Legislator Case Law & Legislation
1405/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against extradition order for fraud conviction in Albania.

Case Number 1405/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court formally accepted but substantively rejected the Albanian national's appeal against the Athens Court of Appeal's order for his extradition. The appellant argued the fraud charge was minor and should not warrant extradition, but the court found the €870 loss significant and the crime a serious felony punishable by up to five years. Consequently, the court ruled the appeal baseless and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 451 § 1 and 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 502 § 2 and Article 578 § 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure: An appeal against an extradition order is admissible if filed timely and properly, but must be rejected if the underlying crime constitutes a serious felony and the appeal's arguments regarding the nature or value of the offense are unfounded.

Keywords

AI generated
extradition order fraud conviction appeal rejection serious felony legal costs Albanian national Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 451 § 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 502 § 2 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 578 § 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 386 § 1a of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1405/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 250/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Γεώργιο Κόκκορη και Ελισάβετ Τσιρακίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως Συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, στις 9 και 21 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κ. Γεράκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου S. S. του G. και K., που γεννήθηκε στην Αλβανία στις 17.05.1973, Αλβανικής υπηκοότητας, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Εμμανουήλ Παπαδάκη, κατά της υπ' αριθμ. 105/2020 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών άσκησε την με Ε.Μ. 15/05.10.2020 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως Ε. Δ., Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1060/2020.

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η με Ε.Μ. 15/2020 έφεση του εκζητούμενου κατά της 105/2020 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να απορριφθεί κατ' ουσίαν.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 5.10.2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. ΕΜ 15/2020) έφεση στρέφεται κατά της 105/30.9.2020 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε, υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος-εκζητουμένου (όνομα) S. (επώνυμο) S. του G. και K., Αλβανού υπηκόου, που γεννήθηκε στην Αλβανία, στις Αλβανικές Αρχές, που ζήτησαν την έκδοσή του, προκειμένου να εκτίσει την ποινή, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 287/6.6.2018 καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Επαρχίας Vlore (Αυλώνος), που επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 420 από 3-12-2019 απόφαση του Εφετείου Vlore (Αυλώνος) Αλβανίας, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, "τελούμενης σε συνεργασία". Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 451 § 1 και 474 του ΚΠΔ). Επομένως, είναι τύποις παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 502 § 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως, οι οποίοι διατυπώνονται στη συντασσόμενη συναφώς, κατά το άρθρ. 474 § 2 ΚΠΔ, έκθεση εφέσεως.

Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του αρμόδιου, κατ' άρθρ. 451 § 1 ΚΠΔ, Τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί εκδόσεως αλλοδαπού αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 § 1 εδ. α' του Συντάγματος, οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς χώρας, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κατά δε το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (437-456 του ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση.

Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα στις 6.5.1961 με το ν.4165/1961 και η Δημοκρατία της Αλβανίας στις 19.5.1998 (με έναρξη ισχύος στην τελευταία αυτή χώρα από τις 17.8.1998), είναι και η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε.), που υπογράφηκε στο Παρίσι και από την κύρωσή της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των Κρατών αυτών.

Συμπληρωματική προς αυτή εφαρμογή έχουν (κατά το άρθρο 28 παρ. 2 αυτής) και οι διατάξεις της από 17.5.1993 "Συμβάσεως Δικαστικής Αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας", η οποία κυρώθηκε με το ν.2311/1995 και ισχύει από 15.9.1995, περιέχει δε ορισμένες διατάξεις περί εκδόσεως στα άρθρα 31 και επ.

αυτής. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 § 1 της Ε.Σ.Ε. ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του Κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του Κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός (1) τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος Κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων (4) μηνών κατ' ελάχιστο όριο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 της Ε.Σ.Ε., η αίτηση εκδόσεως διατυπώνεται εγγράφως και υποβάλλεται δια της διπλωματικής οδού, προς υποστήριξή της δε προσάγονται: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως που έχει την ίδια ισχύ, και εκδίδεται κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους, β) έκθεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου τελέσεώς τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή και οι οποίες πρέπει να εμφαίνονται, κατά το δυνατόν, ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, όπως και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και κάθε άλλη πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα αυτού.

Επομένως, όταν η έκδοση ζητείται στο πλαίσιο της Ε.Σ.Ε. για την εκτέλεση ποινής, η σχετική καταδικαστική απόφαση αρκεί να είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του κράτους που ζητεί την έκδοση και δεν είναι ανάγκη να είναι αμετάκλητη, καθόσον στον κυρωτικό νόμο (Ν.4165/1961) δεν διατυπώθηκε σχετική επιφύλαξη για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 443 § 1 εδάφιο β' του ΚΠΔ, που έχει επικουρική μόνο εφαρμογή (ΑΠ 2193/2018, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 1184/2016).

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της Ε.Σ.Ε., η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για τα πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί, εξαιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις, αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν, κατά τη νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση, έλαβε χώρα παραγραφή της διώξεως ή της επιβληθείσας ποινής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 § 1 του Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της έκδοσης και αποφαίνεται για το αν εκείνος, που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο του οποίου ζητείται η έκδοση, υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικαστεί, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 436 επ. του ΚΠΔ και 12 της Ε.Σ.Ε., προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται η έκδοση αλλοδαπού προσώπου για έκτιση ποινής, που επιβλήθηκε με δικαστική απόφαση του αιτούντος Κράτους, δεν συγχωρείται το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, να προβεί στην έρευνα περί υπάρξεως ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου, ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία, ούτε όμως και στην έρευνα περί της νομιμότητας της διαδικασίας που τηρήθηκε κατά την προδικασία ή στο ακροατήριο του αλλοδαπού δικαστηρίου, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ώστε (το δικαιοδοτικό όργανο) να καταλήξει σε αντίθετη κρίση, επειδή ούτε από το μνημονευθέν άρθρο 12 § 2 της Ε.Σ.Ε., που ορίζει εξαντλητικά τα συγκεκριμένα δικαιολογητικά (συνοδευτικά της αιτήσεως προς στήριξη της δικαστικής αξιολόγησης) ούτε από άλλη διάταξη της Ε.Σ.Ε.

προβλέπεται η επισύναψη στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου, αλλά κυρίως καθόσον η επισύναψη στην εν λόγω αίτηση εγγράφων για βεβαίωση ενδείξεων ενοχής και η έρευνα για τη βασιμότητα της κατηγορίας, που προβλέπεται στα άρθρα 437, 443 § 1 και 450 § 2 ΚΠΔ, απαιτείται μόνον όταν ζητείται η έκδοση για την παραπομπή του εκζητουμένου σε δίκη και όχι για την εκτέλεση ποινής, που επιβλήθηκε σε βάρος του.

Τέλος κατά το άρθρο 450 § 1 ΚΠΔ, το συμβούλιο εφετών γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την έκδοση και αποφαίνεται: α)..., β)..., γ) αν, για το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, επιτρέπεται η έκδοση (...). Παράλληλα, με το νέο ΚΠΔ προστέθηκε στις απόλυτες απαγορεύσεις εκδόσεως, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 438, περίπτωση η', ως εξής: "αν ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην, χωρίς να κλητευθεί", σε αρμονία με την διαφύλαξη του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που προστατεύεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ υπό την ειδικότερη μορφή του δικαιώματος ακροάσεως.

Προϋπόθεση έγκυρης ερημοδικίας αποτελεί η νόμιμη κλήση του διαδίκου της υποθέσεως ή, εφόσον τούτο επιτρέπεται, του δικηγόρου του εκζητουμένου. Ερήμην διαδικασίες δεν είναι ασύμβατες καθ' εαυτές με το ως άνω άρθρο 6, πλην όμως συνιστά αρνησιδικία, εάν πρόσωπο που καταδικάστηκε ερήμην δεν διαθέτει ένα ένδικο βοήθημα για να ζητήσει την επανεκδίκαση της υποθέσεώς του κατά το νομικό και πραγματικό της μέρος, εκτός αν παραιτήθηκε από το δικαίωμα ακροάσεως ή είχε πρόθεση να αποφύγει τη δίκη.

Συμπερασματικά καθιδρύονται θετικές, κατά τις προμνημονευόμενες συμβάσεις και τον ΚΠΔ, και αρνητικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση, στη διάγνωση των οποίων οφείλει να προβεί το παρόν Δικαστήριο ως δευτεροβάθμιο όργανο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα όσα ο εκζητούμενος και ο συνήγορός του εξέθεσαν προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδρίασε δημόσια (σε συμβούλιο) και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, το κατατεθέν την 14.12.2020 υπόμνημά του, τα πρακτικά της εκκαλούμενης αποφάσεως και από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση (μεταξύ των οποίων και το από 17.2.2017 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αυλώνος I.

B.), προέκυψαν τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 105/2020 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές αρχές του υπηκόου Αλβανίας (όνομα) S. (επώνυμο) S. του G. και K., Αλβανού υπηκόου, που γεννήθηκε στις 17.5.1973 στο ... Αλβανίας και κατοικεί στη ..., ο οποίος έχει συλληφθεί στις 6.8.2020, προκειμένου αυτός να εκτίσει ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, που του επιβλήθηκε με την καταστάσα εκτελεστή υπ' αρ. 287 (61-2018-3301) απόφαση του Πρωτοδικείου Vlore (Αυλώνος), εφόσον αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 420 από 3.12.2019 απόφαση του Εφετείου Vlore (Αυλώνος) Αλβανίας, για το αδίκημα της απάτης, "τελούμενης σε συνεργασία", πράξη η οποία διώκεται και τιμωρείται από το άρθρο 143/2 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας με φυλάκιση τριών (3) έως δέκα (10) ετών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη της απάτης, τελεσθείσα, σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση, από αυτόν σε συνεργασία με τη M. A., με ψευδείς παραστάσεις, για την οποία έχουν καταδικασθεί αυτοί, με παραδοχή χρόνου τελέσεως από το Δεκέμβριο του 2015 έως τον Ιανουάριο του 2016 και με ζημία των P. και D. B., που τους κατέβαλαν συνολικά ποσό 870 ευρώ για δήθεν υπόδειξη δικηγόρου στην Ελλάδα που θα βοηθούσε τον υιό του άνω ζεύγους στην τακτοποίηση των νομιμοποιητικών του εγγράφων στη χώρα μας, είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα η κατά συναυτουργία απάτη προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 26, 27, 45 και 386 § 1 α' του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα σε βαθμό πλημμελήματος, εφόσον η ζημία που προξενήθηκε είναι μικρότερη των 120.000 €, τιμωρούμενη με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή.

Προς υποστήριξη της αιτήσεως αυτής, προσκομίζονται τα, κατά το άνω άρθρο 12 της Συμβάσεως, απαιτούμενα έγγραφα, νομίμως μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, στα οποία περιγράφεται η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, με παραπομπή στη νομοθετική διάταξη που έχει εφαρμογή, αντίγραφο της διατάξεως αυτής και τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του εκζητουμένου.

Η τελευταία (ταυτότητα) διακριβώθηκε πλήρως, χωρίς καμία αμφισβήτηση από τον ίδιο, είναι δε εκείνος που ζητείται η έκδοσή του.

ΙΙΙ. Ο εκζητούμενος με την κρινόμενη έφεσή του υποστηρίζει ότι: α) δεν στοιχειοθετείται η εις βάρος του κατηγορία και μάλιστα προηγήθηκε της ερήμην δίκης του παράνομη άσκηση ποινικής δίωξης, που κατέληξε στην καταδίκη του, β) ο ίδιος συνεχώς και μονίμως διαμένει και εργάζεται στην Ελλάδα από το έτος 1993, συγκατοικώντας από το έτος 2008 με τη σύζυγό του και τα δύο τέκνα του σε γνωστή κατοικία, μισθωμένη κατά το τελευταίο διάστημα όχι στο όνομά του αλλά σε εκείνο του γιου του A.

S., που έχει λάβει μάλιστα την ελληνική υπηκοότητα, γ) δεν γνωρίζει και δεν έχει συναντηθεί ποτέ με τη φερόμενη συναυτουργό του M. A. ούτε με τους υποτιθέμενους ζημιωθέντες P. και D. B., δ) ουδέποτε κλητεύθηκε ενώπιον Αλβανικών δικαστικών αρχών, τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ενώ η διεύθυνση κατοικίας του στην Ελλάδα ήταν γνωστή στις Αλβανικές δικαστικές αρχές, τελευταία φορά δε που εισήλθε στην Αλβανία ήταν "κατά το έτος 2016" (χωρίς ειδικότερο χρονικό προσδιορισμό) προκειμένου να παραστεί σε κοινωνικό γεγονός (αρραβώνα της κόρης του).

Εξάλλου δεν χορήγησε ποτέ ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει και μάλιστα στον αναφερόμενο ονομαστικά στην καταδικαστική απόφαση και δη προς άσκηση εφέσεως και για πρώτη φορά πληροφορήθηκε την εις βάρος του καταδίκη κατά τη στιγμή της συλλήψεώς του στις 6.8.2020 στον Αερολιμένα Αθηνών, ε) η σε βάρος του διεξαχθείσα διαδικασία με μια αόριστη και αβάσιμη κατηγορία είναι μεθοδευμένη προσπάθεια των Αλβανικών αρχών να περιέλθει υπό την εξουσία τους, στ) η απευθυνόμενη εναντίον του κατηγορία έχει ως αντικείμενο ζημία μη υπερβαίνουσα το ποσό των 400 € ή -κατ' άλλη εκδοχή- των 870 € (βάσει των όσων εκθέτει), ως δε αδίκημα θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται απάτη μικρής αξίας, η οποία κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρα 387 συνδ.

με 377) δεν τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας αλλά με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, αδίκημα για το οποίο δεν επιτρέπεται η έκδοση και ζ) το αίτημα δικαστικής συνδρομής των Αλβανικών αρχών δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία νομιμότητας, αφού παραβιάστηκε η αρχή της εδαφικότητας, καθόσον από την ακροαματική διαδικασία (επί λέξει) "..δεν προέκυψε από τα στοιχεία των Αλβανικών αρχών ότι η συμπεριφορά του εκπορεύτηκε εκ της αλβανικής επικράτειας και όχι εκ της ελληνικής...".

Οι υπό στοιχεία α, β, γ και ε λόγοι είναι ποινικά αδιάφοροι και δεν αποτελούν εμπόδιο για την έκδοση για το αδίκημα που διέπραξε ο εκκαλών και καταδικάστηκε στη χώρα του. Άλλωστε, η παραμονή και η εργασία του εκζητουμένου επί αρκετά έτη, ομού με τη σύζυγό του και τα δύο ήδη ενήλικα τέκνα τους, στην Ελλάδα (ανεξάρτητα βέβαια από το ότι μόνο για το πρόσφατο διάστημα προκύπτει με βεβαιότητα ο τόπος της κατοικίας του στη μισθωμένη επ' ονόματι του υιού του οικία, ενώ για τα προηγούμενα έτη δεν αποδείχθηκε ποιος ήταν ο τόπος αυτός) δε μπορεί να δικαιολογήσει τη μη έκδοσή του για την έκτιση μιας ποινής φυλακίσεως τριών ετών, επειδή έτσι θα διαρρηχθούν οι οικογενειακοί τους δεσμοί, ενώ τούτο δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγορεύσεως της εκδόσεως, ούτε παραβιάζεται με τον τρόπο αυτό η αρχή της αναλογικότητας, που έχει αναντίρρητα συνταγματική περιωπή.

Η υπό στοιχείο δ' αιτίαση, που αφορά τη μη κλήτευσή του, αποδεικνύεται αναληθής και ανατρέπεται από τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης δικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αυλώνος (Vlore), οι οποίες άλλωστε δεν προσεβλήθησαν από τον εκκαλούντα ως μη γνήσιες. Σύμφωνα με αυτές ο εκκαλών εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ονομαζόμενο K.

B. Μ., διορισθέντα από τον ίδιο με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, το οποίο προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση. Ο εκκαλών όμως, λαμβάνοντας αφορμή από την περικοπή στο πληρεξούσιο αυτό "δηλώνω πως εμπλέκομαι σε μια ποινική υπόθεση για το ποινικό αδίκημα της κλοπής", ισχυρίζεται ότι δεν είναι σαφές ότι η διδόμενη σ' αυτόν εντολή αφορά στο επίμαχο αδίκημα.

Ωστόσο παρατηρείται ότι γίνεται αναφορά σε υπόθεση εκκρεμή στο Δικαστήριο της Αυλώνος (όπως πράγματι ήταν η επίδικη) και παρατίθεται το ορθό άρθρο 143/2 του Αλβανικού ΠΚ, ενώ εξ άλλου προκύπτει ότι η έφεση, που ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος άσκησε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, διαλαμβάνει 15 λόγους εφέσεως, πράγμα που υποδηλώνει σοβαρή ενασχόλησή του.

Δεν καταλείπεται επομένως αμφιβολία για τη νομότυπη εκδίκαση της υποθέσεως, χωρίς μεν την αυτοπρόσωπη παρουσία του, αλλά με κλήτευσή του και εκπροσώπησή του με δικηγόρο, με συνέπεια να μην υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του. Τα δικαιώματα του εκκαλούντος, τα οποία εγγυάται και η ΕΣΔΑ, θα παραβιαζόταν μόνον εάν ο διορισθείς δικηγόρος δεν ασκούσε τα ανατεθέντα σ' αυτόν καθήκοντα (βλ.

απόφ. ΕΔΔΑ Β.κατά Ελλάδος αρ. προσφ. 2870/11 σκ. 37-43). Περαιτέρω ο υπό στοιχείο στ' λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον η αξιόποινη πράξη δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις της Ε.Σ.Ε. και του άρθρου 438 ΚΠΔ, φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος με απειλούμενη στην ελληνική έννομη τάξη ποινή φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη και με χρηματική ποινή (άρθρο 386 § 1α ΠΚ), χωρίς να ανακύπτει περίπτωση υποβάθμισης αυτής σε πράξη απάτης μικρής αξίας (άρθρα 387 και 377 ΠΚ), που τιμωρείται ηπιότερα και έτσι εμποδίζεται η έκδοση.

Άλλωστε δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως μικρή αξία το ποσό της ζημίας των παθόντων, που ανέρχεται συνολικά σε 870 €, κατά τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας (πολλώ μάλλον της Αλβανικής κοινωνίας) και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την κρίση μέσου συνετού ανθρώπου (πρβλ. ΑΠ 340/2010). Τέλος η υπό στοιχ. ζ' αιτίαση για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (η οποία προβάλλεται το πρώτον) και για έλλειψη στοιχείου νομιμότητας του αιτήματος εκδόσεως, με την έννοια παραβιάσεως της αρχής της εδαφικότητας, είναι απαράδεκτη, καθόσον το Δικαστήριο τούτο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας.

Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να επιτραπεί η έκδοση του ανωτέρω εκκαλούντος και δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 10 της Ε.Σ.Ε. περιπτώσεις απόλυτης απαγόρευσης ή δυνητικής απαγόρευσης της εκδόσεώς του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα εκζητούμενο με τους λόγους εφέσεως είναι αβάσιμα. Πρέπει λοιπόν η έφεσή του να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 § 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠοινΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την από 5.10.2020 με αριθμό ΕΜ 15/2020 έφεση του υπηκόου Αλβανίας S. S. του G. και K., που γεννήθηκε στις 17.5.1973 στο ..., ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά της υπ' αριθμ. 105/2020 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η έκδοσή του στις Αλβανικές αρχές, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του, ήτοι φυλάκιση (3) ετών, που του επιβλήθηκε με την καταστάσα εκτελεστή υπ' αρ. 287 (61-2018-3301) απόφαση του Πρωτοδικείου Vlore (Αυλώνος), εφόσον αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 420 από 3.12.2019 απόφαση του Εφετείου Vlore (Αυλώνος) Αλβανίας.

Και

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ