Legislator Case Law & Legislation
1405/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, rejecting failure to consider ECHR precedent as a procedural error.

Case Number 1405/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of Thessaloniki regarding the admissibility of a recall request. The appellants argued the lower court erred by rejecting the recall based on legal invalidity rather than new facts, and failed to consider a specific provision of the ECHR. The court ruled that citing a legal provision does not constitute a 'thing' under the law of procedure, and since the appellants lacked a legal interest to avoid res judicata, the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 578 of the Code of Civil Procedure; A citation of a legal provision does not constitute a 'thing' under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure, and an appeal must be dismissed if no legal interest exists to avoid res judicata.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal res judicata exception procedural error ECHR precedent legal provision citation recall request legal interest

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 46(1) of the ECHR
Article 29 of Law 4491/2017
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1405/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) … και 7) …, όλων ενεργούντων με την ιδιότητα του μέλους της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του υπό σύσταση σωματείου με την επωνυμία "Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Ν. Ροδόπης", που εδρεύει στην Κομοτηνή, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιλκέρ Τσαβούσογλου. Οι αιτούσες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 26-7-2018 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2019 μη οριστική και 61/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-7-2020 αίτησή τους.

Η υπόθεση, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 21-7-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (προσδιορισθείσα αρχικώς, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2-4 Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 18-3-2022, και επαναπροσδιορισθείσα, με την υπ' αριθμ. 41/2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού τμήματος, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατόπιν του υποβληθέντος, με αρ. πρωτ. 772/8-4-2021, σχετικού αιτήματος του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 758 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται στη δυνατότητα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως οριστικής αποφάσεως της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του ν. 4491/2017 (Φ.Ε.Κ. Α' 152/13.10.2017) "Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν".

Με το άρθρο 29 του ν. 4491/2017 (Φ.Ε.Κ. Α' 152/13.10.2017) προστέθηκαν στο τέλος της ως άνω παραγράφου δύο νέα εδάφια, με τα οποία ορίζεται ότι "Η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης του πρώτου εδαφίου επιτρέπεται, επίσης, μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κρίνεται ότι η δικαστική απόφαση που δέχθηκε ή απέρριψε την αρχική αίτηση εκδόθηκε κατά παράβαση δικαιώματος που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στις επί μέρους διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της πρόληψης του εγκλήματος, της προστασίας της υγείας ή ηθικής και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία που καθίσταται οριστική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου", ενώ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 30 του αυτού ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Η διάταξη του προηγουμένου άρθρου καταλαμβάνει και τις υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πριν από τη δημοσίευση του παρόντος, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά και σύμφωνα με τους περιορισμούς της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις λοιπές διατάξεις της Σύμβασης αυτής, καθώς και τις διεθνείς συνθήκες.

Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία άσκησης της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης είναι ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος". Από το γράμμα της ως άνω μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 30 του ν. 4491/2017, σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στην επανεξέταση των υποθέσεων, που είχαν εκδικαστεί κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και είχε εκδοθεί επ' αυτών οριστική απόφαση, μετά την έκδοση αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που διαπίστωνε παραβίαση των ελευθεριών και δικαιωμάτων του ανθρώπου που προστατεύονται από την Ε.Σ.Δ.Α.

από μέρους του ελληνικού κράτους, μεταξύ των οποίων και αυτών του άρθρου 11 της Συμβάσεως, που προστατεύει το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, χωρίς καμία περαιτέρω διάκριση, και συγκεκριμένα χωρίς να εξαιρεί την περίπτωση κατά την οποία είχε ήδη επιχειρηθεί η επανεξέταση της υποθέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 758 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του.

Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ανεξαρτήτως της φύσεως και του είδους της πολιτειακής πράξεως, που απετέλεσε το γενεσιουργό αίτιο της παραβιάσεως της Συμβάσεως, η απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. δεν έχει καθεαυτή την ικανότητα να επιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της παραπάνω πράξεως, με τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις επιχειρήθηκε να ρυθμιστεί για το μέλλον το ανακύψαν ζήτημα ως προς την τύχη των αμετάκλητων και ισχυουσών έναντι πάντων στην Ελλάδα αποφάσεων των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν κατά την εκουσία δικαιοδοσία, οι οποίες είναι αντίθετες σε αναγνωριστική απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α., δεδομένου ότι για την αντίστοιχη περίπτωση των ποινικών αποφάσεων παρασχέθηκε η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας με το ν. 2865/2000, με την προσθήκη στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ της συναφούς περιπτώσεως (ΑΠ 353/2012).

Έτσι, με την προκείμενη διάταξη, παρέχεται η δυνατότητα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία από το δικαστήριο που την εξέδωσε και μετά από αίτηση του διαδίκου, κατ' απόκλιση από τον κανόνα που ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση (εδ.

α') ή εκδοθεί οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εδ. β'), σύμφωνα με τα παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενα, όπως η τελευταία αυτή περίπτωση προστέθηκε ως τρίτος λόγος ανακλήσεως με το άρθρο 29 του ν. 4491/2017 (Φ.Ε.Κ. Α' 152/13.10.2017). Τούτο δε γιατί στις δίκες της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα, σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού ή νομικού προσώπου.

Συνεπώς, ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις και συνακόλουθα στις εκάστοτε ανάγκες της κοινωνικής ζωής, προς πραγμάτωση του σκοπού των ρυθμιστικών μέτρων, δηλαδή για την επέλευση του διωκόμενου αποτελέσματος. Η ανάγκη ευελιξίας των ρυθμιστικών μέτρων της εκουσίας δικαιοδοσίας και προσαρμοστικότητάς τους στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες συνθήκες αποβλέπει να ικανοποιήσει κυρίως το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 840/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 21-7-2020 και με αριθμό καταθέσεως 40/2020 αίτηση, διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί της από 26-7-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/30-7-2018 αιτήσεως των ήδη αναιρεσειουσών και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αυτή.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, από 5-4-2001 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 756/ΕΜ-106/5-4-2001 αιτήσεως των αιτουσών, με την οποία αυτές, επικαλούμενες ότι έχουν την ιδιότητα του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου του υπό σύσταση σωματείου με την επωνυμία "Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Ν.

Ροδόπης", ζήτησαν την αναγνώριση αυτού, εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθμ. 146/2001 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αιτούσες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης την από 4-7-2001 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/2003 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, που απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, η δε ασκηθείσα κατ' αυτής, από 25-2-2003, αίτηση αναιρέσεως, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 586/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Μετά την εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, οι αιτούσες- ήδη αναιρεσείουσες προσέφυγαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την υπ' αριθμ. 34144/2005 προσφυγή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η από 27-3-2008 απόφαση του, με την οποία το Δικαστήριο εκείνο αποφάνθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, οι ήδη αναιρεσείουσες κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης την από 3-8-2009 και υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ΕΜ 318/3-8-2009 αίτησή τους, με την οποία, επικαλούμενες μεταβολή των συνθηκών μετά την έκδοση της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, ζήτησαν την ανάκληση της υπ' αριθμ. 146/2001 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, και την παραδοχή της αρχικής, υπ' αριθμ. 756/ΕΜ-106/5-4-2001 αιτήσεώς τους, για την αναγνώριση του σωματείου που εκπροσωπούν προσωρινώς.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (όπως το έτος δημοσιεύσεως της αποφάσεως διορθώθηκε με τη υπ' αριθμ. 134/2010 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, οι ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης την από 7-5-2010 και υπ' αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 32/2010 έφεση, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 562/2010 απόφασή του, έκανε δεκτή η έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της υπ' αριθμ. 756/ΕΜ-106/5-4-2001 αιτήσεως και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Κατά της τελευταίας αποφάσεως οι ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν την από 19-4-2012 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 1003/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση.

Με την ένδικη από 26-7-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/30-7-2018 αίτησή τους, οι αιτούσες και ήδη αναιρεσείουσες, αφού εξέθεταν την παραπάνω αναφερόμενη διαδικαστική διαδρομή της υποθέσεως, καθώς επίσης και ότι μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως του Ε.Δ.Δ.Α., με την οποία διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 11 της Ε.Σ.Δ.Α. (δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι, υπό την ειδικότερη έκφανση της συστάσεως σωματείου), δεν δικαιολογείται πλέον η μη αναγνώρισή του, επικαλούμενες περαιτέρω την επελθούσα μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος, ήτοι την τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 758 του ΚΠολΔ, με τα άρθρα 29 και 30 του ν. 4991/2017, ζήτησαν, προκειμένου να αποκατασταθεί το προσβληθέν δικαίωμά τους, του συνεταιρίζεσθαι, την ανάκληση της υπ' αριθμ. 23/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του Ν. 4991/2017, ώστε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεσή τους κατά της υπ' αριθμ. 146/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, μετά ταύτα, να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ.

καταθέσεως 756/ΕΜ-106/5-4-2001 αίτησή τους για αναγνώριση του σωματείου με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ν. ΡΟΔΟΠΗΣ" και εγγραφή του στο τηρούμενο στο Πρωτοδικείο Ροδόπης βιβλίο σωματείων. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 61/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της, το Δικαστήριο εκείνο έκρινε κατ' αρχήν ότι η ένδικη αίτηση ανακλήσεως ασκήθηκε ενώπιόν του αρμοδίως και παραδεκτώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017.

Στη συνέχεια, ερευνώντας αυτήν περαιτέρω, δέχτηκε ότι η ερειδόμενη στην έκδοση της από 27-03-2008 αποφάσεως του Ε.Δ.Δ.Α. ένδικη αίτηση, για ανάκληση της υπ' αριθμ. 23/2003 αποφάσεως αυτού -με περαιτέρω αίτημα την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 146/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ώστε να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ.

καταθέσεως 756/ΕΜ-106/5-4-2001 αίτηση για αναγνώριση του σωματείου- αποτελεί επανάσκηση της προηγηθείσας, ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και απορριφθείσας αμετακλήτως, με την υπ' αριθμ. 44/2010 απόφασή του, από 3-8-2009 και υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ΕΜ 318/3-8-2009 ανακλητικής αιτήσεως, η οποία επίσης είχε ως δικαιολογητικό λόγο την ως άνω απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α.

Για το λόγο αυτό έκρινε ότι η άσκηση της ένδικης από 26-7-2018 αιτήσεως προσκρούει στην καταλαμβάνουσα και την πολιτική δίκη δικονομική αρχή non bis in idem, την οποία καθιερώνει, επί των υποθέσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπό την ειδικότερη εκδήλωση της αρνητικής ενέργειάς της, το άρθρο 778 του ΚΠολΔ., δοθέντος ότι ο αποκλεισμός επαναλήψεως της ίδιας δικαστικής διαδικασίας αποσκοπεί στην προάσπιση της ασφάλειας του δικαίου και επιτάσσει η τελεσιδίκως και αμετακλήτως εκφρασθείσα δικαστική κρίση να μην τίθεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση, και για το λόγο αυτό, απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 78, 80, 81 και 105 παρ. 3 του ΑΚ, η τελευταία από τις οποίες, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζεται και επί αναγνωρίσεως σωματείου, συνάγεται ότι η σωματειακή ελευθερία, ήτοι το δικαίωμα των πολιτών να συνιστούν μη κερδοσκοπικά σωματεία με χρονικά απροσδιόριστες επιδιώξεις ή να είναι μέλη αυτών, μπορεί να περιορισθεί, με τη μορφή της μη αναγνωρίσεως ή της διαλύσεως του σωματείου με δικαστική απόφαση, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου είναι παράνομοι ή αντίκεινται στη δημόσια τάξη, υπό την έννοια ότι η μη αναγνώριση ή η διάλυση του σωματείου για τους λόγους αυτούς επιβάλλεται σε μία δημοκρατική κοινωνία ως αναγκαίο μέτρο και αποτελεί επιτακτική κοινωνική ανάγκη για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας ή την πρόληψη των διαταραχών της τάξεως.

Προσφυγή δε στο περιοριστικό αυτό μέτρο δικαιολογείται, όταν υφίσταται σχέση αναλογίας μεταξύ της παραβιάσεως και του σκοπού στον οποίο τούτο αποβλέπει. Προκύπτει, επίσης, ότι ως νόμος, του οποίου η παράβαση μπορεί να επιφέρει τη μη αναγνώριση ή τη διάλυση του σωματείου, νοείται και το Σύνταγμα, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη Βουλή και ότι η δημόσια τάξη, προς την οποία η αντίθεση του σκοπού ή της λειτουργίας του σωματείου δημιουργεί λόγο μη αναγνωρίσεως ή διαλύσεώς του, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 78, 80, 81 και 105 αριθμ. 3 του ΑΚ, αποτελείται από θεμελιώδεις κανόνες και αρχές που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις δικαιϊκές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν τον έννομο βιοτικό ρυθμό αυτής.

Αντίθεση δε προς τη δημόσια τάξη υπάρχει, όταν προσβάλλονται οι αντιλήψεις αυτές και διαταράσσεται ο βιοτικός ρυθμός (ΟλΑΠ 17/1999, ΟλΑΠ 6/1990). Το έννομο, δηλαδή, αγαθό που προστατεύουν οι σχετικές διατάξεις, είναι η κατάσταση κοινωνικής ηρεμίας, που επιτρέπει σε όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου να συμβιώνουν ειρηνικά και για την επίτευξη της οποίας και το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει περιορισμούς ορισμένων δικαιωμάτων, στα άρθρα 11 παρ. 2, 13 παρ. 2 και 18 παρ. 3 (δικαίωμα συναθροίσεως, ελευθερία λατρείας και δικαίωμα ιδιοκτησίας, αντίστοιχα).

Συνακόλουθα, οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 78, 80, 81 και 105 αρ. 3 του ΑΚ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά, αντίθετα, βρίσκονται εντός των πλαισίων αυτής, εφόσον ερμηνευθούν στενά, ώστε το επιβαλλόμενο στο σωματείο μέτρο, της μη αναγνωρίσεώς του, να τελεί σε εύλογη σχέση με την παρανομία που έχει διαπραχθεί, με βάση την αρχή της αναλογικότητας που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. 4 του Συντάγματος, η οποία επιβάλλει να είναι το μέτρο της μη αναγνωρίσεως κατάλληλο, αλλά και κυρίως αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί η προσβολή (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 58/2006).

Η ανάγκη, δηλαδή, προσφυγής στο περιοριστικό αυτό μέτρο δικαιολογείται, όταν υφίσταται σχέση αναλογίας μεταξύ της παραβάσεως και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει. Προσέτι, η ανάγκη πρέπει να είναι άμεση και να αποδεικνύεται πειστικά. Απλές υπόνοιες ή εντυπώσεις. ότι οι προθέσεις ή οι τυχόν δραστηριότητες του σωματείου είναι παράνομες ή αντικείμενες στη δημόσια τάξη, με βάση μόνο τη φραστική διατύπωση του καταστατικού ή την ερμηνεία των όρων τούτου, δεν μπορούν από μόνες τους να θεμελιώσουν την ανάγκη προσφυγής στο περιοριστικό μέτρο της μη αναγνωρίσεως του σωματείου.

Ακόμη, οι πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11 και 14 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Συμβάσεως της Ρώμης, "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων.

Τούτο δε καθόσον: α) Στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' της Συμβάσεως αυτής, ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται στην ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, πλην όμως κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από αυτούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία, για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, β) Στο άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ίδιας Συμβάσεως (Ε.Σ.Δ.Α.) ορίζεται, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία εκφράσεως και ότι το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης ως και την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων, πλην όμως στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι η άσκηση των ελευθεριών τούτων, συνεπαγόμενη καθήκοντα και ευθύνες, δύναται να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξεως και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, την προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, γ) Στο άρθρο 11 παρ. 1 της αυτής Συμβάσεως (Ε.Σ.Δ.Α.) ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως σε συνδικάτα, με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων τους.

Κατά την παρ. 2 εδ. α', όμως, του ίδιου άρθρου, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς πέρα από αυτούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξεως και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων και δ) στο άρθρο 14 της αυτής ως άνω Συμβάσεως ορίζεται ότι η χρήση των αναγνωριζόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλους, αδιακρίτως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.

Κατά συνέπειαν, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις των εν λόγω άρθρων 9, 10, 11 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι η δημόσια τάξη, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να θεμελιώσει θεμιτό περιορισμό των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές. Σημειώνεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενόψει της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 11 της Ε.Σ.Δ.Α., με την απόφασή του της 17-02-2004, που εκδόθηκε στην υπόθεση Gorzelik και λοιπών κατά της Πολωνίας, μετά από ατομική προσφυγή κατά του Πολωνικού Κράτους, για άρνηση των αρχών αυτού να προβούν στην επίσημη καταχώρηση του σωματείου των προσφυγόντων, υπό την επωνυμία "Ένωση των Προσώπων Σιλεσιανής Ιθαγένειας" έκρινε ότι: "Η ελευθερία συνεταιρισμού δεν είναι απόλυτη και πρέπει να γίνει δεκτό ότι όταν ένα σωματείο, δια των δραστηριοτήτων του ή των προθέσεων τις οποίες δηλώνει ρητώς ή σιωπηρώς στο πρόγραμμά του, θέτει σε κίνδυνο τους θεσμούς του Κράτους ή τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων, το άρθρο 11 (της Ε.Σ.Δ.Α.) δεν αποστερεί από τις αρχές ενός Κράτους την εξουσία προστασίας των εν λόγω θεσμών και προσώπων και ότι τούτο απορρέει και από την παρ. 2 του άρθρου 11 και από τις θετικές υποχρεώσεις του Κράτους, δυνάμει του άρθρου 1 της Συμβάσεως να αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων, τα οποία εξαρτώνται από τη δικαιοδοσία του" (σκέψη 94 της αποφάσεως αυτής).

Ακόμη, το Ε.Δ.Δ.Α., με την απόφασή του της 10-07-1998, που εκδόθηκε στην υπόθεση Σ. κατά Ελλάδος έκρινε ότι "αν ένα σωματείο, μετά την αναγνώρισή του, εμπλακεί σε δραστηριότητες ασυμβίβαστες προς τη δημόσια τάξη ή προς τους κατ' αρχήν νόμιμους σκοπούς που φαίνεται ότι επιδιώκει σύμφωνα με το καταστατικό του, οι αρμόδιες αρχές δεν θα ήταν δυνατόν να παραμείνουν αδύναμες να αντιδράσουν και ότι σύμφωνα με το άρθρο 105 του Ελληνικού ΑΚ, το πρωτοδικείο θα μπορούσε να διατάξει τη διάλυση του σωματείου αν αυτό, μετά την αναγνώρισή του, επιδίωκε σκοπό διαφορετικό από τον προβλεπόμενο από το καταστατικό του ή αν η δραστηριότητά του αποδεικνυόταν ότι είναι παράνομη, αντίθετη στα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη" (σκέψη 46 της αποφάσεως αυτής).

Τέλος, με βάση τη Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών, που υπογράφηκε στη Λωζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923, και τη Συνθήκη Ειρήνης που υπογράφηκε επίσης στη Λωζάνη στις 24 Ιουλίου 1923, στην Ελλάδα και ειδικότερα στη Δυτική Θράκη παρέμειναν Μουσουλμάνοι κατά το θρήσκευμα (θρησκευτική μειονότητα).

Αυτό με σαφήνεια προκύπτει: α) από το άρθρο 2 της ανωτέρω Συμβάσεως, το οποίο ορίζει, ότι "[...] δεν θα περιληφθούν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν οι Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως και οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης" και β) από το άρθρο 45 της πιο πάνω Συνθήκης Ειρήνης, στο οποίο αναφέρεται ότι "τα αναγνωρισθέντα δια των διατάξεων του παρόντος Τμήματος δικαιώματα εις τας εν Τουρκία μη μουσουλμανικάς μειονότητας, αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος εις τας εν τω εδάφει αυτής ευρισκομένας μουσουλμανικάς μειονότητας".

Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω Σύμβαση, η οποία είναι ειδική και δεν έχει ανατραπεί με κάποια νεότερη σύμβαση, στη Θράκη δεν υπάρχουν Τούρκοι, αλλά μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι. Το ιστορικό αυτό γεγονός, αλλά και η αναγνώριση της υπάρξεως μουσουλμανικής μειονότητας από τις συμβαλλόμενες χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, οριοθετούν πλήρως τις θέσεις των δύο χωρών και τον αντίστοιχο προσδιορισμό τους στο διεθνή χώρο.

Η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 έθεσε τέρμα σε οποιαδήποτε αιτήματα και βλέψεις εδαφικών διεκδικήσεων, οριστικοποιώντας έτσι τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 840/2021). Περαιτέρω, στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας του σωματείου είναι η επωνυμία, όπως την ίδια λειτουργία επιτελεί το επώνυμο στα φυσικά πρόσωπα.

Για το λόγο αυτό, η επωνυμία επιβάλλεται να μη είναι αντικειμενικά πρόσφορη να δημιουργήσει παραπλανητική εικόνα ή σύγχυση με τρίτους, ούτε αυτή να αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, να απορρίψει τη σχετική αίτηση για αναγνώρισή του (ΑΠ 1614/2017, 58/2006, 586/2005).

Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά το άρθρο δε 6 παρ. 1 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης, "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νομίμως λειτουργούντα δικαστήρια: α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 764/2013). Τέλος, στο άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000, ΑΠ 1502/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την υπό ανάκληση, υπ' αριθμ. 23/2003, απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "[........] από τα έγγραφα που οι αιτούσες προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύεται ότι μέλη του υπό σύσταση σωματείου με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ν.

ΡΟΔΟΠΗΣ" εγγράφονται αποκλειστικά γυναίκες Ελληνικής υπηκοότητας, κάτοικοι του Ν. Ροδόπης, ενήλικες......(βλ. άρθρο 3 του από 21-3-2001 καταστατικού) σκοποί δε αυτού είναι η δημιουργία μιας εστίας συγκέντρωσης των γυναικών του Ν. Ροδόπης για την προαγωγή και ικανοποίηση των αναγκών τους για πολιτισμό, παιδεία, διασκέδαση, ψυχαγωγία, κοινωνική, ηθική και πνευματική εξύψωση των μελών, ανάπτυξη αδελφικών σχέσεων μεταξύ των μελών και η διατήρηση και διάδοση της λαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς με την αναβίωση τοπικών εθίμων σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς.

Από τη διατύπωση, όμως, της επωνυμίας του σωματείου "ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ν. ΡΟΔΟΠΗΣ", που χαρακτηρίζει όχι μόνο αλλοεθνείς, αλλόγλωσσους και αλλόθρησκους, αλλά κυρίως ξένους υπηκόους, όπως η χρήση αυτή γίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με τους όρους του καταστατικού και ειδικότερα του άρθρου 3 αυτού, που ορίζει ότι μέλη εγγράφονται γυναίκες Ελληνικής υπηκοότητας, προκύπτει ότι το τελευταίο αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τα μέλη του ως Τούρκους, με Τουρκική Εθνική συνείδηση [......] και όχι απλώς ως Μουσουλμάνους Ελληνικής υπηκοότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι επιδιώκει με τη λειτουργία του την προώθηση εντός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας των Τουρκικών ιδεωδών, κατ' αντίθεση με άλλα νομίμως λειτουργούντα στην Ελλάδα σωματεία διαφόρων ομάδων διαφορετικής Εθνικής καταγωγής (Αρμενίων, Ισραηλιτών κ.λ.π.), που επιδιώκουν θεμιτά τη διατήρηση των εθνικών τους εθίμων, της γλώσσας κ.λ.π.

Η αναφορά στην τουρκική ταυτότητα δεν έχει την έννοια της απώτερης τουρκικής καταγωγής, στοιχείο άλλωστε που δεν τίθεται και ως όρος στο καταστατικό τους για την εγγραφή των μελών του υπό σύσταση σωματείου, αλλά της ενεστώσας ιδιότητάς των ως μελών υφιστάμενης στην Ελλάδα Εθνικής Τουρκικής μειονότητας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις [......] διεθνείς συμβάσεις, αφού με την αναγνώρισή του εμφανίζεται η ύπαρξη στην περιοχή της Δυτικής Θράκης εθνικής τουρκικής μειονότητας, ενώ μ' αυτές μόνο η ύπαρξη θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας αναγνωρίζεται στην περιοχή.

Όμως η ταυτότητα αυτή είναι ανύπαρκτη, όπως εμφανίζεται από το υπό σύσταση σωματείο, και δημιουργεί σύγχυση ως προς την υπηκοότητα και την ταυτότητα των μελών του. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου σε συνδυασμό με τους όρους του καταστατικού του είναι αντίθετα προς την Ελληνική δημόσια τάξη, ενώ η μη αναγνώρισή του εναρμονίζεται με το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της σωματειακής ελευθερίας, αφού τα μέλη του υπό σύσταση σωματείου μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση σωματείου με όρους και επωνυμία που να μην είναι αντικειμενικά πρόσφορα να δημιουργήσουν παραπλανητική εικόνα ή σύγχυση ως προς την ταυτότητα των μελών του.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία απέρριψε την υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της".

Μετά δε την απόρριψη, με την υπ' αριθμ. 586/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, της ασκηθείσας εκ μέρους των ήδη αναιρεσειουσών, κατά της αποφάσεως αυτής, αιτήσεως αναιρέσεως, εκδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η από 27-3-2008 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Συμβάσεως.

Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της προαναφερόμενης αποφάσεώς του (σκέψεις 28 επ.), τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο σημειώνει, καταρχήν, ότι η άρνηση της εγγραφής του σωματείου των προσφευγουσών κινήθηκε κυρίως από την φροντίδα να ματαιώσει δια μιας την αποδιδόμενη σε αυτές πρόθεση να προωθήσουν την ιδέα ότι υφίσταται στην Ελλάδα μία εθνική μειονότητα της οποίας τα ιδεώδη έπρεπε να προωθηθούν.

Με άλλα λόγια, το επίδικο μέτρο στηρίχθηκε σε μία απλή υποψία ως προς τις πραγματικές προθέσεις των ιδρυτριών του σωματείου και τις ενέργειες στις οποίες αυτό θα προέβαινε μόλις θα άρχιζε να λειτουργεί. Εν τούτοις, οι προθέσεις των προσφευγουσών δεν κατέστη δυνατόν εν προκειμένω να επαληθευθούν σε σχέση με την συμπεριφορά του σωματείου στην πράξη, αφού αυτό ουδέποτε εγγράφηκε.

Υπενθυμίζοντας ότι, σύμφωνα με την νομολογία του, η διεξαγωγή των αποδείξεων υπάγεται κατά κύριο λόγο στους κανόνες του εθνικού δικαίου και ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι καταρχήν αρμόδια να εκτιμήσουν τα στοιχεία που συνέλεξαν [....................], το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται παρά ταύτα από το γεγονός ότι τα επιληφθέντα δικαστήρια αρκέστηκαν στην μόνη επωνυμία "Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Νομού Ροδόπης" προκειμένου να καταλήξουν στην επικινδυνότητα του σωματείου για την δημόσια τάξη.

Επιπλέον, αν και δεν είναι της αρμοδιότητάς του να αξιολογήσει την σημασία που δίνει το εναγόμενο Κράτος στα ζητήματα που σχετίζονται με την μουσουλμανική μειονότητα στην Δυτική Θράκη, το Δικαστήριο πιστεύει ότι, ακόμη και αν ο πραγματικός στόχος του σωματείου ήταν να προωθήσει την ιδέα ότι στην Ελλάδα υπάρχει μία εθνική μειονότητα, τούτο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αφ' εαυτού απειλή για μία δημοκρατική κοινωνία, ακόμη περισσότερο αφού τίποτα μέσα στο καταστατικό του σωματείου δεν υποδήλωνε ότι τα μέλη του εκθείαζαν την προσφυγή στην βία ή σε αντιδημοκρατικά ή αντισυνταγματικά μέσα.

Το Δικαστήριο επιθυμεί να υπενθυμίσει ότι η ελληνική νομοθεσία δεν καθιερώνει ένα προληπτικό σύστημα ελέγχου για την σύσταση μη κερδοσκοπικών σωματείων: το άρθρο 12 του Συντάγματος σημειώνει ότι η σύσταση σωματείων δεν μπορεί να υπαχθεί σε προηγούμενη άδεια. Σε ό,τι αφορά το άρθρο 81 του Αστικού Κώδικα, αυτό επιτρέπει στα δικαστήρια να ασκούν έναν απλό έλεγχο νομιμότητας σε αυτά και όχι έναν έλεγχο σκοπιμότητας [...............].

Τέλος, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποκλείσει ότι το σωματείο, μετά την σύστασή του, θα μπορούσε, κάτω από την κάλυψη των αναφερομένων στο καταστατικό σκοπό, να επιδοθεί σε δραστηριότητες ασυμβίβαστες με αυτούς και ικανές να διαταράξουν την δημόσια τάξη. Όμως, ακόμη και αν επιβεβαιωνόταν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι αρχές δεν θα ήταν άοπλες:

δυνάμει του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο θα μπορούσε να διατάξει την διάλυση του σωματείου, αν αυτό επεδίωκε στην συνέχεια έναν σκοπό διαφορετικό από αυτόν που οριζόταν από το καταστατικό του ή αν η λειτουργία του αποδεικνυόταν αντίθετη προς τον νόμο, στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη.

Υπό το φως των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο ουδόλως διακρίνει ποια ήταν "η επιτακτική κοινωνική ανάγκη" για την απόρριψη της εγγραφής του σωματείου των προσφευγουσών και συμπεραίνει ότι το επίδικο μέτρο ήταν δυσανάλογο προς τους διωκόμενους σκοπούς. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης".

Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως του Ε.Δ.Δ.Α. και την απόρριψη της πρώτης, από 3-8-2009, ανακλητικής αιτήσεως, οι ήδη αναιρεσείουσες με την ένδικη από 26-7-2018 αίτησή τους ζήτησαν, κατά τα προεκτεθέντα, να ανακληθεί η υπ' αριθμ. 23/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (κατ' άρθρ. 758 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4991/2017), ώστε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεσή τους κατά της υπ' αριθμ. 146/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, μετά ταύτα, να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ.

καταθέσεως 756/ΕΜ-106/5-4-2001 αίτησή τους για αναγνώριση του σωματείου. Όπως ήδη έχει εκτεθεί, στο άρθρο 3 του από 21-3-2001 καταστατικού του υπό σύσταση σωματείου, με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ν. ΡΟΔΟΠΗΣ", αναφέρεται ότι μέλη αυτού εγγράφονται αποκλειστικά γυναίκες Ελληνικής υπηκοότητας, κάτοικοι του Ν.

Ροδόπης, ενήλικες, σκοποί δε αυτού είναι η δημιουργία μιας εστίας συγκέντρωσης των γυναικών του Ν. Ροδόπης, για την προαγωγή και ικανοποίηση των αναγκών τους για πολιτισμό, παιδεία, διασκέδαση, ψυχαγωγία, κοινωνική, ηθική και πνευματική εξύψωση των μελών, ανάπτυξη αδελφικών σχέσεων μεταξύ των μελών και η διατήρηση και διάδοση της λαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς, με την αναβίωση τοπικών εθίμων, σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς.

Από τη διατύπωση, όμως, της επωνυμίας του υπό σύσταση σωματείου (Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Ν. Ροδόπης), που χαρακτηρίζει όχι μόνο αλλοεθνείς, αλλόγλωσσους και αλλόθρησκους, αλλά κυρίως ξένους υπηκόους, σε συνδυασμό με τους όρους του καταστατικού, και ειδικότερα του άρθρου 3 αυτού, που ορίζει ότι μέλη εγγράφονται γυναίκες ελληνικής υπηκοότητας, προκύπτει ότι το τελευταίο αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τα μέλη του ως Τούρκους, με τουρκική εθνική συνείδηση, και όχι απλώς ως Μουσουλμάνους ελληνικής υπηκοότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι επιδιώκει με τη λειτουργία του την προώθηση, εντός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας, των τουρκικών ιδεωδών, κατ' αντίθεση με άλλα νομίμως λειτουργούντα στην Ελλάδα σωματεία διαφόρων ομάδων διαφορετικής εθνικής καταγωγής (Αρμενίων, Ισραηλιτών κ.λ.π.), που επιδιώκουν θεμιτά τη διατήρηση των εθνικών τους εθίμων, της γλώσσας κ.λ.π.

Η αναφορά στην τουρκική ταυτότητα δεν έχει την έννοια της απώτερης τουρκικής καταγωγής, στοιχείο άλλωστε που δεν τίθεται και ως όρος στο καταστατικό τους για την εγγραφή των μελών του υπό σύσταση σωματείου, αλλά της ενεστώσας ιδιότητάς των ως μελών υφιστάμενης στην Ελλάδα εθνικής τουρκικής μειονότητας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις αναφερθείσες παραπάνω διεθνείς συμβάσεις, αφού με την αναγνώρισή του εμφανίζεται η ύπαρξη στην περιοχή της Δυτικής Θράκης εθνικής τουρκικής μειονότητας, ενώ με αυτές μόνο η ύπαρξη θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας αναγνωρίζεται στην περιοχή.

Αν το υπό σύσταση σωματείο ήθελε να υποδηλώσει μόνο την καταγωγή των μελών του με την χρήση του όρου "ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ", θα μπορούσε να το πράξει καθιστώντας σαφέστερη προς αυτήν την κατεύθυνση την επωνυμία της Ενώσεως, ώστε να μην δημιουργείται καμία παραπλάνηση. Η εμμονή, όμως, στη χρήση του επιθετικού προσδιορισμού "ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ν.

ΡΟΔΟΠΗΣ" στην επωνυμία του, σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνθήκες, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην ειρηνική και αρμονική συμβίωση των πολιτών της περιοχής, που είναι αναγκαία για το γενικό καλό και των δύο ελληνικών κοινοτήτων, χριστιανικής και μουσουλμανικής, αλλά εγείρει ανύπαρκτο μειονοτικό πρόβλημα "Τούρκων", η αξιολόγηση της σημασίας του οποίου ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Ελληνικής Πολιτείας, όπως άλλωστε δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α.

το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, σημειώνει ότι "[..........] δεν είναι της αρμοδιότητάς του να αξιολογήσει τη σημασία που δίνει το εναγόμενο Κράτος στα ζητήματα που σχετίζονται με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Δυτική Θράκη [......]", καθ' όσον, με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται μία εκ πλαγίου αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, αφού τυχόν αναγνώριση του δικαιώματος δημιουργίας ενώσεως Τούρκων πολιτών στη Δυτική Θράκη, καταργεί στην πράξη την θρησκευτική ταυτότητα της μουσουλμανικής μειονότητας και την καθιστά εθνική μειονότητα.

Κατ' αυτό τον τρόπο όμως δημιουργείται σύγχυση ως προς την υπηκοότητα και την ταυτότητα των μελών του υπό σύσταση σωματείου και προσβάλλεται εντόνως η Ελληνική δημόσια τάξη και η εθνική ασφάλεια, τις οποίες η ευνομούμενη και συντεταγμένη Ελληνική Πολιτεία οφείλει να προστατεύει. Συντρέχουν, επομένως, όλες οι κατά νόμον προϋποθέσεις για τη μη αναγνώριση του υπό σύσταση σωματείου.

Είναι δε η μη αναγνώριση αυτού εναρμονισμένη προς το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της σωματειακής ελευθερίας και τελεί σε σχέση αναλογίας μεταξύ των ανωτέρω παραβιάσεων του σωματείου και του σκοπού, στον οποίο η μη αναγνώρισή του αποβλέπει, τη διαφύλαξη δηλαδή της κοινωνικής ισορροπίας και της γαλήνης μεταξύ των δύο Ελληνικών Κοινοτήτων της ευαίσθητης περιοχής της Θράκης, Χριστιανικής και Μουσουλμανικής και, κατ' επέκταση, της γαλήνης της χώρας, ενώ οι αναιρεσείουσες μπορούν να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας και να επιδιώξουν τη σύσταση σωματείου, με άλλη επωνυμία, μη αντικείμενη ευθέως σε διεθνείς συμβάσεις και σαφώς προσδιοριστική της ταυτότητας των μελών του, που να μη δημιουργεί παραπλανητική εικόνα ή σύγχυση ως προς την ταυτότητα και τους σκοπούς των μελών του.

Με τα δεδομένα αυτά, που έγιναν κατά βάση δεκτά και με την υπό ανάκληση απόφαση, νομίμως και στα πλαίσια άρθρων 78, 80, 81 και 105 παρ. 3 του ΑΚ (της τελευταίας εφαρμοζόμενης, κατά τα προαναφερθέντα, και επί αναγνωρίσεως σωματείου), 12 του Συντάγματος και 11 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α. ασκήθηκε το δικαίωμα μη αναγνώρισης του αιτούντος σωματείου, και ειδικότερα για θεμιτό σκοπό (ήτοι για την προστασία της δημόσιας τάξεως), καθόσον συνέτρεχαν όλες οι κατά νόμον προϋποθέσεις για τη μη αναγνώρισή του, η οποία ήταν εναρμονισμένη προς το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της σωματειακής ελευθερίας και τελούσε σε σχέση αναλογίας μεταξύ των παραπάνω παραβιάσεων του υπό σύσταση σωματείου και του σκοπού στον οποίο η μη αναγνώρισή του αποβλέπει και, συνεπώς η, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του Ν. 4991/2017, από 26-7-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/30-7-2018 αίτηση ανακλήσεως της υπ' αριθμ. 23/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, είχε μεν ασκηθεί παραδεκτά [αφού, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4491/2017, παρέχεται η δυνατότητα ανακλήσεως αποφάσεως εκουσίας δικαιοδοσίας, μετά την έκδοση αποφάσεως του ΕΔΔΑ, ακόμη και στην περίπτωση που είχε ήδη επιχειρηθεί η επανεξέτασή της, κατ' άρθρο 758 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του], πλην όμως ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Ε.Σ.Δ.Α.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αίτηση, δεχόμενο ότι αποτελεί επανάσκηση της προηγηθείσας και απορριφθείσας αμετακλήτως, από 3-8-2009 και υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ΕΜ 318/3-8-2009, ανακλητικής αιτήσεως των ήδη αναιρεσειουσών, στην οποία προέβαλαν επίσης ως δικαιολογητικό λόγο ανακλήσεώς της την έκδοση της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Ε.Δ.Δ.Α.

και ότι συνεπώς (η ένδικη αίτηση) προσκρούει στην καταλαμβάνουσα και την πολιτική δίκη δικονομική αρχή non bis in idem, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή (ένδικη αίτηση) είναι μεν παραδεκτή (λόγω της, επικαλούμενης με αυτήν, επελθούσας μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος, με την τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 758 του Κ.Πολ.Δ.

με τα άρθρα 29 και 30 του ν. 4991/2017), πλην όμως νομικά αβάσιμη, καθόσον, με τα δεδομένα που είχε δεχτεί η υπό ανάκληση απόφαση, το δικαίωμα μη αναγνώρισης σωματείου, από τα άρθρα 78, 80, 81 και 105 παρ. 3 του Α.Κ., ασκήθηκε νομίμως, στα πλαίσια των άρθρων 11 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 12 του Συντάγματος και, συνεπώς, οι αιτούσες δεν είχαν νόμιμη αξίωση προς ανάκληση της υπ' αριθμ. 23/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έσφαλε μεν ως προς την αιτιολογία, όμως ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, απορρίπτοντας την ως άνω αίτηση.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες, αιτιώνται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη, με την παραδοχή ότι προσκρούει στο αρνητικό δεδικασμένο από τις προεκδοθείσες, επί προηγηθείσας αιτήσεως ανακλήσεως, υπ' αριθμ. 146/2001 και 23/2003 αποφάσεις, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και του Τριμελούς Εφετείου Θράκης αντιστοίχως, υπέπεσε στις πλημμέλειες 1) της, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., παρά τον νόμο απορρίψεως της αιτήσεώς τους ως απαράδεκτης, 2) της, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 758 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 29 και 30 του ν. 4991/2017, την οποία, αν είχε εφαρμόσει ορθά, θα είχε δεχτεί την αίτηση ανακλήσεως και δεν θα την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη και 3) της, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και την οποία, αν είχε εφαρμόσει, δεν θα είχε απορρίψει την ένδικη αίτηση ανακλήσεως ως απαράδεκτη, αλλά θα είχε κάνει αυτήν δεκτή, ώστε να οδηγηθεί σε αναγνώριση του σωματείου, σε συμμόρφωση προς την προεκδοθείσα απόφαση του ΕΔΔΑ.

Κατά το άρθρο όμως 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς μεν απορρίφθηκε η ένδικη αίτηση ανακλήσεως, με την εσφαλμένη όμως αιτιολογία του απαραδέκτου αυτής, αντί της ορθής, της νομικής αβασιμότητάς της, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ., διότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκε, το ισχυρισμό τους ότι πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., με βάση την οποία οι αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α.

παράγουν ουσιαστικό και ερμηνευτικό δεδικασμένο, και η εφαρμογή της οποίας θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, ως πλημμέλεια από την άνω επικαλούμενη διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η επίκληση διατάξεως, που, κατά την άποψη του διαδίκου, πρέπει να εφαρμοσθεί, δεν συνιστά πράγμα, με την προεκτεθείσα Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2020 και με αριθμό καταθέσεως 40/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ