Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of bank's factoring claim against public hospital.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by Eurobank against the First Instance Court of Athens' dismissal of its claim for payment of medical supplies. The bank argued that the relationship constituted a management factoring contract rather than an assignment of claims, preserving its status as the creditor. The Court agreed, finding the lower court erred in applying substantive law regarding the nature of the contract and the bank's standing to sue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 580(3), 495(3), 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that where a bank authorizes a factor to collect debts on its behalf without transferring title, the bank retains creditor status and may actively pursue the claims in court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1405 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1405/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: ενιαίου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", που εδρεύει στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αδαμαντία Σκαπέτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1146/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 785/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 2/11/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 785/2020 τελεσίδικη απόφαση του Mονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε, τυπικά και κατ ουσίαν, την από 22/9/2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ κατά της υπ'αριθμ.146/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 22/9/2015 αγωγή της αναιρεσείουσας για την καταβολή του τιμήματος πώλησης ιατροφαρμακευτικου υλικού, και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3, ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 3/2/2020 άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 4.2.2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η διετής αυτή προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 14-6-2022.
Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως εσφαλμένη ερμηνεία είτε ως εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023) Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, η παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης, βάσει δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 534/2022).
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί, καταρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης, χωρίς κατ`αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022).
Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής Ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), γιατί, κατά τον ΚΠολΔ, η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 266/2021) και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1259/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 376/2020). Ο εκδοχέας, όμως, δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως (ΑΠ 1074/2022).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ` άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ` ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ` ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, η ενεχύραση συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνσης της απαίτησης, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαίτησης, αλλά την εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος, από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον (οφειλέτη), γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1394/2021).
Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε), ονομαστικών απαιτήσεων του ενεχυραστή κατά τρίτου, προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τράπεζας από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο, και, ως εκ τούτου οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, συνήθως τράπεζα, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 234/2024,ΑΠ 121/2023, ΑΠ 1891/2022, ΑΠ 651/2022, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε άλλη ανώνυμη εταιρία αποκλειστικού σκοπού, και μιας επιχείρησης (εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου), που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
Περιεχόμενο της σύμβασης αυτής είναι ότι η εταιρία πρακτορείας (πράκτορας ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (προμηθευτή), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, τη διαχείριση καθώς και την είσπραξη μέρους ή του συνόλου των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (οφειλετών).
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 παρ.1 εδάφ.τελευταίο του ως άνω Ν. 1905/1990 προβλέπεται ότι "Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η εκχώρηση απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή".
Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μηχανισμό, με τον οποίο επιδιώκονται (σωρευτικά ή διαζευκτικά) τρεις σκοποί: ένας χρηματοδοτικός, ένας διαχειριστικός και ένας ασφαλιστικός (εγγυητικός), με τις αντίστοιχες λειτουργίες. Ειδικότερα, αν με τη σύμβαση επιδιώκεται και χρηματοδοτικός σκοπός, τότε ο προμηθευτής μεταβιβάζει στον πράκτορα τις εκκρεμείς (ήδη γεννημένες ή μέλλουσες να γεννηθούν) απαιτήσεις του από τη διάθεση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και ο πράκτορας καταβάλλει αμέσως το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων, αφού παρακρατήσει ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στον προεξοφλητικό τόκο.
Η κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση συντελείται με συνεχείς εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και την πίστωση από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, η δε πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου.
Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1905/1990, σε συνδυασμό με τα άρθρα 455, 460 έως 462 του ΑΚ, προκύπτει ότι, μετά την αναγγελία από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη της σύμβασης πρακτορείας και της εκχώρησης της απαίτησης στον πράκτορα, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον πράκτορα-εκδοχέα, που δικαιούται έκτοτε μόνος αυτός να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξή της (ΑΠ 234/2024,, ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1564/2017).
Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), διαμορφούμενη από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.
Έτσι, η επιχείρηση που συνεργάζεται με μια εταιρεία factoring μπορεί να επιλέξει εκείνο τον συνδυασμό των υπηρεσιών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της. Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring (δικη μου+ΑΠ 121/2023, ΑΠ 301/2022, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 260/2021, ΑΠ).
Δηλαδή, η σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται ελεύθερα, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος της σύμβασης factoring, η οποία, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές ( ΑΠ 234/2024,, ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 301/2022), οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:
α) γνήσια σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο της μη φερεγγυότητας του οφειλέτη και μη γνήσια σύμβαση, όταν ο κίνδυνος αυτός παραμένει στον προμηθευτή, β) αφανής σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας εισπράττει την απαίτηση στο όνομα του προμηθευτή, μολονότι αυτός (πράκτορας) είναι ο δικαιούχος (ως εκδοχέας της απαίτησης), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, ενώ, εάν γίνει αυτή η αναγγελία, τότε πρόκειται για εμφανές factoring, γ) σύμβαση factoring με ή χωρίς προεξόφληση, κατά την οποία κριτήριο είναι ο χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα, αφού αν ο χρόνος αυτός συμφωνηθεί να είναι μεταγενέστερος της εκχώρησης και συγκεκριμένα όταν θα καταστούν απαιτητές οι εκχωρηθείσες αξιώσεις, τότε δεν υπάρχει προεξόφληση, ενώ αν, αντιθέτως, συμφωνηθεί ότι ο πράκτορας θα εξοφλήσει στον προμηθευτή τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, πριν να τις εισπράξει από τους οφειλέτες του προμηθευτή, θα πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση, δ) εισαγωγική ή εξαγωγική σύμβαση factoring, αναλόγως του αν η εκχωρούμενη απαίτηση οφείλεται από πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και ε) διαχειριστική σύμβαση factoring, κατά την οποία ελλείπει η χρηματοδοτική και εξασφαλιστική λειτουργία και ο πράκτορας αναλαμβάνει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεων του προμηθευτή.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση (διαχειριστικό factoring), που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990 (με την μορφή κυρίως της εξουσιοδότησης προς είσπραξη απαιτήσεων) και έχει ευρεία εφαρμογή στην πράξη, η σύμβαση πρακτορείας εξυπηρετεί αποκλειστικά "διαχειριστικούς" σκοπούς, υπό την έννοια ότι ο πράκτορας, έχοντας την αναγκαία οργανωτική δομή, μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και την είσπραξη των απαιτήσεων, απαλλάσσοντας τον προμηθευτή τόσο από τις δαπάνες όσο και από τον χρόνο που απαιτείται συχνά για τον σκοπό αυτόν, παρακρατώντας για τις υπηρεσίες αυτές ως αμοιβή ένα ποσοστό επί των απαιτήσεων.
Με τον τρόπο αυτόν παρέχεται ικανή βοήθεια στους επιχειρηματίες να αφοσιώνονται στα κύρια καθήκοντά τους, της παραγωγής και της διάθεσης των προϊόντων τους, αφήνοντας την λοιπή, μη παραγωγική εργασία, στον πράκτορα. Στην περίπτωση, όμως, του "διαχειριστικού factoring", με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των απαιτήσεων, δεν εκχωρούνται οι υπό πρακτόρευση απαιτήσεις στον πράκτορα, αλλά παραχωρείται σ' αυτόν μόνο η εξουσία να τις εισπράξει ο τελευταίος, στο δικό του όνομα, από τον οφειλέτη, αλλά για λογαριασμό του εξουσιοδοτούντος, ο οποίος διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου (φορέα) των απαιτήσεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης.
Συνεπώς, με τη σύμβαση διαχειριστικού factoring, ο πράκτορας δικαιούται, απλώς, να προβεί στην είσπραξη της απαίτησης, χωρίς να την αποκτά. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα συμβατικό μόρφωμα που προσομοιάζει με την έμμεση αντιπροσώπευση, με την οποία παρέχεται στον έμμεσο αντιπρόσωπο η εξουσία να εισπράξει ορισμένη απαίτηση του αντιπροσωπευόμενου στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του τελευταίου (ΑΠ 234/2024, ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία "I. Τ. - Σ. Π. ΑΕΒΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ELECTROMEDICAL ΑΕΒΕ" συνήψε με την εφεσίβλητη (και πρώτη ενάγουσα) τραπεζική εταιρία (αναιρεσείουσα) και την μη διάδικο "EUROBANK EFG CYPRUS LTD" την από 19-12-2011 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου ύψους (κάλυψης) 9.800.000 ευρώ.
Η πιστούχος εταιρία "ELECTROMEDICAL ΑΕΒΕ" συναλλασσόταν, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, με το 1° Νοσοκομείο ΙΚΑ -ΕΤΑΜ (Αθήνας ) καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εκκαλούν και εναγόμενο ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ Γ.Ν.Α ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ". Συγκεκριμένα η η πιστούχος εταιρεία προμήθευε, δυνάμει συμβάσεων πώλησης και παρέδιδε στο "1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α -Ε.Τ.Α.Μ" διάφορες ποσότητες υλικών.
Για τις πωλήσεις αυτές η πωλήτρια εξέδιδε τιμολόγια -δελτία αποστολής, στα οποία περιγράφονται κατ'είδος ποσότητα και τιμή τα πωληθέντα προϊόντα. Μεταξύ των άλλων η πωλήτρια εξέδωσε τα εξής (επίδικα) τιμολόγια - δελτία αποστολής, δυνάμει των οποίων παρέδσε στο εφεσίβλητο ιατρικό υλικό : {1).....ακολουθεί η αναφορά 54 τιμολογίων}.
Η εφεσίβλητη και πρώτη ενάγουσα τράπεζα σύναψε με την προμηθεύτρια-πωλήτρια την από 19-12-2011 σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, η οποία συνοδεύεται από το παράτημα ...-2011 που αφορά (και) τα ανωτέρω τιμολόγια (βλ. σελ. 52 επ. του παραρτήματος). Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκε εκ τρίτου και η εταιρία "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" ("EUROBANK EFG FACTORS") [αρχική δεύτερη ενάγουσα ως προς την οποία χώρησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής.
Όπως προκύπτει από την από 19-12-2011 σύμβαση και το παράρτημα αυτής ...-2011, συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" θα διενεργεί τη διαχείριση, είσπραξη και λογιστική παρακολούθηση των ως άνω ενεχυραζόμενων απαιτήσεων (άρθρο 6 παρ. 6.01 της σύμβασης) και ότι θα είναι αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη στο όνομα της, αλλά για λογαριασμό της τράπεζας, των ενεχυραζομένων απαιτήσεων, δικαιούμενη μετά τη λήξη κάθε ενεχυραζόμενης απαίτησης να εισπράττει και το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 6 παρ.6.02 στοιχ.β της σύμβασης).
Επίσης συμφωνήθηκε ότι οι οφειλέτες θα καταβάλουν νομίμως μόνο στην "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων", ως αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη των ενεχυραζόμενων απαιτήσεων (άρθρο 6 παρ. 6.03 εδ.α της σύμβασης), με την επισήμανση μάλιστα ότι εάν για οποιοδήποτε λόγο οφειλέτης καταβάλει στην ενεχυράζουσα, η τελευταία υποχρεούται να αποδώσει άμεσα το εισπραχθέν ποσό στην "EUROBANK EFG FACTORS" (άρθρο 6 παρ. 6.03 εδ.
β' και γ' της σύμβασης).
Περαιτέρω ορίστηκε ότι η σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και ιδιαίτερα από τις διατάξεις του ν.δ. της 17ης Ιουλίου/13ης Αυγούστου 1923 και του ν. 1905/1990 (άρθρο 8 παρ. 8.02 της σύμβασης). Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω συμφωνηθέντα καταρτίστηκε εκτός από τη σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπου την ιδιότητα του εκδοχέα-πράκτορα και αποκλειστικά αρμόδιου για την είσπραξη των προαναφερόμενων επίδικων απαιτήσεων είχε η συμβαλλόμενη "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων".
Η ιδιότητα αυτή της "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" ως εκδοχέα - πράκτορα και αποκλειστικά αρμόδιου για την είσπραξη των προαναφερόμενων επίδικων απαιτήσεων προκύπτει ρητά και με σαφήνεια από το ανωτέρω παράρτημα ...-2011 της σύμβασης που κοινοποιήθηκε για την αναγγελία της εκχώρησης.
Με το παράρτημα αυτό (που τιτλοφορείται μάλιστα "ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΕΩΣ" [η σχετική υπογράμμιση υπάρχει και στο κείμενο του παραρτήματος]) αναγγέλλεται η εκχώρηση και καλείται ο οφειλέτης "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." να καταβάλλει στην "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" ("EUROBANK EFG FACTORS"), η οποία έχει οριστεί αποκλειστικά αρμόδια γιά την είσπραξη, η δε καταβολή θα γίνεται είτε σε μετρητά στα γραφεία της "EUROBANK EFG FACTORS", είτε με επιταγή ημέρας εις διαταγήν της "EUROBANK EFG FACTORS" που θα παραδίδεται στα ανωτέρω γραφεία της, είτε με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της "EUROBANK EFG FACTORS".
To παράρτημα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αντίστοιχης σύμβασης και υπογράφεται από τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη με εκείνα της σύμβασης (εφεσίβλητη τράπεζα, "ELECTROMEDICAL ΑΕΒΕ" και "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων"). Επομένως, κατά τα συμφωνηθέντα, αρχικά εκχωρήθηκαν οι επίδικες απαιτήσεις από την προμηθεύτρια εταιρία στην ενάγουσα (νυν εφεσίβλητη) τράπεζα λόγω ενεχύρου προς εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας, και εν συνεχεία στην εταιρία "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" προς είσπραξη.
Η αναγγελία της εκχώρησης προς την "EUROBANK EFG FACTORS" κοινοποιήθηκε με επίδοση της από 19-12-2011 σύμβασης ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων επισυναπτόμενου του παραρτήματος ...-2011 της σύμβασης (βλ. την ...-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Τ.
Τ. στην Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, ως Δ.Ο.Υ. της ενεχυράζουσας, και τις εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ. ...-2012 στη Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ, στο οποίο ανήκε το "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", ...- 2012 στη Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων και ...-2012 στον Διοικητή του Ι.Κ.Α., στο οποίο ανήκε το "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.").
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο III μείζονα σκέψη μόνον η πράκτορας εκδοχέας ανώνυμη εταιρία "EUROBANK EFG FACTORS Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" ["EUROBANK FACTORS Α.Ε."], ήταν αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων. Η ενάγουσα - εφεσίβλητη τράπεζα διατείνεται με την υπό κρίση αγωγή ότι, κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ αυτής και της "EUROBANK FACTORS Α.Ε.", λύθηκε η μεταξύ τους συνεργασία, οπότε κατέστη η ίδιαεκ νέου αποκλειστική δικαιούχος προς είσπραξη των απαιτήσεων, το γεγονός δε αυτό γνωστοποιήθηκε στο εναγόμενο νυν εκκαλούν με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν διαφοροποιεί τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι, εφόσον είχε προηγηθεί εκχώρηση στην πράκτορα "EUROBANK FACTORS Α.Ε.", έπρεπε να επακολουθήσει επανεκχώρηση των απαιτήσεων στην τράπεζα με κοινοποίηση προς τους κατά νόμο οριζόμενους. Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος (τότε εναγόμενου) νοσοκομείου και δέχθηκε ότι χώρησε εκχώρηση των απαιτήσεων στην (πρώτη) ενάγουσα - εφεσίβλητη με τις επιδόσεις που προαναφέρθηκαν, και εν τέλει έκανε δεκτή (εν μέρει) την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την τελευταία, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή των λόγων αυτής περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και αφού δικαστεί η αγωγή να απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείβλητης ως ουσία βάσιμη και, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν είναι δικαιούχος των ένδικων απαιτήσεων διότι είχε εκχωρήσει τις απαιτήσεις αυτές, στην "EUROBANK FACTORS A.E" δύναμει σύμβασης πρακτορείας, χωρίς να χωρήσει επανεκχώρησή τους στην ιδία και ότι, επομένως, αποκλειστική δικαιούχος και μόνη νομιμοποιούμενη για την διεκδίκηση των απαιτήσεων αυτών είναι η πράκτορας ""EUROBANK EFG FACTORS".
Με αυτά που δέθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 του ΑΚ και 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 68 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε ότι, εκτός από σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου, με την οποία εκχωρήθηκαν κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω ν.δ οι επίδικες απαιτήσεις από την πωλήτρια εταιρεία στην αναιρεσείουσα τράπεζα, καταρτίστηκε και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με την οποία η αναιρεσείουσα εκχώρησε τις εν λόγω απαιτήσεις στην εταιρεία "EUROBANK EFG FACTORS", με συνέπεια η τελευταία ως εκδοχέας-πράκτορας, να καταστεί αποκλειστικός δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης αυτών και ότι, μετά ταύτα, η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, παρότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, είχε ως περιεχόμενο την ανάθεση από την αναιρεσείουσα στην εταιρία "EUROBANK EFG FACTORS" της είσπραξης, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των εν λόγω απαιτήσεων στο όνομά της, αλλά για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, και, επομένως, είχε τον χαρακτήρα σύμβασης "διαχειριστικού factoring", με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των υπό πρακτόρευση απαιτήσεων, με συνέπεια, την μη εκχώρηση των εν λόγω απαιτήσεων στην ανωτέρω πράκτορα, αλλά την παραχώρηση σ' αυτήν μόνον της εξουσίας να προβεί η ίδια στην είσπραξή τους από τον οφειλέτη, στο δικό της όνομα, αλλά για λογαριασμό της εξουσιοδοτούσας αναιρεσείουσας τράπεζας, η οποία έτσι διατήρησε την ιδιότητα της δικαιούχου (φορέως) των επίδικων απαιτήσεων, χωρίς να επέλθει μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης, και, συνακόλουθα, νομιμοποιείται ενεργητικά προς δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων αυτών.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος βάσιμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 785/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση (άθρ.580 αρ.3 ΚΠολΔ), για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου ( άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ.176, 183 και 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, τα οποία, όμως,δεν επιβάλλονται μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσίβλητο αποτελεί ν.π.δ.δ και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθ.28 παρ.4 Ν.2579/1998), η νομική του, όμως, υπηρεσία στην ένδικη υπόθεση δεν διεξήχθη από το Ν.Σ.Κ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 1371/2022, ΑΠ 788/2022, ΑΠ 615/2022, ΑΠ 18/2020) , όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ.785/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί όμως από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ