Legislator Case Law & Legislation
1406/2007 AI generated

1406/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1406/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1406/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου (9-2-2007), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο νόμιμα. Επομένως πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

Keywords

AI generated
withdrawal of opposition right to a decision public offer of contract terms conditional administrative decision architect clause opt-out clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1406 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1406/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σπυριδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου:................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντουβάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κέρκυρας επί της οποίας εκδόθηκε η 14/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-7-2005 αίτησή του και τους από 9-2-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α΄ του άρθρου 569 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου (9-2-2007), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο νόμιμα. Επομένως πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 11 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: (α) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και (β) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ο μετέχων σε μια συμβατική ή ευρύτερη συναλλακτική σχέση, δεν μπορεί να επικαλεσθεί καταχρηστική άσκηση των εξ αυτής δικαιωμάτων του αντισυμβαλλομένου του, στηριζόμενος σε κακόπιστη εκ μέρους του τελευταίου συμπεριφορά, εάν την ίδια συμπεριφορά (αποδεικνύεται ότι) έχει επιδείξει και ο ίδιος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από ......... ιδιωτικού συμφωνητικού συμβάσεως έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων (και τώρα αναιρεσίβλητος) ..........ανέλαβε την ανέγερση οικοδομής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του εναγομένου, (και τώρα αναιρεσείοντος) κειμένου στην Κέρκυρα.

Με τον όρο 11 του από ......... συμφωνητικού ορίστηκε ότι κάθε διαφωνία των συμβαλλομένων θα επιλύεται υποχρεωτικά από τριμερή διαιτησία κατά τα άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ, ενώ στον υπ' αριθ. 4 όρο του συμφωνητικού ορίστηκε ότι το διαιτητικό δικαστήριο, που θα επιληφθεί των διαφορών τους, υποχρεούται να εκδώσει την απόφασή του "εντός 50 ημερών από την ημέρα που θα αποδεχθούν το διορισμό τους οι διαιτητές και σε κάθε περίπτωση εντός 50 ημερών από την πρώτη συνεδρίαση ενός εκάστου δικαστηρίου" δεδομένου ότι για την επίλυση διαφορών νομικής φύσεως συμφώνησαν επίσης διαιτησία με τους ίδιους δικαστές και επιδιαιτητή τον αναφερόμενο στο άνω συμφωνητικό Πρωτοδίκη.

Επίσης αποδείχθηκε ότι επειδή κατά την εκτέλεση του έργου ανεφύησαν διαφορές τεχνικής φύσεως, το Διαιτητικό Δικαστήριο συγκροτήθηκε προς επίλυσή τους, αποτελούμενο από τους πολιτικούς μηχανικούς ........... (επιδιαιτητή) και ........... και ........ (διαιτητές). Στο Δικαστήριο αυτό υπέβαλαν οι διάδικοι τις από 26-3-03, 1-9-03 και από 16-4-03 (συμπληρωματική) αγωγές τους.

Η πρώτη συνεδρίαση αυτού έλαβε χώρα στις 18-4-03, οπότε και άρχισε και η εξέταση των μαρτύρων των διαδίκων και επακολούθησαν συνεδριάσεις αυτού στις 23-5-2003, 24-5-2003, 5-6-2003, 12-6-2003 και στις 19-6-2003, οπότε περατώθηκε η διαιτητική ακροαματική και αποδεικτική διαδικασία, στην εξέλιξη της οποίας συστηματικά συνέπραξαν οι διάδικοι παρευρισκόμενοι σε κάθε συνεδρίαση του διαιτητικού Δικαστηρίου μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση στις 19-6-03 οι αυτοπροσώπως παριστάμενοι διάδικοι ρητά συμφώνησαν να παραταθεί η αρχική προθεσμία εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως μέχρι τις 30-9-03. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, οι διαιτητές δεν εξέδωσαν την απόφασή τους μέσα στην παραπάνω (νέα) προθεσμία και εγγράφως ζήτησαν από τους διαδίκους επανειλημμένα περαιτέρω παράταση της προθεσμίας εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως και τελικά με το από 8-3-2004 έγγραφό τους ζήτησαν προθεσμία μέχρι τις 7-4-2004.

Στην παράταση αυτή, όπως αποδείχθηκε, οι διάδικοι ήσαν σαφώς αντίθετοι. Ειδικότερα ο ........... (εναγόμενος) με την από 8-3-2004 εξώδικη δήλωσή του προς τους διαιτητές αρνήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω παράταση επισημαίνοντας σ' αυτούς την καθυστέρηση της εκδόσεως της αποφάσεώς τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου και τις εντεύθεν συνέπειες τούτου για τον ίδιο.

Ομοίως και ο ενάγων (..........) με την από 27-4-2004 εξώδικη δήλωσή του προς τους διαιτητές και την από 30-4-2004 συμπληρωματική της επισημαίνει την αδικαιολόγητη καθυστέρηση αυτών στην έκδοση της αποφάσεώς τους και την συστηματική από πλευράς τους μονομερή παράταση της συμφωνημένης προθεσμίας στις 30-9-03 χωρίς τη συναίνεση του ιδίου και του αντιδίκου του .........

Και ενώ, όπως αποδείχθηκε, οι διάδικοι ουδέποτε συμφώνησαν στην παράταση της άνω προθεσμίας, παραταύτα το διαιτητικό δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της αποφάσεώς του, που ολοκληρώθηκε με την υπογραφή της στις 21-4-2004 και κατατέθηκε στην αρμόδια γραμματεία του Πρωτοδικείου Κερκύρας στις 10-5-2004 με αυξ.

Αριθμό 1/2004. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η υπ' αρ. 1/2004 διαιτητική απόφαση είναι άκυρη, αφού εκδόθηκε μετά επτάμηνο περίπου από την εκπνοή της συμφωνημένης από τους διαδίκους προθεσμίας (30-9-2003) και ενόσω δεν ίσχυε πλέον η διαιτητική συμφωνία αυτών. Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας που συμφωνήθηκε για την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως έχει ως αποτέλεσμα και την παύση της διαιτητικής συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 885 αρ. 2 ΚΠολΔ.

Άλλωστε στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στις 19-6-03 ανεστάλη η προθεσμία προς έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως μέχρι τη δημοσίευσή της στις 21-4-2004, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εναγόμενος, δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ της 19-6-2003 και της 30-9-2003 δεν κρίνεται βραχύτατο ενόψει και της επανειλημμένως διατυπωθείσας - μέσω των εξώδικων εγγράφων διαμαρτυρίας των διαδίκων - επιτακτικής ανάγκης τους προς ταχεία επίλυση των διαφορών τους.

Συνεπώς αποδεικνυομένου ως κατ' ουσία βασίμου του σχετικού λόγου της ένδικης ακυρωτικής αγωγής πρέπει η τελευταία να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση".

Υπό τις παραδοχές αυτές του ουσιαστικού δικαστηρίου, είναι σαφές ότι ο αναιρεσείων, όχι μόνο δεν επιδίωξε και δεν δέχθηκε παράταση της προθεσμίας (όπως ζήτησαν οι Διαιτητές), αλλά ρητώς εναντιώθηκε σ' αυτήν και, επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν δικαιούται να θεωρεί κακόπιστη και καταχρηστική την συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος - κατά τις παραδοχές του Εφετείου - έπραξε ακριβώς το ίδιο· υπό τα δεδομένα δε αυτά το Εφετείο, αν και δεν διέλαβε στην απόφασή του ρητή διάταξη απορριπτική της περί καταχρήσεως δικαιώματος ενστάσεως του εναγομένου, θεώρησε αυτήν (εμμέσως πλην σαφώς) απορριπτέα.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη βεβαίωση του ουσιαστικού δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψιν όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό έλαβε υπόψιν και τα δύο έγγραφα, για τα οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο.

Έτσι, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως. Τέλος, απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή απέρριψε τον προβληθέντα από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι "από την κατά την 19-6-03 τελευταία συνεδρίαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου μέχρι και την έκδοση της επιμάχου αποφάσεώς του (21-4-04) επήλθε αναστολή της ορισθείσης προθεσμίας για την έκδοση αυτής, καθόσον κατά το διάστημα αυτό (ο αναιρεσείων) βρισκόταν σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2005 αίτηση και το από 9-2-2007 δικόγραφο των προσθέτων περί αυτής λόγων του ........... για αναίρεση της 14/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ