Legislator Case Law & Legislation
1406/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation, upholding lower court's full compensation finding.

Case Number 1406/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by owners against the final expropriation compensation decision of the Athens Court of Appeal. The owners argued that the court failed to provide sufficient reasoning regarding the building's construction history and structural condition, while the State contended the valuation was legally sound. The court rejected these claims, ruling that specific factual disputes regarding the building's condition fall within the scope of evidence evaluation rather than requiring new judicial reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 2 of the Law for the Expropriation of Real Estate for the Preservation and Discovery of Antiquities; The court's assessment of evidence regarding the condition of an expropriated building constitutes a matter of fact evaluation and does not constitute a violation of the right to reasoned judgment.

Keywords

AI generated
expropriation compensation ancient monuments law appeal dismissal evidence evaluation full compensation reasoned judgment structural condition

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Law 1893 (Greece)
Article 2 of the Law 1893 (Greece)
Article 4 of the Law 1910 (Greece)
Article 17 paragraph 2 of the Constitution
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1406 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1406/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. ..... και 3. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Αλλοδαπής αρχαιολογικής σχολής με την επωνυμία «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολαϊδη και 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-3-2003, 24-3-2003, 2-4-2003 και 3-4-2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν και με άλλες αιτήσεις προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 6366/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Ιανουαρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Επειδή κατά το άρθρο 1 του Νόμου ΒΡΞΖ/1893 (ΦΕΚ 34/Α/18-2-1893) «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων προς συντήρησιν και ανεύρεσιν αρχαιοτήτων» «προς συντήρησιν μνημείων, λόφων, υψωμάτων, τόπων ή εν γένει αντικειμένων εχόντων αρχαιολογικήν αξίαν ή προς ερεύνας αρχαιολογικάς δι' ανασκαφών ή άλλως, επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, λόγω δημοσίας ανάγκης».

Άρθρο 2ο «Η ανάγκη της απαλλοτριώσεως αναγνωρίζεται δια Βασιλικού Διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει των επί των Οικονομικών και επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργών, μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν του Υπουργικού Συμβουλίου και επί της βάσει. 1). Ητιολογημένης εκθέσεως επιτροπής συγκειμένης εκ του νομάρχου και του νομομηχανικού του νομού, εν ω κείται το ακίνητον, του γενικού εφόρου των αρχαιοτήτων και δύο καθηγητών του φιλολογικού τμήματος της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου, οριζομένων υπό του πρυτάνεως».

Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 του Νόμου ΓΨΛ/1910 (ΦΕΚ 178/9 Α/24-5-1990) «Περί της Αρχαιολογικής υπηρεσίας του κράτους, έργα του Αρχαιολογικού Συμβουλίου είναι τα εξής. Α)….3) Γνωματεύει περί της κατά τους κειμένους νόμους απαλλοτριώσεως ιδιωτικών κτημάτων χάριν αρχαιολογικών αναγκών, επί τη βάσει εκθέσεως υποβαλλομένης υπό τριών μελών του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, επισκεπτομένων τον απαλλοτριωτέον χώρον.

Εις ουδεμίαν ενέργειαν αφορώσαν τα ανωτέρω δύναται να προβεί ο Υπουργός άνευ συμφώνου γνωμοδοτήσεως του Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Εξάλλου κατά την γενικήν αρχήν του δικαίου των διοικητικών πράξεων, όταν εκδίδεται πράξη ύστερα από διαδικασία που διαγράφεται από το νόμο και περιλαμβάνει την έκδοση προπαρασκευαστικών πράξεων, πρέπει μεταξύ των πράξεων αυτών προπαρασκευαστικής και τελικής εκτελεστικής πράξεως να υπάρχει ο προσήκων χρονικός σύνδεσμος, που δημιουργεί την πεποίθηση ότι το πραγματικό καθεστώς το οποίο ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της προπαρασκευαστικής πράξης δεν μεταβλήθηκε ουσιωδώς μέχρι τον χρόνο έκδοσης της τελικής πράξεως (Ολ.

ΣτΕ 3834/1997, Ολομ.ΣτΕ 2226/67). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι δεν είναι απαραίτητη η έκδοση νέας πράξεως (γνωμοδοτήσεως του Αρχαιολογικού Συμβουλίου) προκειμένου να κηρυχθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση εφ' όσον υπάρχει τοιαύτη γνωμοδότηση για χρονικώς προγενέστερη αλλά μη πραγματοποιηθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση και εν τω μεταξύ δεν έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά περιστατικά (εν σχέσει με τις συνθήκες της απαλλοτριώσεως) τα οποία έλαβε υπόψη η προηγούμενη γνωμάτευση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι για την εγκυρότητα της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ακινήτου των αναιρεσειόντων (Αδριανού ....) για αρχαιολογικούς λόγους δυνάμει της υπ' αριθμ. 1019054/1337/2000 αποφάσεως αρμοδίων Υπουργών, δεν ήταν απαραίτητο να εκδοθεί νέα απόφαση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, αλλά αρκούσε η υπ' αριθμ. 4/91 γνωμάτευση του εν λόγω συμβουλίου, η οποία είχε εκδοθεί επί προγενέστερης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (του έτους 1991 μη συντελεσθείσης), -εφ' όσον εν τω μεταξύ δεν είχαν μεταβληθεί εν σχέσει προς το απαλλοτριωθέν ακίνητο τα πραγματικά δεδομένα τα οποία είχαν ληφθεί υπόψη από την ως άνω γνωμάτευση-.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις γιαυτό και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητας, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ.1 προβλεπόμενο λόγο (Ολομ.ΑΠ 1/1999). Επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρ. 559 παρ.14 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει ακυρότητα της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως λόγω ελλείψεως αποφάσεως του Αρχαιολογικού Συμβουλίου υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η μνησθείσα ακυρότητα ανάγεται σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

ΙΙΙ. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 561 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚπολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν και ποίο λόγο, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αόριστος), χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, και σ'αυτή την προσβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του από 24-10-1980 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 617 Δ/8-11-1980) χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα τα κτίρια τα κείμενα εντός της περιοχής «Πλάκας» του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών της περικλειομένης από τις οδούς Διονυσίου Αρεοπαγίτου, της λεωφόρου Αμαλίας, των οδών Σιμωνίδου, Φιλελλήνων, Ναυάρχου Νικοδήμου, Βουλής, Μητροπόλεως, της πλατείας Μοναστηρίου, των οδών Ερμού, Αγίων Ασωμάτων, Αδριανού Ευρισακίου, των ορίων του αρχαιολογικού χώρου, των οδών Διοσκούρων, Θεωρίας, δια μέσου του αρχαίου περιπάτου, των οδών Στράτωνος, Θρασύλλου και Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ως αυτά σημειώνονται με ένστικτη σκιαγράφηση και εμφαίνονται με ερυθρό χρώμα στο τον Γενικό Διευθυντή Οικισμού θεωρημένο με την Γ30282/1980 πράξη αυτού σχετικό πρωτότυπο διάγραμμα υπό κλίμακα 1:1000, του οποίου συνοπτικό αντίτυπο δημοσιεύεται στο αυτό Φ.Ε.Κ.».

Περαιτέρω στο Άρθρο 2 ορίζεται: «Εις τα χαρακτηριζόμενα ως διατηρητέα ως άνω κτίρια απαγορεύεται πάσα αφαίρεσις ή αλλοίωσις ή καταστροφή τόσον των επί μέρους αρχιτεκτονικών ή καλλιτεχνικών διακοσμητικών στοιχείων των όσον και του κτιρίου εν των συνόλω. Εξ άλλου κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ «είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως (εκτός αν συντρέχουν οι εξαιρέσεις α-γ) για να είναι παραδεκτός πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολομ.ΑΠ 43/90).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεών τους, που κατέθεσαν στο Εφετείο κατά την εκδίκαση των από 11-3-03 και 24-3-03 αιτήσεων των αναιρεσιβλήτων για οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους) προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι είναι άκυρη η πράξη κηρύξεως της απαλλοτριώσεως του ως άνω ακίνητο, το οποίο με το ΠΔ 24-10-80 περιλαμβάνεται μεταξύ των διατηρητέων ακινήτων, ως κείμενον επί της οδού Ανδριανού, διότι δεν πραγματοποιήθηκε, όπως προβλέπει το ρηθέν Π.Δ/γμα (άρθρο 1), η άρση του χαρακτηρισμού αυτού ως διατηρητέου.

Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων με το εκτεθέν περιεχόμενό του δεν περιελάμβανε όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα αυτού, καθ'α επιτάσσει η ήδη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 1 του ΠΔ της 24-10-1980, ήτοι δεν αναφέρεται σ'αυτόν, εάν το απαλλοτριωθέν κτίριο είχε σημειωθεί με ένστικτη σκιαγράφηση και εμφαινόταν με ερυθρό χρώμα στο σχετικό πρωτότυπο διάγραμμα θεωρημένο από τον Γενικό Δ/ντή Οικισμού με την υπ'αριθμ.

Γ.30282/80 πράξη αυτού.

Συνεπώς εφ' όσον ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν είχε προβληθεί παραδεκτά και νόμιμα και δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 περίπ.α-γ ΚΠολΔ, πρέπει ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια (κατ΄ορθή εκτίμηση) από το άρθρο 559 παρ.8 ΚΠολΔ (και όχι από 559 παρ.1 ΚΠολΔ) να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο αυτός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 παρ.14 ΚΠολΔ, ήτοι ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραλείποντας να κηρύξει ακυρότητα της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως λόγω του ότι δεν είχε αρθεί ο χαρακτηρισμός του απαλλοτριωθέντος κτιρίου των αναιρεσειόντων ως διατηρητέου, όπως περί τούτου προέβλεπε η υπ'αριθμ. 4/91 γνωμάτευση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για δικονομική ακυρότητα στην οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη, αλλά περί τοιαύτης αναγομένης σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προσκομίσθηκαν απαράδεκτα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως έγγραφα φύλλα εφημερίδας «.....» και «....» καθώς και την από .... μελέτη του Αρχιτέκτονος Πολεοδόμου ...., που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που ιδρύει τον από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως καθόσον αφορά τα έγγραφα των εφημερίδων «....» και «.....» είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη ρητώς αναφέρονται αυτά ότι ελήφθησαν υπόψη (βλεπ. φυλ 16ον). Εξάλλου από τη διαβεβαίωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ως άνω τεχνικής μελέτην.

Επομένως είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος της αιτήσεως.΄Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο δικαιούχος δικαιούται να ασκεί το δικαίωμα του και την ευρεία εξουσία, η οποία απορρέει. 'Ομως ο νόμος θεσμοθετεί περιορισμό με τον οποίον οριοθετείται η εκάστοτε άσκηση του δικαιώματος, θεωρούμενη ως κατάχρηση.

Ο νόμος τάσσει αντικειμενικά κριτήρια, προκειμένου να καταστεί ευχερής η έρευνα από τον δικαστή και αξιολογεί την ύπαρξη καταχρήσεως. Η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, η εξειδίκευση των οποίων γίνεται απόν τον δικαστή της ουσίας μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας καιτ ων κανόνων της κοινωνικής ηθικής.

Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται τόσο η ψευδής ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας όσο και η κακή εφαρμογή της. Ως καλή πίστη θεωρείται η επιβαλλόμένη στις συναλλαγές συμπεριφορά του χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου. Ως κριτήρια των χρηστών ηθών εκλαμβάνονται οι ιδέες του ορθώς σκεπτομένου, αποδεκτές γενόμενες από το κοινωνικό σύνολο, σε κάθε περίπτωση ελέγχεται το σύνολο των προβαλλομένων συνθηκών και όχι το μεμονωμένο αίτιο.

Θεωρείται ότι υπάρχει άσκηση εναντίον των χρηστών ηθών, οσάκις διαπιστώνεται αντίθετη προς το ενιαίο σύνολο της κοινωνικής ηθικής, το οποίο συνιστά θεμελιωτικό στοιχείο του αισθήματος του χρηστού ανθρώπου, ο οποίος αποτελεί μέλος της κοινωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των υποβληθεισών προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου να επισπεύσει την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ανωτέρω ακινήτου τους (Αδριανού ...) είναι καταχρηστική ως αντικειμένη στην καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος διότι το Ελληνικό Δημόσιον δεν προέβη προηγουμένως στην άρση του χαρακτηρισμού του ακινήτου αυτού, ως διατηρητέου και ακολούθως να το απαλλοτριώσει.

Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων, όπως διατυπώνεται είναι προεχόντως μη νόμιμος, διότι τα μνησθέντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν δύνανται να στηρίζουν την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει. Γιαυτό και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 8 Κ.ΠολΔ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή κατά το άρθρο 17 παρ.2 του εν ισχύϊ Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παραμόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, Εξάλλου κατά το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: Ότι με την 1019054/1337/0010/31-3-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε στο 229Δ/11-4-2000 ΦΕΚ, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης 742,46 τ.μ., με τα επικείμενά της, που βρίσκεται στην Αθήνα, στο Ο.Τ. ...

και επί των οδών Αδριανού ..., Αγίου Φιλίππου .... και ..... και Άστιγγος ...., υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών και για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την προστασία, ανάδειξη και συντήρηση του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς. Ότι στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. ...

ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων επί της οδού Αδριανού ...., συγκειμένη από οικοπεδική έκταση επιφανείας 78,24 τ.μ. και με την επ' αυτής οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο επιφανείας 78,24 τ.μ., πρώτο όροφο επιφανείας 78,24 τ.μ. και δώμα επιφανείας 43 τ.μ. που εικονίζεται στο οικείο κτηματολογικό διάγραμμα με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, επί της οποίας προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα (συγ)κυριότητας και κατά ποσοστό 50% οι ήδη αναιρεσείοντες, οτι η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, που περικλείεται από τις οδούς Άστιγγος-Αδριανού-Αγ.Φιλίππου και Θησείου, είναι πολεοδομικά και οικιστικά διαμορφωμένη, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας καθώς και από αστική συγκοινωνία και τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, τα απαλλοτριούμενα ακίνητα απέχουν ένα οικοδομικό τετράγωνο από την πλατεία Αγίων Ασωμάτων, από την έχουσα σημαντική εμπορική κίνηση οδό Ερμού και τον Σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου του Θησείου, ενώ προς τη νοτία τους πλευρά (προς την πλευρά της οδού Αδριανού) γειτνιάζουν με τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Αγοράς και του Θησείου.

Ανήκουν στην εμπορική περιοχή της θέσης «Μοναστηράκι» των Αθηνών, που παλαιότερα παρουσίαζε στην περιοχή των απαλλοτριουμένων σημαντική κίνηση με επιχειρήσεις γενικού εμπορίου, όπως παλαιοπωλεία, επίπλων, μετάλλων. Ήδη η συγκεκριμένη αυτή περιοχή, λόγω της παλαιότητας των κτισμάτων της, της άμεσης γειτνίασής της με τους πιο πάνω αρχαιολογικούς χώρους και της απεριόριστης θέας προς αυτούς και τον χώρο της Ακροπόλεως, ενώ παρουσιάζει φθίνουσα εμπορική δραστηριότητα, αντιθέτως σ' αυτή ακμάζουν οι τουριστικές επιχειρήσεις αναψυχής (εστιατόρια, καφετέριες, καφενεία), με εξαίρεση τα πρωϊνά της Κυριακής, όπου εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική εμπορική κίνηση, αφού και η περιοχή αυτή ανήκει στο διενεργούμενο κάθε Κυριακή υπαίθριο εμπόριο.

Ότι ο συντελεστής δόμησης της περιοχής ανέρχεται σε 1,4, η μέγιστη κάλυψη σε 70% και ο συντελεστής εμπορικότητας σε 1,9 για τα ακίνητα της οδού Αδριανού, 2,6 και σύμφωνα με το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ανέρχεται στις 280.000 δραχμές ανά τ.μ. Ότι το κτίσμα της οδού Αδριανού .... (επίδικη ιδιοκτησία) είναι παλαιό κτίσμα, που έχει ανεγερθεί κατά τα έτη 1930-1960 και αποτελείται δομικά από φέρουσα λιθοδομή στο ισόγειο, τσιμεντόλιθους στον όροφο και τσιμεντόλιθους με τούβλα στο δώμα και με σκεπή από κεραμίδια και τσίγκο, και ενώ ο φέρων οργανισμός (λιθοδομή, τσιμεντόλιθος-τούβλα) δεν είναι σε καλή κατάσταση, εσωτερικά και εξωτερικά (στις δύο όψεις του κτιρίου) έχει ανακαινισθεί και χρησιμοποιείται ως παραδοσιακό καφενείο από τον μισθωτή αυτού, αντί μηνιαίου μισθώματος ανερχομένου κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (Ιούνιος 2002) στο ποσό των 2.377,11 Ευρώ για τον ισόγειο όροφο και στο ποσό των 554,66 Ευρώ για τον πρώτο όροφο και το δώμα. 'Ότι η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (εδάφους και κτίσματος) κατά την 16-2-2001 σύμφωνα με το Φ3/1/3642/16-2-01 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου (εδάφους και κτίσματος ανέρχονταν σε 81.000 δραχμές ανά μ2).

Περαιτέρω το Εφετείο, αφού λαμβάνει υπόψη, εκτιμά και αναλύει τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, συμβολαιογραφικά έγγραφα ως συγκριτικά στοιχεία παρακειμένων ακινήτων) κρίνει ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων (έδαφος και επικειμένων) κατά το κρίσιμο χρόνο της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου συζητήσεως (7-6-2002) ανέρχεται στην αναφερόμενη στο διατακτικό ορισθείσαν τιμήν, η οποία ανταποκρίνεται στην πλήρη αποζημίωση, εκείνην δηλονότι με την οποίαν δύνανται οι αιτούντες να αντικαταστήσουν αυτό με άλλο ισάξιο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο: α) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος και έβδομος (κατά ένα μέρος) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και β) δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος ως προς τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως του επιδίκου γι'αυτό και ο από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ έβδομος (κατά το άλλο μέρος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VII.Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος είναι ο από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι οι κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτόν ειδικότερες αιτιάσεις (μη συγκεκριμένη αναφορά στην ανέγερση του επίδικου κτίσματος μεταξύ των ετών 1930-1960 και στην κατάσταση του φέροντος οργανισμού (λιθοδομή-τσιμεντόλιθος- τούβλα) για έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (στάθμιση- ανάλυση).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-04 αίτηση των ..... κλπ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6366/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ