Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence weight and prior annulment issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued that the lower court improperly assigned evidentiary weight to a bank statement excerpt and failed to comply with a prior annulment decision. The court rejected these claims, ruling that the document was evaluated fairly alongside other evidence and that the second procedural argument was invalid because the lower court had already been remanded for a new decision on the same substantive issue.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 12 C.P.C.; Art. 559 para. 18 C.P.C.: An appeal based on a violation of evidence rules is unfounded if the court assessed the document fairly with other means, and a claim of non-compliance with a prior annulment fails if the lower court was already remanded for the same substantive error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1405 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1405/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Ε. Λ., κατοίκου …., …….. και 5) Χ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Οικονόμου. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…….", Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……….". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1778/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 167/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1629/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 129/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της 1629/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1629/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 129/2017 απόφαση, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "……", καθολική διάδοχος της οποίας (λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως) τυγχάνει η αναιρεσίβλητη, με την από 23.2.2006 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά των αναιρεσειόντων (εναγομένων) ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί, κατά λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 153.620,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις αναφερόμενες ημερομηνίες, ως χρεωστικό υπόλοιπο του κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος τηρήθηκε μεταξύ αυτής και του ήδη αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Ε.
Λ., από την 1-1-1997 μέχρι τις 7-10-2004. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 342/2010 οριστική απόφασή του, απέρριψε την άνω αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) άσκησε την από 24-5-2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 167/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 342/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε έκαστο των εναγομένων να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτή με το νόμιμο τόκο από 17-10-2004.
Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής αποφάσεως οι ήδη αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) άσκησαν την από 10 Οκτωβρίου 2013 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία προέβαλαν μεταξύ άλλων την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για απαράδεκτη λήψη υπόψη πραγμάτων. Το Δικαστήριο τούτο, με την υπ' αριθ. 1778/2014 απόφασή του, κατά παραδοχή του αναιρετικού αυτού λόγου, αναίρεσε την άνω εφετειακή απόφαση, εφόσον διεπίστωσε ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Κατόπιν δε αυτού, παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, μετά την επαναφορά της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1629/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση και επανέλαβε το ως άνω διατακτικό, παραλείποντας μόνο το θέμα της τοκοδοσίας, ως προς το οποίο και μόνο διορθώθηκε με την 129/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εναγόμενοι-εφεσίβλητοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. 2. Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε τα άρθρα 444 § 1 και 448 § 1 του ιδίου Κώδικα, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται (μεταξύ άλλων και) τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, τα βιβλία δε αυτά, εφόσον είναι συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, αποτελούν, μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία, πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1731/2008). Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν.4093/2012, προέβλεπε στα άρθρα 4 και 7 ότι οι ημεδαπές και αλλοδαπές ανώνυμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρείες εντάσσονται στην τρίτη κατηγορία των υποχρέων προς τήρηση βιβλίων.
Οι επιτηδευματίες της κατηγορίας αυτής, για την άσκηση του επαγγέλματός τους, είναι υποχρεωμένοι να τηρούν λογιστικά βιβλία κατά τη διπλογραφική μέθοδο ..., μεταξύ δε των βιβλίων αυτών το γενικό και το αναλυτικό καθολικό, από τους λογαριασμούς των οποίων πρέπει να προκύπτουν συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία των καταχωρήσεων, ώστε να είναι ευχερής η πληροφόρηση ή η επαλήθευση από το φορολογικό έλεγχο, για τις ανάγκες όλων των φορολογικών αντικειμένων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος της, το Εφετείο μετ' εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..", καθολική διάδοχος της οποίας (λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως) τυγχάνει η αναιρεσίβλητη, και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων (αναιρεσειόντων) Ε.
Λ., που ήταν έμπορος, καθόσον διατηρούσε ... οργανωμένη κτηνοτροφική μονάδα με αγελάδες και εμπορευόταν το παραγόμενο γάλα, καταρτίστηκε προφορική σύμβαση δυνάμει της οποίας και για όσο χρόνο θα διαρκούσε η μεταξύ τους συνεργασία, που είχε αρχίσει ήδη από το 1988, θα ετηρείτο αλληλόχρεος λογαριασμός υπό τον τύπο χρεωπιστωστικών κονδυλίων, στον οποίο θα καταχωρούνταν σε χρέωση μεν του Ε.Λ.
οι απ' αυτόν αγορές αναλωσίμων (χημικά καθαριστικά για τα αρμεκτήρια και τα ψυγεία του, ανταλλακτικά, γάλα για την εκτροφή των μόσχων, κλπ), με απλή αναφορά στα αντίστοιχα παραστατικά και στην αξία τους, καθώς και ο προκαταβολές που κατά καιρούς αυτός εισέπραττε έναντι γάλακτος, σε χρέωση δε της εταιρείας οι απ' αυτήν αγορές γάλακτος, με απλή αναφορά στα αντίστοιχα παραστατικά και την αξία τους, χωρις εξειδίκευση ποσότητας και τιμών μονάδος.
Επίσης στο λογαριασμό αυτόν τα συμβαλλόμενα μέρη χρεώνονταν και πιστώνονταν αντίστοιχα με τις εκατέρωθεν καταβολές είτε με μετρητά είτε με παράδοση αξιογράφων. Υπ' αυτό το νέο συμβατικό καθεστώς η συνεργασία μεταξύ των μερών, αμφοτέρων εμπόρων, της μεν πρώτης ως ανώνυμης εταιρείας, του δε δευτέρου ως κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα εμπορευομένου, διήρκεσε από 1-1-1997 έως το θάνατο του Ε.Λ., που επήλθε στις 7-10-2004, οπότε αυτοδικαίως έκλεισε οριστικά ο αλληλόχρεος λογαριασμός με χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του αποβιώσαντος, ύψους 153.620,90 €, με βάση τις εγγραφές που παρατίθενται αναλυτικά στην απόφαση, όπως αυτές είναι καταχωρημένες στο βιβλίο αναλυτικού καθολικού που τηρούσε η εταιρεία, έχουσα σχετική υποχρέωση από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992), που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.
Από τις εγγραφές αυτές του αναλυτικού καθολικού, το οποίο είναι βιβλίο που η τήρησή του επιβάλλεται από το νόμο και το οποίο προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσίβλητη σε κυρωμένο αντίγραφο, αποτελεί δε πλήρη απόδειξη υπέρ αυτής, εφόσον και οι δύο συμβαλλόμενοι ήταν έμποροι υποχρεωμένοι να τηρούν εμπορικά βιβλία, μη προσκομισθέντος από τους αναιρεσείοντες κατ' ανταπόδειξη άλλου στοιχείου, το Εφετείο έκρινε ότι αποδεικνύεται πλήρως ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων όφειλε το ανωτέρω ποσό, μετά δε το θάνατό του οφειλέτες κατέστησαν οι αναιρεσείοντες, που τον κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου και δη η 1η, σύζυγός του, κατά τα 4/16, οι δε λοιποί, τέκνα του, κατά τα 3/16 έκαστος.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα την αποδεικτική δύναμη του αποσπάσματος του βιβλίου αναλυτικού καθολικού, το οποίο η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη προσκόμισε προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, ενώ δεν υπήρχε δικονομική συμφωνία που να προσδίδει σ' αυτό αποδεικτική δύναμη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο, το οποίο η ενάγουσα ήταν κατά νόμο υποχρεωμένη να τηρεί, δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτό δε ως επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο εκτιμήθηκε από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη η ενάγουσα για την ύπαρξη και το μέγεθος της επίδικης απαιτήσεως. 3.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ λόγο, διότι δηλαδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε, εάν το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β'του ΚΠολΔ και όχι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 2019/2006).
Εν προκειμένω, η 167/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε επειδή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα ώστε να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο της παραπομπής να συμμορφωθεί προς αυτό. Είναι λοιπόν αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ 18 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. 4. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2016 αίτηση των: 1) Α. χήρας Ε. Λ., 2) Ι. Λ. του Ε., 3) Π. Λ. του Ε., 4) Μ. Λ. του Ε. και 5) Χ. Λ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1629/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ