Legislator Case Law & Legislation
1406/2012 AI generated

1406/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1406/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1406/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece removal legal capacity amnesty previous political persecution deportation despite health issues
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1406 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1406/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ν. Λ. του Α,. κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Κ. Π., το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9605/2000, 6316/2001, 7495/2002 μη οριστικές, 206/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5470/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-1-2007 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1237/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 7-10-2011 αίτηση κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 8849Γ/11-1-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. 758/28-5-2012 διαβιβαστικό έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της από 7-10-2011 κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε προσωπικά στον διαμένοντα στην αλλοδαπή (Γαλλία) αναιρεσίβλητο.

Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή στην ουσία η έφεση και το Εφετείο έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, γιατί στη μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε εκείνη του Εφετείου, στη δε δεύτερη περίπτωση έπαυσε νομικώς να υπάρχει (ΟλΑΠ 40/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως πλήττονται τόσο η πρωτόδικη 206/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η εκδοθείσα μετά την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής 5470/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης περί λύσεως της υιοθεσίας του, με συνέπεια η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να ενσωματωθεί σε εκείνη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως και οι ειδικότεροι λόγοι αυτής, καθόσον στρέφεται και κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 1588 ΑΚ, που προβλέπει τη λύση της υιοθεσίας ενηλίκου, προκύπτει ότι λόγο λύσεως αποτελεί η συνδρομή παραπτώματος που δικαιολογεί την αποκλήρωση εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 1840 ΑΚ ή λόγου αχαριστίας κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ. Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1840 ΑΚ, προκύπτει ότι, περίπτωση αποκληρώσεως του κατιόντα συνιστά η διάπραξη από τον τελευταίο με πρόθεση πλημμελήματος σε βάρος του διαθέτη ανιόντα ή της συζύγου του, το οποίο πρέπει, με βάση την κοινωνική και ηθική άποψη να είναι σοβαρό.

Ο όρος πλημμέλημα νοείται κατά τα οριζόμενα από τον ποινικό κώδικα (άρθρο 18 εδ. β`), χωρίς να απαιτείται και καταδίκη, ενώ το δικαστήριο εκτιμώντας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, κρίνει αν από κοινωνικής και ηθικής απόψεως, φέρουν τον χαρακτήρα του σοβαρού πλημμελήματος.

Έτσι, ως σοβαρό πλημμέλημα μπορεί να χαρακτηρισθεί και η περίπτωση σκαιούς εξυβρίσεως του διαθέτη από τον κατιόντα όπως και η χειροδικία ή απειλή χειροδικίας κατ' αυτού, η περί τούτου δε κρίση είναι ζήτημα νομικό που υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, αχαριστία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 505 ΑΚ, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν.

Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, με διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας για μακρό χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, το ζήτημα, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσεώς του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης θετής μητέρας του περί λύσεως της υιοθεσίας του ως θετού τέκνου αυτής. Το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ..., με την υπ' αριθμ. 4316/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υιοθέτησε τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ενήλικο κατά το χρόνο της υιοθεσίας, 24 ετών, γάλλο υπήκοο, ο οποίος συναίνεσε στο ακροατήριο στην υιοθεσία αυτή και μαζί με το δικό του επώνυμο, Λ., έλαβε και το επώνυμο Λ. ...

Ο εναγόμενος τα δύο πρώτα χρόνια μετά την υιοθεσία, ενδιαφερόταν για την ενάγουσα θετή μητέρα του, την εργασία της, η οποία διατηρούσε Ίδρυμα, το "Σκιρώνειο Μουσείο Πολυχρονόπουλου" του οποίου είναι πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και τη βοηθούσε στις διάφορες εργασίες για τις εκδηλώσεις και εκθέσεις του Μουσείου, με την φροντίδα δε της ενάγουσας έλαβε αυτός τη θέση του ταμία του ιδρύματος, συντηρούμενος από αυτή, η οποία είναι ευκατάστατη.

Η ενάγουσα εκδήλωνε το ενδιαφέρον της προς αυτόν, τον οποίο έφερε σε επαφή με τον κύκλο των καλλιτεχνών, γλυπτών του Ιδρύματος, και με παροχές προς αυτόν, αγορά αυτοκινήτου, έξοδα μεταβιβάσεώς του και την επιστροφή του στο τόπο καταγωγής του στη Γαλλία, ενώ με το υπ' αριθμ. .../31-1-1991 συμβόλαιο ... μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, την επικαρπία του οποίου κράτησε για τον εαυτό της, ενός ακινήτου.......

που βρίσκεται στη θέση "ΒΑΡΙΕΣ ΑΔΑΜΕΣ" του Δήμου Κηφισιάς ... Παρά το ενδιαφέρον της και τις προς αυτόν παροχές μετά το έτος 1991, άλλαξε η προς αυτήν συμπεριφορά του, δεν ενδιαφερόταν για το πρόσωπο της, αλλά δημιουργούσε συνεχώς εντάσεις και απαιτούσε από αυτήν σημαντικά χρηματικά ποσά για προσωπικά του έξοδα.

Αυτός διέμενε στη Γαλλία το χειμώνα και όταν ερχόταν τα καλοκαίρια στην Ελλάδα δεν έδειχνε ενδιαφέρον για την ενάγουσα και το Ίδρυμα του οποίου αυτή είναι πρόεδρος και είχε την προοπτική να την αντικαταστήσει αυτός μελλοντικά, αλλά ενδιαφερόταν και προσπαθούσε να της αποσπά διάφορα χρηματικά ποσά, που χρησιμοποιούσε για προσωπικά του έξοδα, ταξίδια και διασκεδάσεις, άρχισε δε να την υβρίζει με βαριές ύβρεις όπως "κωλόγρια και πουτάνα", έφθασε δε πολλές φορές και σε χειροδικία εις βάρος της, όπως συνέβη κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 1995 στην οικία της στην οδό ..., ,,, Αποδείχθηκε επίσης ότι μετά τα τελευταία αυτά περιστατικά που συνέβησαν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου του έτους 1995, ο εναγόμενος αναχώρησε για τη Γαλλία, όπου διαμένει και έχει από το έτος 1994 τελέσει γάμο με Γαλλίδα, χωρίς έκτοτε να ενδιαφερθεί για την ενάγουσα, οι σχέσεις των οποίων ως μητέρας, υιού, έχουν διακοπεί έκτοτε, χωρίς να επανέλθει αυτός, ή να δείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη θετή μητέρα του.

Αντίθετα οι καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, περί αγαθών σχέσεων της ενάγουσας με αυτόν, δεν κρίνονται πειστικές και εκ του ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 1995, που αναχώρησε αυτός για τη Γαλλία, δεν έχει καμία επικοινωνία με την ενάγουσα ούτε κανένα ενδιαφέρον γι' αυτή, δεν την επισκέφθηκε έκτοτε, μέχρι και την άσκηση της αγωγής, γεγονός που δεν θα συνέβαινε εάν οι σχέσεις τους δεν είχαν διαταραχθεί σοβαρά.

Η άνω υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου προς τη θετή μητέρα του, συνιστά παράβαση των κανόνων του δικαίου και βαρύ παράπτωμα, που σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις δικαιολογεί το χαρακτηρισμό του ως αχάριστου προς αυτήν, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 505 ΑΚ, και συνιστά επίσης λόγο αποκλήρωσης κατά την έννοια του άρθρου 1840 παρ. 3 ΑΚ ...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1578, 1840 παρ. 3, και 505 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, αξιολογούμενα τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του σοβαρού πλημμελήματος, που συνιστά η εξύβριση της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση σκαιές και ανάρμοστες εκφράσεις αλλά και οι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, χειροδικίες σε βάρος της πολλές φορές, μεταξύ των οποίων και ή λαβούσα χώρα κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 1995, καθώς και του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, που συνιστά, εκτός από τα ανωτέρω, η αδιαφορία του αναιρεσείοντος για το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και η διακοπή κάθε επικοινωνίας μαζί της από το έτος 1995 και μετέπειτα, συμπεριφορά που δικαιολογεί γενικώς την εφαρμογή της ΑΚ 505 ΑΚ.

Οι περιεχόμενες στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την άγνοια εκ μέρους του της ελληνικής γλώσσας που καταφάσκουν την αναξιοπιστία των υπό των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης κατατεθέντων πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτες, ως αφορώσες εκτίμηση πραγμάτων, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με το δεκτό γενόμενο περιστατικό της μη επιδείξεως ενδιαφέροντος εκ μέρους του για το πρόσωπό της, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά ότι η αναιρεσίβλητη "ήταν δεκτική τέτοιου ενδιαφέροντος" εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Ως πράγματα, τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, είναι απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την εκτεθείσα έννοια. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002).

Ο λόγος είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, για να σχηματίσει το άνω σαφές πόρισμά του έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.

Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, δηλαδή α) το υπ' αριθμ. .../1990 αντίγραφο πληρεξουσίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαμβίας Μπιτούνη στο οποίο παρέστη διερμηνέας γνωρίζων την ελληνική και γαλλική γλώσσα προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, β) την από 18-11-1992 χειρόγραφη επιστολή της αναιρεσίβλητης προς τον ίδιο στην γαλλική γλώσσα, προς απόδειξη του ίδιου ως άνω ισχυρισμού του αλλά και προς απόδειξη των καλών σχέσεων τους, γ) το υπ' αριθμ. .../1991 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ζαμβίας Μπιτούνη, για το οποίο γίνεται άλλωστε ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, δ) αεροπορικά εισιτήρια αφίξεως του στην Ελλάδα την 31-8-1995 και αναχωρήσεως του στις 7-9-1995, ε) από 3-7-1992 δίπλωμα επαγγελματικών σπουδών του και από 28-6-1999 πιστοποιητικό εργασίας του στη γαλλική εταιρεία ιματισμού Elis, και στ) από Οκτωβρίου 1995 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, είναι απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του, έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω στοιχεία.

Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, δεύτερος, κατ' άλλο μέρος, και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του Ν. Α. Λ. (D. A. L.) για αναίρεση των υπ' αριθμ. 206/2004 και 5470/2006 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ