Supreme Court annuls first-instance judgment due to procedural errors and non-application of mandatory laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding social security contributions for private sector employees who later worked in public sector enterprises. The court found that the lower court failed to apply mandatory provisions concerning the acquisition of public enterprises and incorrectly applied specific administrative regulations. Consequently, the judgment was set aside, the case remanded for retrial before a different panel, and the appellants were ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560, 579, 580 KPolD; The Supreme Court must annul a first-instance judgment if it fails to apply mandatory laws regarding the acquisition of public enterprises by private businesses and if it incorrectly applies specific administrative regulations, thereby remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1406 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1406/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα" (ΤΕΑΙΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα" (ΤΑΠΙΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπεισελθόντων στην παρούσα δίκη ως καθολικοί διάδοχοι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης και του Κλάδου Πρόνοιας αντίστοιχα του (αρχικώς αναιρεσείοντος) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" (ΤΕΑΥΕΚ). Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Στέφανο Παπιλίδη και Αγγελική Γαβαλά αντίστοιχα.
Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ... και 9) ..., κατοίκων ως εκ της υπηρεσίας τους ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπυρίδων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-9-2000 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2003 και 721/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6358/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ως άνω αρχικώς αναιρεσείον με την από 14-2-2007 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 21-10-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 3-11-2008 κλήση των καλούντων, με τις δε προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί ο πρώτος και να γίνουν δεκτοί οι υπόλοιποι τρεις λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των καλούντων - αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται και πάλι προς συζήτηση ενώπιον του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου η από 14-2-2007 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων" (ΤΕΑΥΕΚ) για αναίρεση της 6358/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-10-2008, με την από 3-11-2008 κλήση και όπως αυτή εκτιμάται (α) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ)" και (β) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα(ΤΑΠΤ)" ως καθογικών διαδόχων του αναιρεσείοντος (άρ. 58, 69, 104, 114 ν.3655/2008).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ταυτόσημης με τη διάταξη του αρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτό λόγο, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του.
Εξάλλου, με το άρ.34παρ.παρ.3 και 4 ν.1876/1990, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρ. 56παρ.1ν.1943/1991 ορίζεται ότι (α) προσωπικά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου τομέα, εφόσον με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου κρίνεται ότι πλεονάζει, μεταφέρεται, χωρίς αίτησή του, σε υπηρεσίες του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και κατατάσσεται σε κενές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον έχει τα προσόντα που προβλέπονται για τις θέσεις αυτές, εάν δε δεν υπάρχουν κενές θέσεις, η κατάταξη γίνεται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας, οι οποίες συνιστώνται αυτοδικαίως με την απόφαση μεταφοράς, κατά ειδικότητα και αριθμό ίσο με τον αριθμό των προσώπων που θα καταταγούν σ' αυτές και (β) για το προσωπικό που μεταφέρεται έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παρ.
παρ. 14,16 και 17 του αρ. 20 ν. 1735/1987. Περαιτέρω, με τον ν. 1735/1987 "προσλήψεις στον δημόσιο τομέα, κοινωνικός έλεγχος στην δημόσια διοίκηση, πολιτικά δικαιώματα και άλλες διατάξεις" ορίζεται στο αρ. 20 (η ισχύς των διατάξεων του οποίου παρατάθηκε από την λήξη της έως και την 11-11-1992 με το αρ.56 παρ. 5 ν.1943/1991) ότι "παρ. 14.
Οι υπάλληλοι που μεταφέρονται σε άλλη υπηρεσία επιλέγουν αν θα εξακολουθήσουν να υπάγονται στα ταμεία κύριας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας της υπηρεσίας από την οποία προέρχονται ή θα υπαχθούν στα αντίστοιχα ταμεία της νέας υπηρεσίας τους.
... Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ρυθμίζονται θέματα μεταφοράς ασφαλιστικών εισφορών και προσμέτρησης του χρόνου ασφάλισης σε περίπτωση αλλαγής φορέα επικουρικής ασφάλισης παρ. 16. Η κατά τις παραγράφους 12-15 μεταφορά προσωπικού είναι υποχρεωτική για τους υπαλλήλους που μεταφέρονται, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης για την αιτία αυτή από τον φορέα από τον οποίο προέρχονται ...
παρ. 17. Ο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων που μεταφέρονται λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στη νέα υπηρεσία τους για όλα τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης, εκτός από την καταβολή αναδρομικά αυξημένων αποδοχών. Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές του μεταφερομένου προσωπικού, όπως προσδιορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση αριθ.
Δ 3020/1662/12-6-1986 (ΦΕΚ 513 τ.Β'), διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μέχρις ότου εξισωθούν με τις αποδοχές της νέας θέσης. Η προσωπική αυτή διαφορά δεν λαμβάνεται υπόψη στη βάση υπολογισμού της ΑΤΑ". Επακολούθησεν η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2081058/7169/0022 της 11/31-12-1991 "καθορισμός αποδοχών του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού που μεταφέρθηκε και υπηρετεί σε ΝΠΔΔ αρμοδιότητας ΓΓΚΑ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 56 του Ν. 1943/1991" (ΦΕΚ Β' 1059), με την οποία ορίσθηκεν, εκτός των άλλων, ότι "1.- Για την μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 1505/1984 ..., όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 ... ... 2.
Η κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του ν. 1505/1984 θα γίνει με βάση τα τυπικά προσόντα που απαιτήθηκαν κατά την αρχική πρόσληψη των υπαλλήλων αυτών ή εκείνα που απαιτήθηκαν για την τυχόν ένταξή τους σε άλλη ειδικότητα και όχι άλλα αυξημένα τυπικά προσόντα που τυχόν είχαν, χωρίς να απαιτούνται για την πρόσληψη ή ένταξη ή που απέκτησαν μεταγενέστερα ... . 4.
Οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε τομείς έξω του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (δηλαδή υπηρεσίες ιδιωτικού τομέα) δεν αναγνωρίζονται για την μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων, Μ.Κ. και χρονοεπίδομα". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για την κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια και το χρονοεπίδομα του μεταφερομένου νομίμως πλεονάζοντος προσωπικού των νπιδ του δημοσίου τομέα στα ως άνω νπδδ δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος που έχει διανυθεί εκτός του δημοσίου τομέα, το ποσό δε της τυχόν προκύπτουσας μείωσης των αποδοχών του καταβάλλεται σε αυτό ως προσωπική διαφορά κατ' αρ. 20 παρ. 17 ν. 1735/1987, έστω και αν η επιχείρηση του δημοσίου τομέα από την οποία μεταφέρεται είχεν εκουσίως ή κατ' επιταγή του νόμου αναγνωρίσει κατά την πρόσληψη ή την διάρκεια της υπηρεσίας των ως άνω εργαζομένων την προϋπηρεσία τους για την βαθμολογική και υπηρεσιακή τους εξέλιξη.
Οι διατάξεις εξάλλου του αρ. 5 παρ. 1 ν. 2303/1995, με το οποίο ορίσθηκε ότι "ο χρόνος εργασίας σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα του κατά τις διατάξεις του αρ. 56 του ν. 1943/1991... μεταφερθέντος προσωπικού, οι οποίες εξαγοράστηκαν από επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη" και του αρ. 17 παρ. 6 του ίδιου νόμου, με το οποίο ορίσθηκεν ειδικότερα για το προσωπικό που υπηρετούσε κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού στη ΕΛΒΙΠΥ ΑΕ και μεταφέρεται κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου σε άλλες υπηρεσίες, ότι ως χρόνος υπηρεσίας του για την κατάταξή του στα μισθολογικά κλιμάκια αναγνωρίζεται ο χρόνος που αναγνωρίσθηκεν από την ΕΛΒΙΠΥ Α.Ε., εφαρμόζονται από 4-5-1995 χωρίς αναδρομική ισχύ (αρ.26 του ως άνω νόμου), η δε δεύτερη (διάταξη) δεν αφορά τους μεταταχθέντες προηγουμένως κατ' εφαρμογή και σε εκτέλεση του αρ. 56 ν. 1943/1991 υπαλλήλους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας επί εφέσεων του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων" (ΤΕΑΥΕΚ) κατά των 720 και 721/2003 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχαν δεχθεί αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων κατ' αυτού (με τις οποίες αυτοί επικαλούμενοι ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφερθέντες σ' αυτό το 1989 και 1991, με τις αναφερόμενες εκεί κοινές υπουργικές αποφάσεις, από τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπου εργάζονταν αρχικά, και δη από την ΠΡΟΜΕΤ ΑΕ οι 7 πρώτοι, την ΑΣΠΡΟΦΩΣ ΑΕ ο 8ος και την ΕΛΒΙΠΥ ΑΕ η 9η, έχοντας εργασθεί προηγουμένως, πριν δηλ.
την απασχόλησή τους στις ως άνω επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις αναφερόμενες στις αγωγές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και ότι το εναγόμενο κατά την επανακατάταξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια του ν.1505/1984 δεν υπολόγισε και τον χρόνο της της προϋπηρεσίας τους σ' αυτές-επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα-με αποτέλεσμα να υφίστανται μηνιαίως ζημία από την κατάταξή τους σε χαμηλότερα μ.κ.
ανερχόμενη κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1990 - 31/12/1996 στα παρατιθέμενα αναλυτικά στις αγωγές ποσά, ζήτησαν να τους καταβληθούν τα ποσά αυτά) δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι του εναγομένου ΤΕΑΥΕΚ, είχαν εργασθεί στον ιδιωτικό τομέα κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση (6358/2006) χρονικό διαστήματα, ότι οι επιχειρήσεις του ευρύτερου τομέα, στις οποίες εργάσθηκαν στην συνέχεια και από τις οποίες μετατάχθηκαν στο εναγόμενο, δηλ.
η ΠΡΟΜΕΤ ΑΕ για τους 1ο έως και 7ο, η ΑΣΠΡΟΦΩΣ Α.Ε. για τον 8ο και η ΕΛΒΙΠΥ ΑΕ για την 9η, είχαν αναγνωρίσει την προϋπηρεσία τους αυτή στον ιδιωτικό τομέα, ότι την προϋπηρεσία τους στις άνω επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΠΡΟΜΕΤ ΑΕ, ΑΣΠΡΟΦΩΣ ΑΕ και ΕΛΒΙΠΥ ΑΕ) αναγνώρισε το εναγόμενο κατά την μετάταξή τους σ' αυτό για τον σκοπό της ένταξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και της συναφούς μισθολογικής τους μεταχείρισης, δεν αναγνώρισεν, όμως, την προηγουμένη προϋπηρεσία τους στον ιδιωτικό τομέα, με συνέπεια να τους εντάξει σε χαμηλότερα από τα αναλογούντα στην προϋπηρεσία τους μισθολογικά κλιμάκια και να τους καταβάλλει χαμηλότερες αποδοχές.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκεν ότι τα ποσά που απώλεσαν οι ενάγοντες κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών τους με τον μη συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους και στον ιδιωτικό τομέα και την μη ένταξή τους στ' αντίστοιχα μ' αυτήν μισθολογικά κλιμάκια ανέρχονταν σε 2.267,59 € για τον 1ο ενάγοντα, 1.640,54 € για την 2η, 1.852,63 € για την 3η, 932,29 € για τον 4ο, 1.181,52 € για τον 5ο (για το χρονικό διάστημα από 1/1/1990-31/12/1996 ως προς όλους), 4.798,38 € συνολικά για τον 6ο (για το χρονικό διάστημα 1/1/1990 - 31/12/1996), 5.196,5 € συνολικά για τον 7ο ενάγοντα (για το χρονικό διάστημα 1/1/1994 - 31/12/1996), 1.156,5 € για τον 8ο και 2.393,87 € για την 9η (για το διάστημα από 25/11/1991 - 31/12/1996) και επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ύστερα από αντικατάσταση των αιτιολογιών της) απορρίπτοντας σχετικούς λόγους των εφέσεων του εναγομένου.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου άνω διατάξεις των αρ. 34 παρ. παρ. 3 και 4 ν. 1876/1990 (όπως αντικατ. με το αρ. 56 παρ. 1ν. 1943/1996) και 20 ν. 1735/1987 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους (εφόσον μάλιστα δεν δέχθηκε συγχρόνως ειδικά ως προς το χρονικό διάστημα, από 4-5-1995 και μετέπειτα, ότι οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, στις οποίες είχαν εργασθεί προηγουμένως οι αναιρεσίβλητοι, εξαγοράσθηκαν από επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα), όπως και τις επίσης ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις της 2081058/7169/0022/11-12/31-12-1991 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μη εφαρμόζοντας αυτές, αν και έπρεπε να τις εφαρμόσει.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγου της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθ. 1 του άρ. 560 ΚΠολΔ παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα του διατακτικό οριζόμενα.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του αρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την απόδοση δηλ.
των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του επιδικασθέντος κεφαλαίου, των επ' αυτών τόκων και των δικαστικών εξόδων. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου, αφού λόγω της επικύρωσης της θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεθείσα (Ολ ΑΠ 22/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τις προτάσεις τους που κατατέθηκαν πριν από την συζήτηση της υπόθεσης τα καλούντα (αναιρεσείοντα) παραδεκτά ζήτησαν την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης και δη την απόδοση από τους αναιρεσιβλήτους των εκεί αναφερομένων ποσών που καταβλήθηκαν σ' αυτούς για εκδικασθέν κεφάλαιο και τόκους επ' αυτών σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω απόφασης.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει ν' απορριφθούν, διότι αποδεικνύεται μεν ότι το εναγόμενο ΤΕΑΥΕΚ για την εκτέλεση των 720 και 721/2003 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών που ενσωματώθηκαν, κατ' επικύρωσή τους, στην αναιρουμένη 6358/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέδωσε το Α370/27-2-2007 ένταλμα πληρωμής με τ' αναφερόμενα σ' αυτό ποσά για κάθε ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, δεν αποδεικνύεται όμως, και ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν πραγματικά στους αναιρεσιβλήτους.
ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6358/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει τις αιτήσεις επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης.
Καταδικάζει του αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει, ενιαίως, σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ