύο μηνών στο βιβλιοπωλείο της αρχιεπισκοπής ουσιαστικά γνωστός του Γ.
και άλλων έγκλειστων και άλλων φερομένων ως μέλος του κυκλώματος". Φ. Μ. (μη διάδικος): "και του Κ. οι τρεις ήταν φίλοι στενοί", 6ος εναγόμενος "και του Κ., συνελήφθη για αρχαιοκαπηλία διότι είχε εικονίσματα που προέρχονται από τα ... και να σας πω και κάτι είχε και λείψανο του Α. Γ. του Χ., αυτός ο Ά. Γ. Χ. o δύσμοιρος, τα λείψανά του, τα άγια λείψανά του, σε πόσα κομμάτια έχουν μοιρασθεί;", 6ος εναγόμενος: "είπε στην αστυνομία θα δείτε, ψάξτε, μπήκε η αστυνομία στο σπίτι, έψαξε και βρήκε και τι δεν βρήκε".
Στη συνέχεια προβλήθηκε το ρεπορτάζ του 7ου εναγομένου, που είχε προβληθεί και στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της προηγούμενης ημέρας. Επίσης καθόλη τη διάρκεια της παρουσίασης του άνω θέματος, υπήρχε στην οθόνη της τηλεόρασης o υπότιτλος "ΗΤΑΝ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ Γ. ΙΕΡΟΣΥΛΟΣ ΠΩΛΟΥΣΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΨΑΝΑ". Όλες οι παραπάνω ειδήσεις και σχόλια, καθώς και το αστυνομικό ρεπορτάζ του 7ου εναγομένου, είχαν ως κύρια πηγή πληροφόρησης το από 3-3-2005 Δελτίο Τύπου της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής ..., το οποίο είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Από την Υπηρεσία μας, πρωινές ώρες χθες (2-3-05) συνελήφθη στην περιοχή της ...ς ένας ημεδαπός για παράβαση του Ν. 3028/02 "περί προστασίας Αρχαιοτήτων και της εν γένει Πολιτιστικής Κληρονομίας", διότι σε έρευνα που διενεργήθηκε από την υπηρεσία μας στην οικία του, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ως παρανόμως κατεχόμενα τα παρακάτω αντικείμενα: (ακολουθεί κατάλογος εκκλησιαστικών βιβλίων, εικόνων, λειψανοθηκών κλπ).
Η αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία αποφάνθηκε ότι όλα τα κατασχεθέντα αντικείμενα εμπίπτουν στις διατάξεις του N. 3028/02 "περί αρχαιοτήτων". O συλληφθείς με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος του θα οδηγηθεί σήμερα στον κ. Εισαγγελέα Πρωτ/κών Χαλκίδας ". Η ταυτότητα του ενάγοντος, η προσαγωγή του στον Εισαγγελέα και η έρευνα στην οικία του, διαπιστώθηκαν μετά από δημοσιογραφική έρευνα, που πραγματοποίησε ο 7ος εναγόμενος στη ....
Παρά το γεγονός ότι καμιά άλλη έγκυρη πληροφορία, σε σχέση με τον ενάγοντα δεν είχε περιέλθει στον τηλεοπτικό σταθμό, στις επίμαχες εκπομπές, αποδόθηκαν σ’ αυτόν (εκτός από την κατοχή των αντικειμένων που περιγράφονται στο αστυνομικό δελτίο τύπου) και άλλες απαξιωτικές πράξεις, όπως ότι "πωλούσε ακόμη και λείψανα αγίων", και ότι δρούσε συλλογικά με τους εμπλεκόμενους σε διάφορα αδικήματα, Ι.
Γ. και Κ.. Από τον τρόπο δε που παρουσιάστηκαν οι άνω ειδήσεις, δινόταν η εντύπωση στο τηλεοπτικό κοινό ότι ο ενάγων τελούσε αξιόποινες πράξεις από κοινού με τους ανωτέρω, την εντύπωση δε αυτή επέτεινε ο προαναφερόμενος υπότιτλος, καθώς και η παράθεση, δίπλα από τις φωτογραφίες των Γ. και Κ., του ονόματός του.
Πλην όμως όλα τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού εκτός από την άσκηση σε. βάρος του ενάγοντος ποινικής διώξεως για υπεξαίρεση μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, πράξη για την οποία έχει ήδη αθωωθεί (σχετ. το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ’ αρ.47/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακ-των Αθηνών - Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας), δεν διώχθηκε αυτός για καμιά άλλη αξιόποινη πράξη, ούτε προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι πωλούσε λείψανα αγίων ή ότι δρούσε συλλογικά ως "Κύκλωμα" με τους Γ.
και Κ.. Όφειλαν επομένως οι υπεύθυνοι των επίμαχων τηλεοπτικών εκπομπών, να περιοριστούν στα όσα διαλαμβάνονταν στο αστυνομικό δελτίο τύπου και να συμπεριλάβουν στις ειδήσεις τους, ανύπαρκτα γεγονότα, τα οποία δεν είχαν καμιά έγκυρη πληροφόρηση. Τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα (περί της συμμετοχής του ενάγοντος σε κύκλωμα που τελούσε αξιόποινες πράξεις και πουλούσε λείψανα αγίων), μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν χωρίς αμφιβολία την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου, ενόψει και της ιδιότητάς του ως θεολόγου, τέθηκε δε σε κίνδυνο η εν γένει υπόστασή του (επαγγελματική, κοινωνική κλπ).
H προσβολή της προσωπικότητάς του ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και προκλήθηκε από τις κατωτέρω αναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των 4ου , 6ου και 7ου των εναγομένων, οι οποίες (πράξεις), ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων (προσβολών μέσω δύο τηλεοπτικών εκπομπών στις οποίες διατυπώθηκαν τα ίδια περιστατικά σε σχέση με τη συμπεριφορά του ενάγοντος), αποτελούν μια ενιαία πράξη (ενιαίο βιοτικό συμβάν), εξαιτίας της οποίας o ενάγων υπέστη ενιαία βλάβη.
Ειδικότερα η αδικοπραξία των... 6ου και 7ου των εναγομένων συνίσταται στο ότι: ...ο 6ος εναγόμενος, ως συντονιστής παρουσιαστής πρωινής ενημερωτικής εκπομπής και υπεύθυνος για την εγκυρότητα των επιλεγόμενων και προβαλλόμενων απ’ αυτόν θεμάτων και o 7ος εναγόμενος, ως αστυνομικός ρεπόρτερ του σταθμού και υπεύθυνος για το περιεχόμενο και την εγκυρότητα των ρεπορτάζ του, αν και γνώριζαν (όλοι), ότι τα προαναφερόμενα σε βάρος του ενάγοντος γεγονότα, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εν τούτοις, ...τα παρουσίασαν, ο 6ος στην πρωινή εκπομπή του και ο 7ος στις ειδήσεις και στην πρωινή εκπομπή του 6ου με σκοπό να βλάψουν τον ενάγοντα...
Οι άνω πράξεις ήσαν επομένως υπαίτιες (αρθ.330 ΑΚ) και παράνομες (αρθ. 57, 914, 920 ΑΚ, 363-362 ΓΙΚ), έλαβαν δε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο η σε βάρος του ενάγοντος ποινική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη (στο στάδιο της προδικασίας) και ίσχυε υπέρ αυτού το τεκμήριο της αθωότητας. Παρόλα αυτά οι εναγόμενοι ( ...6ος και 7ος ) στις επίμαχες εκπομπές και την ταυτότητά του αποκάλυψαν και του απέδωσαν ανεπίτρεπτα αξιόποινες πράξεις που δεν έχει τελέσει.
Των συκοφαντικών περιστατικών, ενόψει και της υψηλής τηλεθέασης του σταθμού έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός πολιτών, σχηματίστηκε δε σ’ αυτούς μειωτική εικόνα για το πρόσωπο του ενάγοντος το οποίο συνέδεσαν με αρνητικά πρόσωπα της επικαιρότητας (Γ.-Κ.). Επίσης εκτός από τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, στις επίμαχες εκπομπές διατυπώθηκαν φράσεις και λέξεις ("ιερόσυλος", ιερόσυλοι δυο παπάδες και ένας θεολόγος","το τρίγωνο της αμαρτίας", "το ήσυχο παιδί", "το κερασάκι στην τούρτα ένας συμβασιούχος "), οι οποίες κατά το αντικειμενικό τους νόημα είναι ιδιαίτερα καταφρονητικές και υποτιμητικές, γράφτηκαν δε (οι υπότιτλοι) και λέχθηκαν (οι λοιπές λέξεις και φράσεις) με πρόθεση να πληγεί η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος.
Οι εναγόμενοι (...6ος και 7ος) ισχυρίζονται (κατ’ ένσταση) ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεών τους, διότι αυτοί (...6ος και 7ος) ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την κοινωνική αποστολή του τύπου και της τηλεόρασης για την πληροφόρηση του κοινού. O ισχυρισμός αυτός ...είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι, κατά το βάσιμο ισχυρισμό του ενάγοντος (αντένσταση που υποβάλλεται καθ’ υποφοράν με την αγωγή του), για μεν τα πιο πάνω ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων των ...6ου και 7ου των εναγομένων, για δε τις λοιπές καταφρονητικές λέξεις και φράσεις, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι επεδίωκαν ειδικώς την προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, εκδηλώνοντας πλήρη περιφρόνηση προς το πρόσωπό του, αφού οι χαρακτηρισμοί "ιερόσυλος κλπ δεν ήσαν πραγματικά αναγκαίοι για την απόδοση των γεγονότων, θα μπορούσαν δε και επιβαλλόταν, για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός τους, να ασχοληθούν μεν με τη σύλληψη ενός Έλληνα πολίτη, ο οποίος φερόταν ότι τέλεσε σοβαρό ποινικό αδίκημα, θα έπρεπε όμως να χρησιμοποιήσουν άλλες ηπιότερες εκφράσεις (όπως αυτές που διατυπώνονται στο αστυνομικό δελτίο τύπου).
Μολονότι δε, γνώριζαν ότι δεν ήταν αναγκαία η χρησιμοποίηση των λέξεων και φράσεων αυτών, εν τούτοις τις χρησιμοποίησαν για να βλάψουν τον ενάγοντα. Από τη γενόμενη κατά τα ανωτέρω προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, o τελευταίος υπέστη αναμφίβολα ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται (ενιαίας) χρηματικής ικανοποίησης, από τους εις ολόκληρον ευθυνομένους αντιδίκους του (αρθ. 926 ΑΚ)...Ενόψει δε του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της δημοσιότητας, του βαθμού υπαιτιότητας των ...6ου και 7ου των εναγομένων, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, της κοινωνικής θέσης του ενάγοντος και των... 6ου και 7ου των εναγομένων και της αρχής της αναλογικότητας, με την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με την 1η εναγομένη, ως προς την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιδίκαση του προβλεπόμενου από το άρθρο 4 παρ. 10 Ν. 2328/1995 ελάχιστου ποσού (100.000.000 δρχ), κρίνεται υπερβολική (ενόψει των άνω συνθηκών) και δεν πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή ως αντικείμενη στην άνω συνταγματική αρχή, για τους λοιπούς εναγομένους, σε βάρος των οποίων επιδικάζεται εύλογη χρηματική ικανοποίηση κατ’ αρθ. 932 ΑΚ, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας...
το Δικαστήριο κρίνει ότι το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 20.044 ευρώ και μετ’ αφαίρεση του ποσού για το οποίο αυτός επιφυλάχθηκε να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποσό 20.000 ευρώ, το οποίο οφείλουν οι άνω εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο καθόρισε ως εύλογη χρηματική αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, μεταξύ άλλων και των πέμπτου και έκτου των αναιρεσίβλητων, το ποσό των 20.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 20.000 ευρώ, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλΑ., την αρχή της αναλογικότητας, αφού το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζόμενου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Ενόψει αυτού, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ.1 και 26 του Συντάγματος, 914,920, 932 ΑΚ, άρθ.
μόνο παρ.2 του ν. 1178/1981, άρθ. 4 παρ.10 του ν.2328/1995 και άρθ.10 παρ1 ΕΣΔΑ, του επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων δημοσιογράφων, με την προβολή στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων τηλεοπτικού σταθμού, πανελλήνιας εμβέλειας, ρεπορτάζ του έκτου και σε πρωϊνή ενημερωτική εκπομπή, την οποία συντόνιζε και παρουσίαζε ο πέμπτος, συκοφαντικών περιστατικών και εξυβριστικών και καταφρονητικών φράσεων σε βάρος του, το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο όμως είναι υπερβολικά χαμηλό σε σχέση με την σε βάρος του αδικοπραξία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης που να αφορά τους παραπάνω αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους κρίθηκε παραδεκτή και εξετάστηκε η αίτηση αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και κατά το μέρος που απευθύνεται κατ’ αυτών. Τα δικαστικά έξοδα όλων των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2010 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 5720/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ