Legislator Case Law & Legislation
1406/2014 AI generated

1406/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1406/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3235/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4750/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1406/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόσπαση υπαλλήλων για την επάνδρωση εταιρειών, κοινοπραξιών και οργανώσεων στις οποίες μετέχει η ΑΤΕ κατά πλειοψηφία, ή σε οργανώσεις και οργανισμούς προσωπικού της Τράπεζας, διενεργείται με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν σύμφωνης και αιτιολογημένης γνώμης του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, και κατά τα άρθρα 101 και 104 του ίδιου Οργανισμού, ο μόνιμος υπάλληλος προάγεται από βαθμό σε βαθμό, α.

Keywords

AI generated
resignation of the government loss of financial support dismissal of testamentary executor withdrawal of social benefits cessation of disability pension bankruptcy official
AI generated
299/2019
Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).
799/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 663/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και τις 1288/2003 μη οριστική και 5500/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2006 αίτησή της.
2053/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1801/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
533/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1406 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1406/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μανιάτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3235/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4750/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραΣ.καν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 13/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19/5/2013 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 95 του Οργανισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τευχ. Β' 389/2/4/1973) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η απόσπαση υπαλλήλων σε ξένες προς την τράπεζα υπηρεσίες επιτρέπεται και ενεργείται κατά τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία.

Η απόσπαση υπαλλήλων για την επάνδρωση εταιρειών, κοινοπραξιών και οργανώσεων στις οποίες μετέχει η ΑΤΕ κατά πλειοψηφία, ή σε οργανώσεις και οργανισμούς προσωπικού της Τράπεζας, διενεργείται με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν σύμφωνης και αιτιολογημένης γνώμης του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, και κατά τα άρθρα 101 και 104 του ίδιου Οργανισμού, ο μόνιμος υπάλληλος προάγεται από βαθμό σε βαθμό, α.

Αν υπάρχει κενή θέση ή αν οι θέσεις του βαθμού της προαγωγής είναι ενιαίες, με τις θέσεις του βαθμού που κατέχει, β. Αν έχει συμπληρώσει τον καθορισμένο χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, γ. Αν έχει τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό λοιπά προσόντα και δ. Αν κριθεί προακτέος από το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (άρθρο 101), η δε προαγωγή στους βαθμούς του Διευθυντή και Υποδιευθυντή, ενεργείται μετά από πρόταση του Διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από σύγκριση μεταξύ αυτών που έχουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 101 παρ. 1 εδ' α-γ, 102 και 103 προσόντα και προϋποθέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας επί εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατ' αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί, εκτός των άλλων, ότι η απόφαση για επιβολή σε βάρος του, της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και η συνακόλουθη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας με την εναγομένη, είναι άκυρες, ως καταχρηστικές, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσλήφθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 14/9/1976, με το βαθμό του Υπολογιστή (οικ.) μετά από επιτυχία του στον εξωτερικό διαγωνισμό, στις 26 και 27/6/1976 και προήχθη, "κατ' απόλυτον εκλογήν" στους βαθμούς του Τμηματάρχη Α' (Οικ.) με αρχαιότητα από 1/5/1990 και του Υποδιευθυντή (οικ.) με αρχαιότητα από 20/11/1996 (πράξη Δ.Σ. 16/20/11/1996).

Από 13/8/1981 μέχρι 31/12/1981 άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου στο Γραφείο Μακροπρόθεσμων Δανείων του καταστήματος Αλεξάνδρας. Στις 10/5/1982 αποσπάσθηκε στο Σύλλογο Επιστημονικού Προσωπικού ΑΤΕ (ΣΕΠΑΤΕ). Από 27/4/1988 μέχρι 2/7/1991 άσκησε καθήκοντα βοηθού Επιθεωρητή στη Διεύθυνση Επιθεώρησης. Στη συνέχεια, από 3/7/1991 άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Ψύχους και Συσκευαστηρίων της Διεύθυνσης Γεωργικών Βιομηχανιών, μέχρι τις 4/1/1994, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Οργανισμού της ΑΤΕ, το οποίο ορίζει ότι η απόσπαση υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, και σε εταιρείες στις οποίες η ΑΤΕ μετέχει κατά πλειοψηφία, διενεργείται με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν σύμφωνης και αιτιολογημένης γνώμης του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με την 149/7/4/1994 απόφαση της Διοίκησης και μετά την από 18/3/1994 σύμφωνη και αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Τράπεζας, ο ενάγων αποσπάσθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ATELEASING ΑΕ", ως Διευθύνων Σύμβουλος από 5/1/1994 και για ένα έτος.

Η ATELEASING ΑΕ ιδρύθηκε το έτος 1994 από την εναγομένη Τράπεζα και τη θυγατρική της "ΑΤΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", με σκοπό τη διενέργεια από αυτή, ως εκμισθώτριας, εργασιών του άρθρου 1 του Ν. 1665/1986 "Συμβάσεις Χρηματοδοτικής Μίσθωσης", με κάθε ενδιαφερόμενο και στο μετοχικό της κεφάλαιο η εναγομένη ΑΤΕ μετέχει κατά ποσοστό 99%.

Ο ενάγων έκτοτε παρέμεινε αποσπασμένος στην εν λόγω εταιρεία και άσκησε σε αυτή καθήκοντα Αντιπροέδρου του επταμελούς Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής από της ιδρύσεως της εταιρείας μέχρι τις 10/6/2004 οπότε παραιτήθηκε από τις θέσεις που κατείχε και επανήλθε στη θέση του στην εναγομένη με το βαθμό του Υποδιευθυντή.

Μετά την έκδοση της πειθαρχικής αποφάσεως 23/8/11/2006 του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και την επιβολή στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, η οποία είναι οριστική και τελεσίδικη, η Διοίκηση της εναγομένης, με την 522/6/12/2006 απόφασή της αποφάσισε τη διαγραφή του από τα μητρώα των υπαλλήλων, από 8/11/2006, δηλαδή από την ημερομηνία εκδόσεως της παραπάνω πειθαρχικής αποφάσεως και τη διακοπή της μισθοδοσίας του.

Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η απόλυσή του είναι παράνομη και συνακόλουθα άκυρη, γιατί βασίσθηκε σε απόφαση οργάνου (Υπηρεσιακού Πειθαρχικού Συμβουλίου) μη έχοντος εν προκειμένω πειθαρχική δικαιοδοσία, διότι ο πειθαρχικός έλεγχος αφορούσε χρονική περίοδο κατά την οποία δεν ανήκε στο προσωπικό της εναγομένης, ούτε καν πρόσφερε μισθωτή εργασία στη θυγατρική της εταιρεία, αλλά αντιθέτως ήταν πλήρως απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις του ως μισθωτού και παρείχε τις υπηρεσίες του στην ATELEASING ΑΕ, ως μέλος του Δ.Σ.

και Διευθύνων Σύμβουλος, δηλαδή ως "εργοδότης" κατά την έννοια του νόμου, είναι απορριπτέος. Τούτο δε διότι, ο ενάγων, υπάλληλος της εναγομένης αποσπάσθηκε στην ATELEASING ΑΕ, ως Διευθύνων Σύμβουλος, με την 149/7/4/1994 απόφαση της Διοίκησης και μετά τη σύμφωνη και αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Οργανισμού της ΑΤΕ, το οποίο ορίζει ότι η απόσπαση υπαλλήλων μεταξύ άλλων και σε εταιρείες στις οποίες η ΑΤΕ μετέχει κατά πλειοψηφία, διενεργείται με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν σύμφωνης και αιτιολογημένης γνώμης του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Επομένως, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ο ενάγων ήταν αποσπασμένος στην ΑΤΕLEASING ΑΕ και πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε αυτή ως Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., εξακολουθούσε να είναι υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας και να διέπεται η εργασιακή του σχέση με την Τράπεζα από τις διατάξεις του Οργανισμού της ΑΤΕ.

Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, για τις πράξεις και παραλείψεις του που έλαβαν χώρα κατά την παροχή της εργασίας του στην ATELEASING ΑΕ ελέγχεται πειθαρχικά μόνο από την εναγομένη Τράπεζα, η οποία δύναται να κινήσει σε βάρος του την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στον Οργανισμό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλ.

με την απόσπαση του ενάγοντος στην ως άνω θυγατρική της εναγομένης συνεχίστηκε η συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σχέση, γι' αυτό μετά την λήξη της αποσπάσεώς του ο ενάγων επανήλθε στη θέση του Υποδιευθυντή της εναγομένης, στην οποία είχε προαχθεί κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς του (το έτος 1996) και ότι ο ενάγων ήταν πειθαρχικά ελεγκτέος από την εργοδότρια Τράπεζα, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 124 και 127 παρ.1 του ως άνω Οργανισμού, με τις οποίες προβλέπεται, ως λόγος λύσεως της εργασιακής σχέσεως, η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων, 31 παρ. 1, 2 παρ.

α'4 και 36 παρ. 2 του Κανονισμού της εναγομένης, 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" 713, 648, 652 Α.Κ. και 6 Α.Ν. 765/1043, είναι αβάσιμες, καθόσον οι αμέσως παραπάνω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 115, 124 και 127 του Οργανισμού της εναγομένης, προβλέπεται, ως λόγος λύσεως της εργασιακής σχέσεως του τακτικού προσωπικού της, και η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ. 1 και 2 του ίδιου Οργανισμού, προκύπτει ότι ως Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για τους ανώτατους υπαλλήλους της εναγομένης Τράπεζας, με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή, λειτουργεί το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, το οποίο συντίθεται και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Οργανισμού της, ενώ για το υπόλοιπο προσωπικό της Τράπεζας (μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή) λειτουργεί Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο.

Το ότι για ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων και συγκεκριμένα για τους ανώτατους υπαλλήλους της εναγομένης λειτουργεί, σύμφωνα με τον Οργανισμό της, μόνο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, και δεν προβλέπεται αρμοδιότητα Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, δεν συνιστά παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 25 του Συντάγματος) και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον η πρόβλεψη και λειτουργία ενός μόνο βαθμού πειθαρχικής κρίσης για τους ανώτατους υπαλλήλους της εναγομένης, που υπαγορεύθηκε, από το υψηλό επίπεδο ευθύνης και εμπιστοσύνης, που απαιτεί η άσκηση καθηκόντων από τους υπαλλήλους αυτούς, και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως της πειθαρχικής διαδικασίας, δεν αποστερεί από τον πειθαρχικώς ελεγκτέο τη δυνατότητα άσκησης όλων των νομίμων δικαιωμάτων του, ούτε τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης και δίκαιης δίκης.

Περαιτέρω, η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του εργοδότη έναντι των εργαζομένων, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο, με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα ακόλουθα: Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1998 μέχρι 31/12/2005 ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΕLEASING ΑΕ, ήταν πάντοτε Υποδιοικητής της ΑΤΕ, ενώ ο ενάγων ήταν, κατά το διάστημα αυτό, Αντιπρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

της εν λόγω θυγατρικής εταιρείας ήσαν υπάλληλοι της εναγομένης. Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7/3/2004, Διοικητής της ΑΤΕ τοποθετήθηκε ο Δ. Μ., ο οποίος πρόσκειται στη Νέα Δημοκρατία, όλα δε τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ATELEASING ΑΕ παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους και στη θέση τους τοποθετήθηκαν, στις 18/6/2004, ο Ι.

Α., δικηγόρος, ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ, ο Ι. Κ., δικηγόρος, ως Διευθύνων Σύμβουλος και οι υπάλληλοι της εναγομένης Ι. Κ., Ι. Τ., Ν. Α. και Ν. Κ. ως μέλη του Δ.Σ., Πρόεδρος δε του Δ.Σ. ανέλαβε ο ίδιος ο Διοικητής της ΑΤΕ. Με την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου, συνεστήθη επτροπή, αποτελούμενη από αυτόν, τον Κ.

Κ. (Διευθυντή Ανάπτυξης Εργασιών και Credit), Σ. Κ. (προϊστάμενο μηχανογράφησης) και Ν. Γ. (Εσωτερικό Ελεγκτή).προκειμένου να ελέγξει όλες τις συμβάσεις που δεν έχουν καταγγελθεί, τις διαδικασίες και γενικά τη παρούσα κατάσταση λειτουργίας της εταιρείας, με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και καλείται να λύσει άμεσα.

Η Επιτροπή διενήργησε σχετικό έλεγχο και συνέταξε το από μηνός Οκτωβρίου 2004 "άκρως εμπιστευτικό" πόρισμα με τον τίτλο "Απογραφή Πεπραγμένων Προηγούμενων Διοικήσεων" στο οποίο καταγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση της εταιρείας, οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στη λειτουργία της και τα άμεσα μέτρα που ελήφθησαν από τη νέα διοίκηση Το Νοέμβριο του 2004 ανατέθηκε στη διεθνούς φήμης εταιρεία Κ.P.M.G.

να διενεργήσει γενικό έλεγχο στις συμβάσεις που η ATELEASING ΑΕ είχε συνάψει μέχρι τον Ιούνιο του 2004. Ο έλεγχος άρχισε στις 16/11/2004 και τελείωσε στις 18/2/2005, στην έκθεση δε ειδικού ελέγχου που συντάχθηκε, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το υπό έλεγχο χαρτοφυλάκιο αφορά 1.476 πελάτες, που αντιστοιχεί σε 2.212 συμβάσεις Χ/Μ και αναλύεται ανά κατηγορία ως εξής (ποσά σε χιλιάδες ευρώ).

α) Καταγγελλόμενες συμβάσεις: αριθμός πελατών 251, αριθμός συμβάσεων 328, εκτιμώμενη ζημία 30.540 ευρώ (50%). β) Ληγμένες συμβάσεις με ανεξόφλητο υπόλοιπο μεγαλύτερο των 5.000 ευρώ: αριθμός πελατών 62, αριθμός συμβάσεων 76, εκτιμώμενη ζημία 1.304 ευρώ (35%) και γ) Συμβάσεις εν ισχύ με αξία παγίων μεγαλύτερη από 50.000 ευρώ:

αριθμός πελατών 1.163, αριθμός συμβάσεων 1.808, εκτιμώμενη ζημία 13.492 ευρώ (5%). Δηλαδή, συνολικός αριθμός πελατών 1.476, αριθμός συμβάσεων 2.212, εκτιμώμενη ζημία 45.336 ευρώ (13%). Στην ίδια έκθεση αναφέρεται, ότι από την επισκόπηση των φακέλων διαχείρισης διαπιστώθηκε ότι οι φάκελοι δεν ήταν πλήρεις (έλειπαν ουσιώδη έγγραφα), ενώ στα υπάρχοντα παρατηρήθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις και παρατυπίες, όπως, δεν υπάρχουν εισηγητικά των πιστοδοτήσεων 360 συμβάσεων, υπάρχουν εισηγητικά πιστοδοτήσεων ανυπόγραφα 40 συμβάσεων, υπάρχουν χειρόγραφες αλλαγές στα εισηγητικά των πιστοδοτήσεων 31 συμβάσεων, δεν υπάρχουν 30 συμβάσεις κ.λπ.

Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι αν και υπήρχαν από το έτος 1999 καταγεγραμμένες και εγκεκριμένες από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας λειτουργικές διαδικασίες, σε πολλές περιπτώσεις δεν τηρούνταν, λόγω μη σωστού καταμερισμού αρμοδιοτήτων και της έλλειψης διαδικασιών παρακολούθησης της εφαρμογής αυτών, ενώ υπήρχε έλλειψη επικοινωνίας στα διάφορα κλιμάκια και τμήματα της εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει:

α) έγκαιρη ενημέρωση για την καθυστέρηση των πληρωμών, β) έγκαιρη καταγγελία των συμβάσεων, και γ) έγκαιρη λήψη των αναγκαίων μέτρων (νομικές ενέργειες, αφαίρεση εξοπλισμού κλπ) για την εξασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, σε περιπτώσεις προβληματικών συμβάσεων. Η ύπαρξη των ανωτέρω ελλείψεων δημιούργησε μεγάλο όγκο συμβάσεων που δεν καταγγέλθηκε σε εύλογο διάστημα από την παύση των πληρωμών και αδυναμία εντοπισμού και αφαίρεσης του μισθωμένου εξοπλισμού, με αποτέλεσμα η εταιρεία να υποστεί απώλεια εσόδων και ζημίες από τη δημιουργία επισφαλειών.

Για την αξιολόγηση των υποψηφίων πελατών και τον προσδιορισμό του πιστωτικού κινδύνου, αν και υπήρχαν διαδικασίες, εντούτοις δεν ακολουθούντο πάντοτε, με συνέπεια να προωθούνται αιτήματα πελατών και να συνάπτονται συμβάσεις που κάτω από κανονικές συνθήκες δεν θα πραγματοποιούντο. Οι πελάτες ανάλογα με τον πιστωτικό κίνδυνο που επρόκειτο να αναλάβει η εταιρεία κατατάσσονταν σε πέντε κατηγορίες, από το Α έως το Ε (Α' ο μικρότερος Ε' ο μεγαλύτερος).

Από την επισκόπηση των φακέλων που διενήργησε η ως άνω εταιρεία διαπιστώθηκε ότι η πλειοψηφία των μισθώσεων είχε ενταχθεί στην κατηγορία Β, ενώ σπάνια γινόταν αλλαγή κατηγορίας, ακόμη και αν η εξέλιξη της σύμβασης ήταν προβληματική, όπως συνέβαινε με τις καταγγελλόμενες συμβάσεις, η πλειοψηφία των οποίων παρέμεινε στην κατηγορία Β', με ένα μικρό αριθμό συμβάσεων να έχουν ενταχθεί στην κατηγορία Γ'.

Επίσης διαπιστώθηκε, ότι σε πολλές περιπτώσεις οι εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που αναφέρονταν στα εισηγητικά, ως προϋπόθεση για τη σύναψη συμβάσεων, δεν είχαν υλοποιηθεί, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρχαν ως εξασφαλίσεις, επιταγές σε εγγύηση που είχαν λήξει και δεν είχαν ανανεωθεί, με αποτέλεσμα να μην παρέχουν καμία εξασφάλιση για την εταιρεία.

Η πλειοψηφία των φακέλων δεν περιλάμβανε αποδεικτικά ασφαλιστικής κάλυψης, ενώ διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε πολιτική για την παρακολούθηση της ανανέωσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Τέλος η ως άνω εταιρεία Κ.P.Μ.G. στην έκθεσή της αναφέρει, ότι μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες του όλου συστήματος που είχε αλλεπάλληλες επιδράσεις σε όλα τα τμήματα της εταιρείας, ήταν η έλλειψη μηχανισμού παρακολούθησης της υλοποίησης των συμβάσεων.

Δηλαδή, διαπιστώθηκε, ότι άλλα πράγματα εγκρίνονταν και άλλα τελικά υλοποιούνταν ή διαφορετικά, δεν ελέγχονταν οι δεσμεύσεις που υπήρχαν στο εισηγητικό της σύμβασης, αναφέρονται δε ενδεικτικά οι παρακάτω περιπτώσεις, που περιλαμβάνονται στα εισηγητικά και έπρεπε να υλοποιηθούν για τη σύναψη των συμβάσεων, χωρίς ωστόσο να έχουν υλοποιηθεί:

α) ενεχυρίαση κινητού εξοπλισμού, β) εκχώρηση ενοικίων, μερισμάτων, απαιτήσεων πελατείας, γ) δέσμευση καταθέσεων, δ) εγγραφή προσημειώσεων και ε) αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ελλείψεις που καθιστούσαν τη θέση της εταιρείας δυσμενή, σε περίπτωση που απαιτείτο η διενέργεια νομικών ενεργειών, με συνέπεια να δημιουργούνται ζημίες.

Μετά ταύτα, συνεχίζει το Εφετείο, η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΤΕ, με τα 175/266/21/3/2005 και 211/315/4/4/2005 έγγραφά της, έδωσε εντολή στους ελεγκτές Π. Ρ., Γ. Π., Μ. Τ. (με το πρώτο έγγραφο), Ι. Τ., Γ. Μ. και Α. Χ. (με το δεύτερο έγγραφο) να διενεργήσουν ειδικό έλεγχο στην εταιρεία ATELEASING ΑΕ, σε συνέχεια του ελέγχου που διενήργησε η ελεγκτική εταιρεία Κ.Ρ.Μ.G.

επί των συμβάσεων Χρηματοδοτικών Μισθώσεων (Χ/Μ) της ATELEASING ΑΕ προκειμένου να διερευνήσουν περαιτέρω τις εις την έκθεση αυτή "αντικανονικές ενέργειες", για τον τρόπο σύναψης και παρακολούθησης των ως άνω συμβάσεων. Ο έλεγχος διενεργήθηκε από 22/3/2005 έως 26/5/2005 και συντάχθηκε η από 8/7/2005 έκθεση ελέγχου. Στην έκθεση αυτή οι ως άνω ελεγκτές επισημαίνουν, ότι το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε την περίοδο εκείνη η ATELEASING ΑΕ, ήταν οι επισφαλείς απαιτήσεις της.

Την άποψή τους δε αυτή αιτιολογούσαν με το σκεπτικό, ότι αν γίνει δεκτή η εκτίμηση των Ορκωτών Ελεγκτών, περί επισφαλειών ύψους 53.000.000 ευρώ, ποσό που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ελέγχου της 31/12/2004 και το οποίο ολόκληρο έγινε πρόβλεψη κατά την εφαρμογή των Δ.Λ.Π. (I.A.S.), τότε αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία έχει χάσει το 88% του μετοχικού κεφαλαίου της ή το 55% του συνόλου των ιδίων κεφαλαίων της ή το 7,5% των συνολικών τοποθετήσεων από ιδρύσεώς της και ότι με δεδομένο ότι το περιθώριο (spread) της εταιρείας κυμαίνεται από 2 - 4%, είναι προφανές ότι ήδη έχει διακυβευτεί η ύπαρξή της.

Στην ως άνω έκθεσή τους οι ελεγκτές αναφέρουν ότι τα σπουδαιότερα αίτια που οδήγησαν τα πράγματα στο σημείο αυτό, ήταν τα χαλαρά έως ανύπαρκτα κριτήρια, που επικρατούσαν κατά την αξιολόγηση των αιτημάτων Χ/Μ σε σχέση με τα αντίστοιχα του τραπεζικού δανεισμού. Παράλληλα χορηγούνταν σημαντικά ποσά, που αφορούσαν παροχή υπηρεσιών, γίνονταν προφανείς υπερεκτιμήσεις κινητών και ακινήτων πραγμάτων και γενικώς ο τρόπος άσκησης της όλης εργασίας ανέβαζε πολύ τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ η παρακολούθηση εξέλιξης των συμβάσεων ήταν πλημμελής και δεν λαμβάνονταν έγκαιρα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.

Στην έκθεση αυτή επισημαίνεται, ότι προσλήφθηκαν ή αποσπάσθηκαν από την ΑΤΕ στην ATELEASING ΑΕ, πρόσωπα τα οποία δεν είχαν δοκιμασθεί επαρκώς και δεν είχαν αξιολογηθεί αρμοδίως, σχετικώς με τις γνώσεις τους και την υπηρεσιακή τους ικανότητα και επάρκεια στην άσκηση παρεμφερών καθηκόντων εκτός ΑΤΕ. Στα πρόσωπα αυτά δόθηκαν ευρείες αρμοδιότητες έγκρισης και χορήγησης πιστώσεων και περαιτέρω παρασχέθηκαν παχυλές πρόσθετες αμοιβές, bonus, αυτοκίνητα κ.λπ., για προφανώς επιζήμιο έργο.

Η Γενική Συνέλευση των μετόχων δεν αντέδρασε ποτέ, αν και είχε επαρκή ανησυχητικά ερεθίσματα. Η καταγγελία αργούσε κατά κανόνα πάρα πολύ, με αποτέλεσμα οι κακόπιστοι πελάτες να λεηλατούν ό, τι είχε αξία, να αποξενώνονται από τα προσωπικά περιουσιακά τους στοιχεία και να προβαίνουν σε βλαπτικές ενέργειες σε βάρος της ATELEASING ΑΕ και για να συνεχισθεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρείας στο μέλλον θα απαιτηθεί γενναία αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ικανή να καλύψει τις απώλειες από τις επισφαλείς απαιτήσεις.

Σχετικά με την ευθύνη των διαχειριστών της ως άνω εταιρείας στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι: "Σε ό, τι αφορά τις ευθύνες των διαχειριστών της εν λόγω εταιρείας για την κακή σημερινή κατάστασή της... οι ευθύνες εγγίζουν καταρχήν όλα τα διατελέσαντα μέλη του Δ.Σ. της υπό έλεγχο περιόδου. Ιδιαίτερη ευθύνη έχει ο τότε Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος κ.

Κ. Φ., ο οποίος κατείχε μόνιμα τη θέση αυτή και ασκούσε εκτελεστική εξουσία συνεχώς επί έντεκα περίπου έτη. Αντίστοιχη ευθύνη έχουν και οι εκάστοτε διατελέσαντες Πρόεδροι του Δ.Σ., ως και οι Γενικοί Διευθυντές και οι Αναπληρωτές τους. Σημαντική ευθύνη, τέλος, αναλογεί και στους αξιολογητές - εισηγητές των αιτημάτων, για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, σε βαθμό που άγγιζε τα όρια της παραπληροφόρησης των κατά περίπτωση εγκριτικών οργάνων..." Δέχεται, ακολούθως το Εφετείο, ότι ο Διοικητής της ΑΤΕ Δ.

Μ. κρίνοντας ότι στην ως άνω έκθεση δεν τεκμηριώνονται επαρκώς οι ελεγκτέες περιπτώσεις και οι ευθύνες των εμπλεκομένων οργάνων, ζήτησε από τη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης της εναγομένης τη διενέργεια επανελέγχου και με την 527/857/6631/28/9/2005 διαταγή της ως άνω Διευθύνσεως ορίσθηκε ομάδα ελέγχου, αποτελούμενη από τους Κ.

Δ. (Υποδιευθυντή Ελεγκτή), Α. Χ. (Ελεγκτή Α), Α. Κ. (Ελεγκτή Β) και Μ. Τ. (Δόκιμο Ελεγκτή), οι οποίοι μετά από επανέλεγχο στην ως άνω εταιρεία, συνέταξαν, αρχικά την από 13/12/2005 έκθεση ελέγχου, που αφορά δύο μόνο περιπτώσεις Χ/Μ (του Β. Ζ. και των εταιρειών του Ομίλου Α.) και στη συνέχεια την από μηνός Απριλίου 2006 έκθεση ελέγχου, που αφορά όλες τις άλλες περιπτώσει Χ/Μ.

Στην τελευταία έκθεσή τους η παραπάνω ομάδα ελέγχου, σχετικά με την καταγγελία των μη εξυπηρετουμένων συμβάσεων και τη λήψη μέτρων ανάκτησης των μισθίων και την είσπραξη των απαιτήσεων αναφέρει τα εξής: Παρότι η εταιρεία είχε καθορίσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χρονοδιάγραμμα ενεργειών για την καταγγελία των συμβάσεων, εντούτοις στην πράξη είχε καθιερωθεί πολιτική μη καταγγελίας.

Έτσι, ενώ σε πλήθος συμβάσεων συνέτρεχαν, ακόμη και αθροιστικά οι προϋποθέσεις καταγγελίας, ουδεμία ενέργεια προς την κατεύθυνση αυτή γινόταν. Η πολιτική αυτή είχε τις εξής συνέπειες: α) την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 27 του Ν. 2076/1992, β) την εμφάνιση πλασματικών εσόδων και ως εκ τούτου την αλλοίωση των αποτελεσμάτων, γ) την επί μακρόν χρήση του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς την καταβολή μισθωμάτων, δ) την απαξίωση του μισθίου ή και την ολοσχερή απώλειά του, λόγω φυσικής φθοράς ή δόλου, ε) την ενδεχόμενη έγερση νομικών ενστάσεων, από την πλευρά των μισθωτών, λόγω υπερημερίας δανειστή.

Η πολιτική της μη καταγγελίας των συμβάσεων στο παρελθόν έχει μετατραπεί σε σημαντικότατο αρνητικό παράγοντα για την εξέλιξη της εταιρείας, ακόμη και για την επιβίωσή της. Χαρακτηριστικά του προβλήματος που η εταιρεία αντιμετωπίζει είναι: α) Ο αριθμός των συμβάσεων παρελθόντων ετών που καταγγέλθηκαν ή πρέπει να καταγγελθούν άμεσα ανέρχεται σε 717 τουλάχιστον, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 26% επί του συνολικού αριθμού τους και, εκφραζόμενες σε αξία, στο 38, 5% επί του συνόλου, β) Η επακόλουθη σημαντική αύξηση του προϋπολογισμού της νομικής υπηρεσίας, για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων αυτών, που θα διαμορφωθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα και θα αποτελέσει δυσβάστακτο βάρος για την εταιρεία (για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων αυτών απασχολούνται 20 δικηγόροι), γ) Η σημαντική ανάλωση χρόνου, τόσο σε διοικητικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο στελεχών και υπαλλήλων, που διαφορετικά θα μπορούσε να αναλωθεί σε παραγωγικές εργασίες, δ) Η διαχείριση των επαναποκτημένων μισθίων, λόγω του αριθμού τους, της απαξίωσής τους και της έλλειψης δευτερογενούς αγοράς και ε) Το σημαντικό κόστος, αποθήκευσης, φύλαξης και ασφάλισης των επαναποκτημένων μισθίων.

Η εκτιμηθείσα από την εταιρεία οικονομική ζημία από τις ανωτέρω συμβάσεις ανέρχεται σε 100 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Με τις παραπάνω εκθέσεις τους, η Ομάδα Ελεγκτών της εναγομένης, εισηγείται την πειθαρχική δίωξη, δυνάμει των άρθρων 82 παρ. 1, 114 παρ.1, 2, 4β και 4η του ισχύοντος Οργανισμού της, μεταξύ άλλων, και του ενάγοντος, για τους εξής λόγους:

α) Στις 14/5/2003 υπέγραψε χωρίς ανάλογη εξουσιοδότηση ή έγκριση εγκριτικού οργάνου της εταιρείας, ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών της εταιρείας "Μ. Α. Μ.Μ.Ε.", για ποσό 162.359,68 ευρώ, πλέον τόκων και ΦΠΑ το οποίο ήταν μικρότερο από το ποσό των 200.768,50 ευρώ, πλέον τόκων και ΦΠΑ, που είχε αναγνωρισθεί ότι οφείλει η εν λόγω εταιρεία με την 1379/16/1/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) Στη συνεδρίαση 97/31/1/2001 του ΔΣ της εταιρείας, ενέκρινε τη σύναψη Χ/Μ με την εταιρεία "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ", ύψους 1.292.105,76 ευρώ, παρά τη μη ύπαρξη των αναγκαίων προϋποθέσεων και με προσδιοριζόμενες διασφαλίσεις, οι οποίες, μερικώς τουλάχιστον, ήταν εξαρχής άνευ ουσίας και ανέφικτες, γ) Όταν υπηρετούσε ως Διευθύνω Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας αυτής, δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια για την παρακολούθηση των εργασιών της εταιρείας.

Ως στέλεχος της εταιρείας, που είχε και εκτελεστικές αρμοδιότητες, ευθύνεται για τα οργανωτικά-λειτουργικά προβλήματά της, καθώς και για την παραβίαση νόμων ή ΠΔ αναφορικά με: Την ελλιπή παρουσίαση και τεκμηρίωση στις υποβαλλόμενες εισηγήσεις των οικονομικών δεδομένων και των περιουσιακών στοιχείων των πελατών, εγγυήσεων κ.λπ.

Τα ελαστικά κριτήρια αξιολόγησης των αιτημάτων. Τη χρηματοδότηση φορέων που εμφάνιζαν δυσμενή πληροφοριακά στοιχεία ή χωρίς επαρκή τεκμηρίωση οριστικής τακτοποίησής τους. Τη χρηματοδότηση νέων ή υπό σύσταση εταιρειών, χωρίς οικονομικά στοιχεία και κατά συνέπεια με αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησής τους, σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη ουσιαστικής διασφάλισης της σύμβασης.

Τη χρηματοδότηση φορέων που δεν είχαν καμία εμπειρία στη χρηματοδοτούμενη δραστηριότητα. Την σε κάθε περίπτωση μη διενέργεια εκτίμησης του μισθίου. Τη μη εκτίμηση του ωφέλιμου χρόνου ζωής σε περίπτωση μεταχειρισμένου εξοπλισμού. Τη σύναψη συμβάσεων αγοράς επί πιστώσει, χωρίς την προσκόμιση εξοφλητικών αποδείξεων.

Τη μη εξακρίβωση της ύπαρξης άδειας λειτουργίας των υπό χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Τη μη αξιολόγηση του πωλητή και της ικανότητας εξυπηρέτησης της εγγύησης επαναγοράς. Τη μη ταυτοποίηση των μισθίων στις συναπτόμενες συμβάσεις. Την καταστρατήγηση του θεσμού των χρηματοοικονομικών μισθώσεων. Την αποτελεσματική διαχείριση και παρακολούθηση των λαμβανομένων στοιχείων πρόσθετης διασφάλισης των συναπτομένων συμβάσεων (διακύμανση αξίας ενεχύρων, μετοχών, λήξη, είσπραξη, αντικατάσταση σφράγιση επιταγών κ.λπ.).

Την ασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ή αυτών που διασφάλιζαν τις απαιτήσεις της. Την, με μεγάλη καθυστέρηση, καταγγελία των μη εξυπηρετουμένων συμβάσεων και τη λήψη μέτρων για την προστασία των συμφερόντων της εταιρείας. Τη μη διαχρονική παρακολούθηση του πιστωτικού κινδύνου της εταιρείας.

Για τα φαινόμενα υπερτιμολογήσεων που επισημάνθηκαν. Για την υλοποίηση των εγκριθέντων ή την αναρμόδια τροποποίησή τους. Το ανεπίτρεπτο φαινόμενο εισηγητικά στελέχη να μετέχουν σε εγκριτικό όργανο, κατά παράβαση κάθε αρχής διάκρισης αρμοδιοτήτων. Για την κατά παράβαση του Ν. 1665/1986 και του καταστατικού της εταιρείας διενέργεια πράξεων αγοραπωλησίας μετοχών και την πρόκληση ζημίας στην εταιρεία ύψους 451.474,50 ευρώ, η οποία πιθανόν να αυξηθεί.

Για την κατά παράβαση της Π.Δ.Υ.Α. 2438/1998 παύση, χωρίς αντικατάσταση, του Εσωτερικού Ελεγκτή της εταιρείας, ενέργεια που μπορεί να επιφέρει διοικητικές ή και οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της. δ) Μετέχοντας ατομικά (ο ενάγων) είτε στην εισηγητική, είτε στην εγκριτική διαδικασία, συνέπραξε στη χορήγηση χρηματοδοτήσεων στις παρακάτω αναφερόμενες περιπτώσεις, παρά:

την ύπαρξη δυσμενών οικονομικών στοιχείων και χρηματοοικονομικών δεικτών, ή τη μη ύπαρξη οικονομικών στοιχείων, ή την έλλειψη γενικότερα τεκμηρίωσης ικανότητας αποπληρωμής της σύμβασης, ή την ύπαρξη δυσμενών πληροφοριακών στοιχείων, ή τη μη ύπαρξη επαρκών διασφαλίσεων, ή το γεγονός ότι το μίσθιο δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Αυτά συνέβησαν στις ακόλουθες, συνοπτικά αναφερόμενες περιπτώσεις: Φ. (σύμβαση 2834/2001), Ε. (σύμβαση 4754/2004), Κ. (σύμβαση 3248/2002), Π. (σύμβαση 3752/2002), Print Shop (σύμβαση 2924/2001), Α. (σύμβαση 3746/2002), Ι. (σύμβαση 2676/2001), Κ. (συμβάσεις 3440/2002, 3992/2002, 4762/2003), Σκυρόδεμα Χαλκιδικής (συμβάσεις 3493/2002, 5000/2004), Ντιπάν ΑΕΒΕ (σύμβαση 3696/2002), Α. Π. (σύμβαση 6652/2002), Α.Σ. (σύμβαση 4917/2004), Beauty @ Diet Λάρισας (σύμβαση 3225/2001), Beauty @ Diet Τρικάλων (σύμβαση 1021/2001), Portland (σύμβαση 4285/2002), KLIMATAIR (σύμβαση 3004/2001), CONNECTION (σύμβαση 2551/2001), Ανάσσα (σύμβαση 4832/2003), Κιβωτός (σύμβαση 4842/2003), ΑΛΤΕ ΑΤΕ (σύμβαση 3697/2002), Βαφεία Κιλκίς (σύμβαση 4813/2003), ΒΕΛΑ (συμβάσεις 6110 και 6111/2001), ΒΙΖΑΛ (σύμβαση 2615/2001), Εδαφοστατική (σύμβαση 3151/2003), Jyby International (συμβάσεις 3017/2001 και 3141/2001), Unirent (σύμβαση 1828/2000, 5° παράρτημα) Κεραμουργεία Αλεξάνδρειας (σύμβαση 2675/2001), The Martins (συμβάσεις 2852/2001, 2974/2001, 4692/2003), Στάλκον (συμβάσεις 2663/2001 3° παράρτημα και 3655/2002), Unique Puplications (σύμβαση 3813/2002), Α.

Κ. (σύμβαση 3616/2002), Bullet (σύμβαση 3678/2002), Media Print (σύμβαση 3834/2002), Αθηναϊκή Οικογενειακή Αρτοποιία (συμβάσεις 4094/2002, 4815/2003), Γ. (σύμβαση 4305/2002), Ινστιτούτο Ισοτοπικών Μελετών (σύμβαση 3618/2002), Πολυμορφικό Πάρκο Κω (σύμβαση 3120/2001). ε) Επιπρόσθετα με ευθύνη του ο ενάγων: Απέδωσε το ποσό των 1,3 δισεκατομμυρίων δραχμών στις 26/10/2001 στην εταιρεία KLIMATAIR, χωρίς την υπογραφή εκείνη τη χρονική στιγμή ανάλογης σύμβασης.

Τροποποίησε αναρμοδίως εγκριτικούς όρους που αφορούσαν ή την αποδέσμευση καλυμμάτων (Beauty @ Diet Τρικάλων 10/10/2001) ή εγκριθέντα επιτόκια (Φ. 16/1/2002) ή διασφάλιση (Αθηναϊκή Οικογενεική Αρτοποιία). Εκταμίευσε το σύνολο της χρηματοδότησης χωρίς την τήρηση των όρων διασφάλισης (ΚΙΒΩΤΟΣ). στ) Κατά παράβαση των διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998 συνέπραξε (12/5/2003) στην παύση του Ελεγκτή της εταιρείας ATELEASING ΑΕ και στη de facto κατάργηση της θέσης.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου στην ATELEASING ΑΕ, τη σύνταξη των παραπάνω πορισμάτων από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Τράπεζας και τη διαβίβαση τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου των εμπιστευτικών εκθέσεων, ο Διοικητής της ΑΤΕ, μετά τις 475/20/12/2005 και 210/1/6/2006 αποφάσεις της Διοίκησης, αποφάσισε την παραπομπή των παραπάνω υποθέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 71, 72 παρ. 4, 73 παρ. 3, 82 παρ. 1α, 114, 115, 116 παρ. 1δ', 118 παρ. 7 και 120 παρ. 5α του Οργανισμού της ΑΤΕ ΑΕ.

Ο ενάγων κλήθηκε σε απολογία ομόφωνα, με τις 29/21/12/2005 και 12/5/6/2006 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, για τα παραπάνω αναφερόμενα πειθαρχικά αδικήματα. Οι αποφάσεις αυτές του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως και το περιεχόμενο των σχετικών κατηγορητηρίων γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα με τα ΕΠ 291Β/8611/29/12/2005 και 170Β/4582/29/6/2006 έγγραφα της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, τα οποία παρέλαβε ο ίδιος.

Ακολούθως ο ενάγων υπέβαλε το από 10/1/2006 πρώτο απολογητικό του υπόμνημα και το χωρίς ημερομηνία δεύτερο απολογητικό του υπόμνημα, με τα 6 συνημμένα σε αυτό έγγραφα, τα οποία τέθηκαν υπόψη των παραπάνω ελεγκτών (Κ. Δ., Α. Χ., Α. Κ. και Μ.Τ.), οι οποίοι με το ΕΠ 583/993/6603/22/9/2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης, απέστειλαν συνημμένα την από 22/9/2006 απαντητική έκθεσή τους.

Με το ΕΠ 247Β/7348/30/10/2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, το οποίο παρέλαβε ενυπόγραφα ο ενάγων, ειδοποιήθηκε για τη συζήτηση της υπόθεσής του από το Διοικητικό Συμβούλιο στις 8/11/2006, και για να αναφέρει, αν επιθυμούσε, να παραστεί κατά τη συζήτηση. Ακολούθως το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση 23 της 8/11/2006, στην οποία δεν παρέστη ο ενάγων, λειτουργώντας ως Πειθαρχικό Συμβούλιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 73 του Οργανισμού της ΑΤΕ ΑΕ, αφού συνεκδίκασε τις δύο πειθαρχικές υποθέσεις:

α) Έπαυσε ομόφωνα (το μέλος αυτού Β. Μ. δήλωσε ότι απέχει της ψηφοφορίας) την πειθαρχική δίωξη σε βάρος του διωκόμενου Κ. Φ., για εκείνα τα πειθαρχικά αδικήματα που του έχουν αποδοθεί με τις 29/21/12/2005 και 12/5/6/2006 προηγούμενες αποφάσεις του και τα οποία έχουν υποπέσει σε παραγραφή (άρθρο 122 παρ. 1 του Οργανισμού).

Συγκεκριμένα, από την 1η υπόθεση έπαυσε την πειθαρχική δίωξη για τα πειθαρχικά αδικήματα τα σχετικά με τις εταιρείες "Α.ς", "Τέταρτη Εξουσία", "Μονόγραμμα" "MAXLINE" και από το "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ" για την α' σύμβαση 1824/5/7/2000 και από την β' υπόθεση έπαυσε την πειθαρχική δίωξη για τα πειθαρχικά αδικήματα τα σχετικά με τη σύμβαση 2116/30/11/2000 της εταιρείας "Φ.", τη σύμβαση 2297/14/2/2001 της εταιρεία "Κ.", τις συμβάσεις 1305/5/11/1999 και 1482/2000 της εταιρείας "Ε.", τη σύμβαση 2337/23/2/2001 της εταιρείας Beayty @ Diet της Λάρισας, τη σύμβαση 1718/23/5/2000 της εταιρείας Beayty @ Diet Τρικάλων, την αρχική σύμβαση 1828/3/7/2000 με τα 4 πρώτα παραρτήματα και τη σύμβαση 2091/20/11/2000 της εταιρείας "Αθηναϊκή Οικογενειακή Αρτοποιία" και β) Εκρινε ομόφωνα (το μέλος αυτού Β.

Μ. δήλωσε ότι απέχει της ψηφοφορίας) τον πειθαρχικώς διωκόμενο (ενάγοντα) ένοχο, σύμφωνα με τα άρθρα 114 παρ. 1, 2 και 4 εδ' β' και η' του Οργανισμού της ΑΤΕ ΑΕ, για τα πειθαρχικά αδικήματα που του είχαν αποδοθεί με τις 29/21/12/2005 και 12/5/6/2006 προηγούμενες αποφάσεις του, γιατί ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "ΑΤΕLEASING ΑΕ", που είχε δικαιοδοσία στην εγκριτική διαδικασία, φέρει ευθύνη για σωρεία αντικανονικών ενεργειών και παραλείψεων και για πλημμελή εκ μέρους του εκτέλεση των καθηκόντων του, που είχαν ως συνέπεια την οικονομική ζημία της εταιρείας, ύψους 100-110 εκατομμυρίων ευρώ και γ) Επέβαλε ομόφωνα και παμψηφεί (το μέλος αυτού Β.

Μ. δήλωσε ότι απέχει της ψηφοφορίας) στον ενάγοντα την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Ειδικότερα, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης έκρινε ένοχο τον ενάγοντα για τα εξής πειθαρχικά αδικήματα: Ι) Όταν υπηρετούσε ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος της ATELEASING ΑΕ, συνέπραξε ως μέλος του Δ.Σ.

στην έγκριση συμβάσεων, χωρίς την ύπαρξη των αναγκαίων προϋποθέσεων και διασφαλίσεων (πελάτης ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΑΕ, συμβάσεις που είχαν καταγγελθεί από 8/7/2002, No 1824/5/7/2000 και 227/9/2/2001, ποσών 1.618. 262,15 ευρώ και 1.292.105,76 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης, ως στέλεχος της εταιρείας ευθύνεται για τα οργανωτικά προβλήματα αυτής και II).

Όταν υπηρετούσε ως Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της ΑΤΕLEASING ΑΕ, ευθύνεται, γιατί δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια για την παρακολούθηση των εργασιών της εταιρείας. Ως στέλεχος της εταιρείας, που είχε και εκτελεστικές αρμοδιότητες, ευθύνεται για τα οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματά της, καθώς και την παραβίαση νόμων ή ΠΔΤΕ, αναφορικά με:

Την ελλιπή παρουσίαση και τεκμηρίωση, στις υποβαλλόμενες εισηγήσεις των οικονομικών δεδομένων και των περιουσιακών στοιχείων, των πελατών, εγγυήσεων κ.λπ. Τα ελαστικά κριτήρια αξιολόγησης των αιτημάτων. Τη χρηματοδότηση φορέων που εμφάνιζαν δυσμενή πληροφοριακά στοιχεία ή χωρίς επαρκή τεκμηρίωση οριστικής τακτοποίησή τους.

Τη χρηματοδότηση νέων ή υπό σύσταση εταιρειών, χωρίς οικονομικά στοιχεία και κατά συνέπεια με αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησή τους, σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη ουσιαστικής διασφάλισης της σύμβασης. Τη χρηματοδότηση φορέων που δεν είχαν καμία εμπειρία στη χρηματοδοτούμενη δραστηριότητα. Τη σε κάθε περίπτωση, μη διενέργεια εκτίμησης του μισθίου.

Τη μη εκτίμηση του ωφέλιμου χρόνου σε περίπτωση μεταχειρισμένου εξοπλισμού. Τη σύναψη συμβάσεων αγοράς εξοπλισμού από μισθωτές, που είχε αποκτηθεί επί πιστώσει, χωρίς την προσκόμιση εξοφλητικών αποδείξεων. Τη μη εξακρίβωση της ύπαρξης άδειας λειτουργίας των υπό χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Τη μη αξιολόγηση του πωλητή και της ικανότητας εξυπηρέτησης της εγγύησης επαναγοράς.

Τη μη ταυτοποίηση των μισθίων στις συναπτόμενες συμβάσεις. Την καταστρατήγηση του θεσμού των χρηματοοικονομικών μισθώσεων. Την αποτελεσματική διαχείριση και παρακολούθηση των λαμβανομένων στοιχείων πρόσθετης διασφάλισης των συναπτομένων συμβάσεων (διακύμανση αξίας ενεχύρων μετοχών, λήξη, είσπραξη, αντικατάσταση, σφράγιση κ.λπ.

επιταγών).Την ασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ή αυτών που διασφάλιζαν τις απαιτήσεις της. Την, με μεγάλη καθυστέρηση, καταγγελία των μη εξυπηρετουμένων συμβάσεων και τη λήψη μέτρων για την προστασία των συμφερόντων της εταιρείας. Τη μη διαχρονική παρακολούθηση του πιστωτικού κινδύνου της εταιρείας.

Τα φαινόμενα υπερτιμολογήσεων που επισημάνθηκαν. Τη μη υλοποίηση των εγκριθέντων ή την αναρμόδια τροποποίησή τους. Την κατά παράβαση του Ν. 1665/1986 και του καταστατικού της εταιρείας διενέργεια πράξεων αγοραπωλησίας μετοχών και την πρόκληση ζημίας στην εταιρεία ύψους 451.474,50 ευρώ, η οποία πιθανόν να αυξηθεί.

Τη κατά παράβαση της Π.Δ.Τ.Ε. 2438/1998 παύση, χωρίς αντικατάσταση, του Εσωτερικού Ελεγκτή της εταιρείας, ενέργεια που μπορεί να επιφέρει διοικητικές ή και οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της, Επιπλέον μετέχοντας ατομικά (ο ενάγων) είτε στην εισηγητική, είτε στην εγκριτική διαδικασία, συνέπραξε στη χορήγηση χρηματοδοτήσεων στις παρακάτω αναφερόμενες περιπτώσεις, παρά:

την ύπαρξη δυσμενών οικονομικών στοιχείων και χρηματοοικονομικών δεικτών, ή τη μη ύπαρξη οικονομικών στοιχείων, ή την έλλειψη γενικότερα τεκμηρίωσης ικανότητας αποπληρωμής της σύμβασης, ή την ύπαρξη δυσμενών πληροφοριακών στοιχείων, ή τη μη ύπαρξη επαρκών διασφαλίσεων, ή το γεγονός ότι το μίσθιο δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Αυτά συνέβησαν στις ακόλουθες, συνοπτικά αναφερόμενες περιπτώσεις: Φ. (σύμβαση 2834/2001), Ε. (σύμβαση 4754/2004), Κ. (σύμβαση 3248/2002), Π. (σύμβαση 3752/2002), Print Shop (σύμβαση 2924/2001), Α. (σύμβαση 3746/2002), Ι. (σύμβαση 2676/2001), Κ. (συμβάσεις 3440/2002, 3992/2002, 4762/2003), Σκυρόδεμα Χαλκιδικής (συμβάσεις 3493 /2002, 5000/2004), Ντιπάν ΑΕΒΕ (σύμβαση 3696/2002), Α.

Π. (σύμβαση 6652/2002), Α.Σ. (σύμβαση 4917/2004), Beauty @ Diet Λάρισας (σύμβαση 3225/2001), Beauty @ Diet Τρικάλων (σύμβαση 1021/2001), Portland (σύμβαση 4285/2002), KLIMATAIR (σύμβαση 3004/2001), CONNECTION (σύμβαση 2551/2001), Ανάσσα (σύμβαση 4832/2003), Κιβωτός (σύμβαση 4842/2003), ΑΛΤΕ ΑΤΕ (σύμβαση 3697/2002), Βαφεία Κιλκίς (σύμβαση 4813/2003), ΒΕΛΑ (συμβάσεις 6110 και 6111/2001), ΒΙΖΑΛ (σύμβαση 2615/2001), Εδαφοστατική (σύμβαση 3151/2003), Jyby International (συμβάσεις 3017/2001 και 3141/2001), Unirent (σύμβαση 1828/2000, 5° παράρτημα) Κεραμουργεία Αλεξάνδρειας (σύμβαση 2675/2001), The Martins (συμβάσεις 2852/2001, 2974/2001, 4692/2003), Στάλκον (συμβάσεις 2663/2001 - 3° παράρτημα και 3655/2002), Unique Puplications (σύμβαση 3813/2002), Α.

Κ. (σύμβαση 3616/2002), Bullet (σύμβαση 3678/2002), Media Print (σύμβαση 3834/2002), Αθηναϊκή Οικογενειακή Αρτοποιία (συμβάσεις 4094/2002, 4815/2003), Γ. (σύμβαση 4305/2002), Ινστιτούτο Ισοτοπικών Μελετών (σύμβαση 3618/2002), Πολυμορφικό Πάρκο Κω (σύμβαση 3120/2001). Επιπρόσθετα με ευθύνη του ο ενάγων: Απέδωσε το ποσό των 1,3 δισεκατομμυρίων δραχμών στις 26/10/2001 στην εταιρεία KLIMATAIR, χωρίς την υπογραφή εκείνη τη χρονική στιγμή ανάλογης σύμβασης.

Τροποποίησε αναρμοδίως εγκριτικούς όρους που αφορούσαν ή την αποδέσμευση καλυμμάτων (Beauty @ Diet Τρικάλων - 10/10/2001) ή εγκριθέντα επιτόκια (Φ. 16/1/2002) ή διασφάλιση (Αθηναϊκή Οικογενεική Αρτοποιία). Εκταμίευσε το σύνολο της χρηματοδότησης χωρίς την τήρηση των όρων διασφάλισης (ΚΙΒΩΤΟΣ). Επίσης, κατά παράβαση των διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998 συνέπραξε (12/5/2003) στην παύση του Ελεγκτή της εταιρείας ATELEASING ΑΕ και στη de facto κατάργηση της θέσης.

Μετά δε την έκδοση της ως άνω πειθαρχικής απόφασης (23/8/11/2006) του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΕ ΑΕ και την επιβολή στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, η οποία είναι οριστική και τελεσίδικη, η Διοίκηση της εναγομένης Τράπεζας, με την 522/6/12/2006 απόφασή της αποφάσισε τη λύση της υπαλληλικής σχέσης και τη διαγραφή του ενάγοντος από τα μητρώα των υπαλλήλων της από 8/11/2006, δηλαδή από την ημερομηνία έκδοσης της παραπάνω πειθαρχικής απόφασης και τη διακοπή της μισθοδοσίας του από την επομένη της κοινοποίησης της σχετικής διαταγής σ' αυτόν.

Η απόφαση αυτή και το σχετικό απόσπασμα πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα με το ΕΠ 287Β/8158/7/12/2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, το οποίο του επιδόθηκε νόμιμα, με την 651Δ/7/12/2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Παναγιωτόπουλου. Δέχεται, ακολούθως, το Εφετείο, ότι ο ενάγων, ως ανώτατος υπάλληλος με βαθμό Υποδιευθυντή, κρίθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ. 3 του Οργανισμού της εναγομένης σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, για τα πειθαρχικά αδικήματα στα οποία υπέπεσε, δικαίωμα δε παραπομπής, κατά το άρθρο 120 παρ. 5α' του Οργανισμού είχε μόνον ο Διοικητής.

Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, νόμιμα παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, με την 475/20/12/2005 και 210/1/6/2006 αποφάσεις της Διοίκησης της εναγομένης, ο δε Διοικητής αυτής Δ. Μ., νόμιμα συμμετείχε στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου, που συνεδρίασε ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, και έκρινε επί των ως άνω πειθαρχικών υποθέσεων του ενάγοντος, αφού δεν αποδείχθηκε, ότι μεταξύ αυτού και του ενάγοντος υφίστανται λόγοι πολιτικής - κομματικής εμπάθειας, που επέβαλαν να δηλώσει κώλυμα συμμετοχής στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου και στη λήψη της πειθαρχικής απόφασης, κατά το άρθρο 88 παρ. 3 του Οργανισμού, ανεξάρτητα του ότι η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα της απόφασης, εξαιτίας της συμμετοχής εξαιρετέου.

Η πρόβλεψη στον Οργανισμό διαφορετικής πειθαρχικής δικαιοδοσίας για τους υπαλλήλους μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' και τους κατέχοντες τους ανώτατους βαθμούς (Υποδιευθυντές - Διευθυντές) δικαιολογείται από τη διαφορετική θέση που κατέχουν στην ιεραρχία της Τράπεζας και τον αντίστοιχο βαθμό ευθύνης που κατέχουν στην ιεραρχία της Τράπεζας και τον αντίστοιχο βαθμό ευθύνης που αυτή συνεπάγεται.

Η διαφορετική αυτή πειθαρχική μεταχείριση των ανωτάτων υπαλλήλων της ΑΤΕ συνδέεται προδήλως με το υψηλό επίπεδο ευθύνης και εμπιστοσύνης έναντι της τράπεζας κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και υπαγορεύεται από την ανάγκη της ταχείας περαίωσης των πειθαρχικών διαδικασιών, δεν στερεί δε αυτούς από τα εχέγγυα μιας δίκαιης πειθαρχικής κρίσης, αφού κρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, που είναι πολυμελές όργανο, αποτελούμενο από 11 μέλη (τελείως ανεξάρτητα πρόσωπα, επιστήμονες από διαφόρους χώρους), που ως τέτοιο, εξασφαλίζει την τήρηση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, μέσω της ανταλλαγής των διαφορετικών απόψεων των μελών και της σύνθεσής τους.

Το Δ.Σ. επομένως, ως πειθαρχικό όργανο με τόσο διευρυμένη σύνθεση, δεν στερείται των εγγυήσεων της αμεροληψίας, που προσδίδει η συμμετοχή Αρεοπαγίτη στο Πενταμελές Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για τους λοιπούς υπαλλήλους. Η απόφαση αυτή του Πειθαρχικού Συμβουλίου κρίνεται νομότυπη, καθόσον περιέχει τα εκδικαζόμενα πειθαρχικά παραπτώματα, το χρόνο και τόπο τέλεσης αυτών, ενώ έχει πλήρως αναλυτική αιτιολογία, αφού αναφέρει ότι, ως προς την ενοχή του ενάγοντος, το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε γνώση του κατηγορητηρίου, της έγγραφης απολογίας του ενάγοντος, την απαντητική έκθεση των ελεγκτών και περιγράφονται αναλυτικά οι πράξεις του, που συνιστούν τα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία του επιβλήθηκε ποινή και γίνεται αναλυτικότατη αναφορά με ειδικές, κατά πελάτη και σύμβαση, επισημάνσεις.

Η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, δεν αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ο ενάγων πράγματι τέλεσε τα παραπάνω πειθαρχικά αδικήματα και συνεπώς ορθώς κρίθηκε τιμωρητέος.

Ειδικότερα, η τέλεση από τον ενάγοντα των ως άνω πειθαρχικών αδικημάτων, αποδεικνύεται από τις πιο πάνω, από 13/12/2005 και 12/4/2006 εκθέσεις ελέγχου της Ομάδας ελεγκτών Δ., της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης της εναγομένης Τράπεζας, στις οποίες περιγράφονται αναλυτικά κατά πελάτη και σύμβαση τα πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία υπέπεσε ο ενάγων.

Ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι ο Δ. "... είναι ο εκλεκτός του Διοικητή της εναγομένης Τράπεζας και στέλεχος της ΔΑΚΕ, εκλεγμένο στα όργανα του Συλλόγου Προσωπικού ΑΤΕ, ότι κατά την αξιολόγηση του στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατετάγη τελευταίος με αποτέλεσμα να μην προαχθεί, πλην όμως ο Διοικητής Δ. Μ. με προσωπική του απόφαση χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων διαδικασιών τον προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή, με συνέπεια ο Δ.

από τότε που προήχθη έδωσε "γην και ύδωρ" στον Διοικητή και ότι έκτοτε οι έλεγχοι που διενήργησε είχαν το χαρακτήρα διώξεων, με αποτέλεσμα να συρθούν στα πειθαρχικά και ποινικά δικαστήρια αρκετοί συνάδελφοι, οι οποίοι δικαιώθηκαν", είναι απορριπτέος. Και τούτο, διότι ο έλεγχος και η σύνταξη της έκθεσης έγιναν από Ομάδα ελεγκτών της ΑΤΕ ΑΕ και όχι μόνον από τον Δ..

Άλλωστε, τα οργανωτικά-λειτουργικά προβλήματα τα ATELEASING ΑΕ, για τα οποία κυρίως και πρωτίστως ευθύνεται ο ενάγων, λόγω της ιδιότητάς του ως Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής και τα οποία καταγράφονται στην έκθεση της Ομάδας των ελεγκτών Δ., επιβεβαιώθηκαν και από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στην ATELEASING ΑΕ και από άλλους ελεγκτές της Εσωτερικής Επιθεώρησης της ΑΤΕ, καθώς και από εξωτερικούς ελεγκτές, αλλά κυρίως από ελεγκτές της Τράπεζας της Ελλάδος.

Βέβαια οι εξωτερικοί ελεγκτές, με τις υποβληθείσες εκθέσεις τους, δεν καταλογίζουν πειθαρχικές ή άλλες ευθύνες σε στελέχη της ATELEASING ΑΕ, αφού δεν είχαν αρμοδιότητα πειθαρχικού ελέγχου, επιβεβαιώνουν όμως σε αυτές την ύπαρξη όλων των παραπάνω οργανωτικών και λειτουργικών προβλημάτων της εταιρείας. Το ίδιο ισχύει και για τους ελέγχους που διενήργησε η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις σε βάρος της ελεγχόμενης εταιρείας, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί να ασκήσει πειθαρχικό έλεγχο σε βάρος στελέχους εταιρείας.

Συγκεκριμένα, όλα τα παραπάνω οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματα της ATELEASING ΑΕ, επιβεβαιώνονται στις από 18/2/2005 και 8/7/2005 εκθέσεις της εταιρείας K.P.M.G. και της Ομάδας των ελεγκτών Ρ. της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου (τώρα Εσωτερικής Επιθεώρησης) της ΑΤΕ, αντίστοιχα. Επίσης, η εταιρεία GRANT THORNTON, η οποία ύστερα από εντολή του ΔΣ της ATELEASING ΑΕ, πραγματοποίησε έλεγχο στην εταιρεία και προέβη σε ταξινόμηση του προσδιορισθέντος από τη Διοίκηση δείγματος των συμβάσεων κατά αξία και κατηγορία κινδύνου, σε έλεγχο των φακέλων και καταγραφή των εξασφαλίσεων που έχουν ληφθεί, σε αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου των συμβάσεων και προσδιορισμό των κριτηρίων για τη λήψη των εγγυήσεων, στην από Ιουνίου 2003 έκθεσή της επισήμανε τα ίδια οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματα.

Όμως, πέραν αυτών, ελέγχους στην εταιρεία ATELEASING ΑΕ, πραγματοποίησε και η Τράπεζα της Ελλάδος, βάσει του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 1665/1986, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 2 του Ν. 2076/1992. Ειδικότερα, η Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών (ΓΕΤ) πραγματοποίησε γενικό έλεγχο στην εταιρεία το έτος 1996 και διαπίστωσε, πέραν των άλλων, αδυναμίες τόσο στη λειτουργική της δομή όσο και στα συστήματα διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου.

Οι κυριότερες διαπιστώσεις του ελέγχου αυτού περιελήφθησαν στο με αρ. πρωτ. 205/29/6/1998 πόρισμα ελέγχου της ως άνω υπηρεσίας, το οποίο κοινοποιήθηκε στην ATELEASING ΑΕ και συνοψίζονται στις ακόλουθες: Δεν λειτουργούσε τμήμα εσωτερικού ελέγχου. Η έλλειψη θεσμοθετημένων διαδικασιών σύναψης και παρακολούθησης των συμβάσεων Χ/Μ, δημιούργησε αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο για την εταιρεία.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ελέγχου, το χαρτοφυλάκιο των συμβάσεων Χ/Μ της εταιρείας θεωρούνταν ότι θα αποφέρει ζημία ύψους 1.730 εκατ. από επισφαλείς απαιτήσεις. Ο ετεροχρονισμός μεταξύ της θεσμοθετημένης διάρκειας των αποσβέσεων και της διάρκειας των συμβάσεων δημιούργησε στην τριετία 1994 - 1996 πλασματικά κέρδη ύψους 3.982 εκατ.

δραχμών, τα 2/3 των οποίων διανεμήθηκαν στους μετόχους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται η αναπόσβεστη αξία του εκμισθωμένου εξοπλισμού υπερεκτιμημένη. Οι ληξιπρόθεσμες από μισθώματα Χ/Μ αυξάνονταν με μεγαλύτερο ρυθμό από την αύξηση του κύκλου εργασιών. Τα προβλήματα έλλειψης ρευστότητας ανάγκασαν την εταιρεία να προχωρήσει σε δανεισμό υψηλού κόστους και αντιμετώπισης ad hoc των συγκεκριμένων σχεδιασμών της.

Δεν υφίστατο γραπτό σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τα συστήματα πληροφορικής. Τα υποβαλλόμενα στην ΤΕ/ΓΕΤ στοιχεία, σύμφωνα με το 374/21/7/1992 έγγραφο της ΓΕΤ, ήσαν ελλειπή. Δεν είχαν θεσπισθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες για τον έλεγχο της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τον Οκτώβριο του 2001 διενεργήθηκε στην ATELEASING ΑΕ ειδικός έλεγχος με αντικείμενο την αξιολόγηση του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου και ειδικότερα της οργανωτικής και λειτουργικής δομής, των διαδικασιών έγκρισης και παρακολούθησης των χρηματοδοτικών μισθώσεων, των πληροφοριακών συστημάτων και γενικότερα της ανάπτυξης και εφαρμογής συστημάτων διαχείρισης ελέγχου.

Στο από μηνός Ιανουαρίου 2002 πόρισμα ελέγχου επισημάνθηκαν ότι: Είχαν τεθεί σε εφαρμογή Συστήματος και Διαδικασιών Πιστοδότησης και ορισμένες άλλες βασικές διαδικασίες, αλλά. Δεν έχει ενεργοποιηθεί η Επιτροπή Ρυθμίσεων και Εμπλοκών. Δεν παρακολουθείται συστηματικά ο συνολικός πιστωτικός κίνδυνος. Δεν έχει λάβει χώρα η κατηγοριοποίηση των απαιτήσεων στην πεντάβαθμη κλίμακα μετά την έγκρισή τους.

Δεν τηρούνται τα προκαθορισμένα χρονικά όρια για την καταγγελία των συμβάσεων. Υπάρχουν αδυναμίες στην παρακολούθηση των εξασφαλίσεων. Παρατηρούνται περιπτώσεις αποδοχής τιμολογίων που δεν αντιστοιχούν σε πάγιο εξοπλισμό. Ο εσωτερικός έλεγχος δεν καλύπτει ακόμη την αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων του Ενεργητικού και της επάρκειας των Προβλέψεων και των ίδιων Κεφαλαίων.

Δεν προβλέπεται η υποβολή έκθεσης ετήσιου ελέγχου από τους Εξωτερικούς Ελεγκτές. Η ελεγκτική διαδικασία της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΤΕ δεν προβλέπει την εκτίμηση της καθαρής θέσης της εταιρείας και δεν καλύπτει σημαντικό μέρος των απαιτήσεων της 2438/1998 ΠΔΤΕ. Κατά παράβαση του Ν.1665/1986 και του καταστατικού της εταιρείας, διενεργήθηκαν αγοραπωλησίες χρεογράφων.

Δεν έχουν θεσμοθετηθεί οι προβλεπόμενες από το Ν. 2331/1996 και την Εγκύκλιο 2/18/9/1997 της Τ.Ε. διαδικασίες "περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες". Επίσης, κατά το διάστημα από 21/6/2004 έως 4/11/2005 έγινε έλεγχος στην ATELEASING ΑΕ από κλιμάκιο επιθεωρητών της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος (Δ.Ε.- Π.Σ.) της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εστιάστηκε κυρίως στην αξιολόγηση των κινδύνων δραστηριότητας, της αποδοτικότητας, της λειτουργικής και οργανωτικής δομής, των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας, καθώς και στην εξέταση του βαθμού συμμόρφωσης και πληρότητας των παρεχομένων στοιχείων στο υφιστάμενο πλαίσιο εποπτείας.

Στο δε από μηνός Δεκεμβρίου 2005 πόρισμα ελέγχου, μεταξύ άλλων επισημάνθηκαν ότι: Οι διαδικασίες του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, οι οποίες είχαν κοινοποιηθεί και στην Τράπεζα της Ελλάδος, δεν εφαρμόζονταν. Οι καταγεγραμμένες και εγκεκριμένες από το ΔΣ διαδικασίες εισήγησης, έγκρισης, υλοποίησης και παρακολούθησης των Χ/Μ παραβιάζονταν κατ' εξακολούθηση και μάλιστα συχνά από τα ίδια τα ανώτερα στελέχη της εταιρείας.

Οι Διοικήσεις και οι υπεύθυνοι της εταιρείας είχαν επικεντρώσει την προσοχή τους στη μεγέθυνση των πωλήσεων Χ/Μ, χωρίς να αξιολογούν ουσιαστικά τη δυνατότητα των μισθωτών να αποπληρώσουν τα μισθώματα. Ο Διευθυντής του Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος κατέγραψε ορθώς σε πόρισμα τα προβλήματα εφαρμογής του συστήματος πιστοδοτήσεων και της κατάστασης που επικρατούσε στην εταιρεία, απολύθηκε ως "ανεπαρκής" με συνοπτικές διαδικασίες.

Το πόρισμα αυτό δεν κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα Ελλάδος. Με την ίδια απόφαση του ΔΣ καταργήθηκε η θέση του εσωτερικού ελεγκτή. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν ενημερώθηκε για την απόλυση του Διευθυντή Εσωτερικού Ελέγχου, ούτε για την κατάργηση της θέσης του Εσωτερικού Ελεγκτή. Καταστρατηγήθηκε σε πολλές περιπτώσεις ο θεσμός του LEASING και της σχετικής νομοθεσίας με την έγκριση Χ/Μ SLB στις οποίες έγιναν αποδεκτά και αποτέλεσαν αντικείμενο LEASING τιμολόγια που αφορούσαν παροχή υπηρεσιών συντήρησης, βελτίωσης ή μετασκευής ακινήτων, ηλεκτρικές, υδραυλικές και κλιματιστικές εγκαταστάσεις, πυρασφάλεια κ.α.

και μάλιστα συχνά σε ακίνητα που δεν ανήκαν στους μισθωτές. Κατά παράβαση διάταξης του Ν. 1665/1986, που αφορά τον αποκλειστικό σκοπό της δραστηριότητάς της, η εταιρεία αγόρασε κατά το χρονικό διάστημα 1999 - 2001 μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο συνολικής αξίας κτήσεως δρχ. 6.9 δις περίπου. Η εκτιμηθείσα ζημία από το χαρτοφυλάκιο των 198 χρηματοδοτικών μισθώσεων που ελέγχθηκαν, υπολογίστηκε σε ευρώ 78.220, η δε συνολική ζημία που προέκυψε από αναγωγή στο σύνολο των απαιτήσεων της ATELEASING ΑΕ ανήλθε σε ευρώ 109.900.

Το μεγάλο ύψος της πιθανής ζημίας έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματική καθαρή θέση της ATELEASING ΑΕ και κατ' επέκταση, σε ενοποιημένη βάση, στα ίδια κεφάλαια του Ομίλου της ΑΤΕ. Ο τρόπος διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου καθ' όλο το διάστημα της λειτουργίας της εταιρείας απέβη καταστροφικός για τα συμφέροντά της.

Οι κυριότεροι παράγοντες που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση της σημερινής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας είναι: Τα ελαστικά κριτήρια αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης των μισθωτών (σημαντικό ποσοστό Χ/Μ θα είχαν απορριφθεί, αν είχαν αξιολογηθεί με στοιχειώδη τραπεζικά κριτήρια). Η έλλειψη παρακολούθησης της πορείας των Χ/Μ η αδυναμία ή απροθυμία έγκαιρης λήψης των προβλεπομένων μέτρων στις περιπτώσεις καθυστερήσεων, καθώς και η ανεπάρκεια και κακή διαχείριση των εξασφαλίσεων.

Το σοβαρότερο πρόβλημα στην εταιρεία δημιουργήθηκε από την καταστρατήγηση σε ευρύτερη κλίμακα των προβλεπομένων από τις καταγεγραμμένες και εγκεκριμένες από το ΔΣ πιστοδοτικές διαδικασίες και μάλιστα από τα ίδια τα ανώτερα στελέχη και τα μέλη της διοίκησης που συμμετείχαν στα εγκριτικά κλιμάκια και είχαν την ευθύνη για την προάσπιση των συμφερόντων της εταιρείας.

Δέχεται, τέλος το Εφετείο, ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον ενάγοντα για τα ως άνω πειθαρχικά αδικήματα, είναι ανάλογη με τις υπαίτιες πράξεις του και βρίσκεται μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από το άρθρο 115 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της εναγομένης Τράπεζας, καθόσον, υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά, συνέτρεχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την οριστική απόλυσή του, αφού λόγω της βαρύτητας των ανωτέρω ενεργειών και παραλείψεων του ενάγοντος και της παράβασης των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, θεμελιώνεται απολύτως, η εύλογη πεποίθηση της εναγομένης για την ακαταλληλότητα αυτού να παράσχει υπεύθυνο τραπεζικό έργο, χωρίς κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η οριστική απόλυσή του και η λύση της υπαλληλικής σχέσης.

Αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του ενάγοντος, ενόψει του ότι σε αυτόν επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής απόλυσης και μάλιστα 6 μήνες προτού θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης, ενώ στον Βαρδάκο (Γενικό Διευθυντή και μέλος του ΔΣ) επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της εξάμηνης παύσης, στον Τ. (Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και μέλος του ΔΣ) επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της γραπτής επίπληξης για την πρώτη υπόθεση, ενώ στους υπόλοιπους (Β., Δ., Π., Μ.) δεν επιβλήθηκε καμία πειθαρχική ποινή, δεν καθιστά σύμφωνα με την καλή πίστη, μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης, επειδή το ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την επιβολή ηπιότερων μέτρων από αυτό της οριστικής απόλυσης, δεν δικαιολογείται από τις παραπάνω παραδοχές, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι από τις ενέργειες και παραλείψεις του ενάγοντος, ο οποίος κατείχε επί 11 περίπου έτη την κορυφαία θέση στη πυραμίδα της εκτελεστικής εξουσίας της εταιρείας, ως Διευθύνων Σύμβουλος, έχοντας καθολική συμμετοχή σε όλα τα θέματα που απασχόλησαν το σύνολο των διενεργηθέντων ελέγχων, προκλήθηκε σοβαρός κλονισμός στην λειτουργία της ATELEASING ΑΕ, η οποία, ενόψει της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει, αναγκάστηκε να προβεί σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά 41.000.000 ευρώ περίπου, προκειμένου να εκπληρωθεί η ελάχιστη προϋπόθεση για τη συνέχιση της λειτουργίας της, το δε σχετικό κόστος καταβλήθηκε από τον κύριο μέτοχο της εταιρείας, δηλαδή την εναγομένη Τράπεζα.

Εξάλλου, από το 163/28/2/2008 έγγραφο του Ταμείου Συντάξεων και πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ προκύπτει ότι ο ενάγων είχε ήδη θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης την 8/11/2006.Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις, των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ. 3 του Οργανισμού της εναγομένης, με τις τελευταίες των οποίων προβλέπεται, ότι για τους ανώτατους υπαλλήλους της ΑΤΕ ΑΕ, όπως είναι ο ενάγων (Υποδιευθυντής), ως Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι με την προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης πειθαρχική διαδικασία ο ενάγων δεν στερήθηκε, του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας, αλλ' αντίθετα είχε τη δυνατότητα ανάπτυξης των απόψεών του και άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων του, ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής που ενεργούσε ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, ούτε τα εχέγγυα μιας δίκαιης πειθαρχικής δίκης, αφού κρίθηκε από ενδεκαμελές όργανο (αποτελούμενο από ανεξάρτητα πρόσωπα, επιστήμονες από διαφόρους χώρους) που λόγω της σύνθεσής του, διασφάλιζε το αμερόληπτο της κρίσης αυτού, πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Περαιτέρω, με τις παραδοχές, ότι ενόψει της βαρύτητας των αναφερομένων πειθαρχικών αδικημάτων και της παράβασης των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα, ο οποίος επί 11 περίπου έτη βρισκόταν στην κορυφαία θέση στην πυραμίδα της εκτελεστικής εξουσίας της εταιρείας ATELEASING ΑΕ, ως Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του επταμελούς Δ.Σ., με καθολική συμμετοχή σε όλα τα θέματα που απασχόλησαν το σύνολο των διενεργηθέντων ελέγχων, προκλήθηκε σοβαρός κλονισμός της λειτουργίας της εν λόγω εταιρείας, η οποία έχει περιέλθει σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, για τη συνέχιση λειτουργίας της οποίας η εναγομένη αναγκάστηκε να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά 41.000.000 ευρώ, θεμελιώνεται η εύλογη πεποίθηση της εναγομένης για την ακαταλληλότητα του ενάγοντος να παράσχει υπεύθυνο τραπεζικό έργο, χωρίς κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων αυτής, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέσο ήταν η οριστική απόλυση του ενάγοντος, ο οποίος είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, δεν παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

Τέλος, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο, μετά από νόμιμη διαδικασία, έκρινε ομόφωνα (απείχε ένα μέλος της ψηφοφορίας) ένοχο τον ενάγοντα γιατί ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ATELEASING ΑΕ, που είχε δικαιοδοσία στην εγκριτική διαδικασία, φέρει ευθύνη για σωρεία αντικανονικών ενεργειών και παραλείψεων και για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, που είχαν ως συνέπεια την οικονομική ζημία της εναγομένης, ύψους 100.000.000 - 110.000.000 ευρώ περίπου, με εξαντλητική αναφορά των αποδιδομένων στον ενάγοντα πράξεων που συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα, και για τα οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, σχετικά με τη μη αντίθεση της ως άνω αποφάσεως στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και με το αιτιολογημένο της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/5/2013 αίτηση για αναίρεση της 4750/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ