Legislator Case Law & Legislation
1405/2017 AI generated

1405/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1405/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1346/1983, σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης "υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει" συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν κατά την τελευταία περίοδο, η δε επαναπρόσληψη γίνεται σταδιακά, όπως ειδικότερα ορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του παραπάνω νόμου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν.

Legislator headnote

AI generated

1405/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσής του και σε έντυπο-δήλωση που έχει εκτυπώσει αυτή. Η επιχείρηση υποχρεούται να τον απασχολήσει σε κάθε περίπτωση από την 10η Ιουνίου, εκτός εν βρίσκεται στις περιοχές Κρήτης, Ρόδου και Κέρκυρας, οπότε υποχρεούται από 25 Μαίου και από 15 Ιουνίου εάν βρίσκεται στις λουτροπόλεις.

Keywords

AI generated
contract for medical treatment reapplication for disability benefits deportation despite health issues special scheme for travel agents health coverage for cataract medically certified work incapacity
AI generated
336/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.
647/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
63/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2049/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3148/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/11/2009 αίτησή της.
1496/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
671/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1405/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1625/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2016 του Μονομελές Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/9/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1346/1983, σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης "υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει" συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν κατά την τελευταία περίοδο, η δε επαναπρόσληψη γίνεται σταδιακά, όπως ειδικότερα ορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του παραπάνω νόμου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 14 της από 4-4-1990 Σ.Σ.Ε. των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της Χώρας, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με την 13376/1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 290/26.4.1990), το οποίο επαναλαμβάνει η μεταγενέστερη ΣΣΕ των ξενοδοχοϋπαλλήλων από 30.7.1991, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 16318/1991 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας (ΦΕΚ Β 931/13.11.1991) και στο οποίο παραπέμπουν οι μεταγενέστερες από 8-7-1992, 16-7-1993 και 26-4-1994 ΣΣΕ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 15031/1992,13825/1993 και 13.066/1994 αντίστοιχα αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 555/8-9-1992, ΦΕΚ Β/795/6-10-1993 και 644/26-8-1994 αντίστοιχα), και με την τελευταία από 23-7-2010, η οποία κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας (Π.

Κ. 21/6-8-2010) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 16016/1145/2-9-2011 από 6-8-2010 (ΦΕΚ Β’ 1993/8-9-2011), ορίζεται ότι ‘ ‘ οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές).... "υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν" το αυτό προσωπικό, που απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Προϋπόθεση γι’ αυτό το καθιερωμένο δικαίωμα του εργαζόμενου αποτελεί η έγγραφη ειδοποίηση προς τον εργοδότη του μέχρι τέλος Ιανουαρίου, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο.

Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσής του και σε έντυπο-δήλωση που έχει εκτυπώσει αυτή. Η επιχείρηση υποχρεούται να τον απασχολήσει σε κάθε περίπτωση από την 10η Ιουνίου, εκτός εν βρίσκεται στις περιοχές Κρήτης, Ρόδου και Κέρκυρας, οπότε υποχρεούται από 25 Μαίου και από 15 Ιουνίου εάν βρίσκεται στις λουτροπόλεις.

Σε κάθε περίπτωση, μισθωτός που θα κληθεί από την επιχείρηση να αναλάβει υπηρεσία και δεν θα αναλάβει αδικαιολόγητα, εντός πενθημέρου, χάνει κάθε δικαίωμα επαναπρόσληψης και αποζημίωσης. Η πρόσληψη και τα μετά απ’ αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αρχίζουν από την στιγμή που ο εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία.

Τα παραπάνω ισχύουν σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1346/1983...’ ‘ Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 5 και 6 της ΔΑ 20/1997 ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της χώρας’ ‘ (Π. Κ. 9/8-5-1997), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 8-5-1997 με την 12161/11-6-1997 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ Β’ 523/1997), στην οποία παραπέμπουν οι νεώτερες κλαδικές ΣΣΕ και ΔΑ, ορίζεται ότι:

‘ ‘ οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές) και αυτές θεωρείται ότι είναι εκείνες που λειτουργούν μέχρι 9 μήνες το χρόνο, υποχρεούνται αν επαναπροσλάβουν το αυτό προσωπικό, που απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Προϋπόθεση γι’ αυτό το καθιερωμένο δικαίωμα του εργαζόμενου αποτελεί η έγγραφη προειδοποίηση προς τον εργοδότη, μέχρι τέλος Ιανουαρίου, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά τη νέα περίοδο.

Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσης και σε έντυπο που έχει εκτυπώσει αυτή. Η επιχείρηση υποχρεούται να τον επαναπροσλάβει, σε κάθε περίπτωση από την 10η Ιουνίου, εκτός αν βρίσκεται στις περιοχές Κρήτης, Ρόδου και Κέρκυρας, οπότε υποχρεούται από 25 Μαϊου και από 15 Ιουνίου εάν βρίσκεται στις λουτροπόλεις’ ‘ (5 παρ. 5).’ ‘ Τόσο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εποχιακής επιχείρησης όσο και κατά τη νεκρή περίοδο αυτής, απόλυση εργασθέντος κατά την προηγούμενη περίοδο χωρεί μόνο επί την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει των κατά μέσο όρο αποδοχών της αμέσως προηγούμενης περιόδου εργασίας. Στην καταγγελία θα υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας ο χρόνος από την πρόσληψη του εργαζόμενου στο ίδιο ξενοδοχείο ...’ ‘ ( 5 παρ. 6). Τέλος, με τις από 23-7-2010 και 1-7-2012 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου, η δεύτερη από τις οποίες έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Π.Κ. 12/24-7-2012), αλλά δεν έχει κηρυχθεί εκτελεστή, ορίζεται (άρθρο 10) ότι οι εργοδότες μη συνεχούς λειτουργίας (εποχιακών) ξενοδοχειακών επιχειρήσεων υποχρεούνται να ενημερώνουν μέχρι την 15η Μαρτίου κάθε έτους, με συστημένη επιστολή ή άλλο τρόπο από τον οποίο να προκύπτει βέβαιη χρονολογία, τους ξενοδοχοϋπαλλήλους που δεν προτίθενται να επαναπροσλάβουν αν και έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για επαναπρόσληψη.

Σε περίπτωση μη αποστολής της αρνητικής δήλωσης του προηγούμενου εδαφίου τεκμαίρεται αποδοχή της και ο εργοδότης υποχρεώνεται να απασχολήσει το υπό κρίση προσωπικό το αργότερο από 15 Μαίου του ίδιου έτους. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, υπό την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου.

Παρέχεται, όμως, στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργανώσεώς του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο.

Με μόνη την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 1386/1983 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο (Ολ ΑΠ 14/2000, ΑΠ 121/2017, 455/2013, 305/2011). Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα αυτή περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής (δανειστή) και οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).

Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται από το σκοπό των ως άνω διατάξεων, ήτοι την "υποχρεωτική" επανασύσταση της εργασιακής σύμβασης. Υπό την αντίθετη εκδοχή, ότι απαιτείται και αποδοχή από τον εργοδότη, χωρίς την οποία δεν επέρχεται κατάρτιση της νέας σύμβασης, ο σκοπός αυτός δεν θα επιτυγχάνονταν. Διότι, η άρνηση του εργοδότη θα ματαίωνε την επαναπρόσληψη και δεν θα απέμενε στον εργαζόμενο άλλη δυνατότητα παρά η έγερση αγωγής καταδίκης του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως, λύση χρονοβόρα και δαπανηρή, άρα απρόσφορη.

Η περιεχόμενη στις ως άνω Σ.Σ.Ε. φράση: "η πρόσληψη και τα μετά από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που ο εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία" δεν αναφέρεται στον τρόπο συνάψεως της νέας συμβάσεως, αλλά διευκρινίζει ότι η μισθοδοσία και οι λοιπές εκατέρωθεν παροχές δεν αρχίζουν πριν από την πραγματική εμφάνιση του εργαζομένου για να απασχοληθεί, η οποία όμως παρέλκει αν ο εργοδότης έχει καταγγείλει στο μεταξύ τη σύμβαση.

Το πιο πάνω δικαίωμα επαναπρόσληψης του εργαζομένου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης, καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Η ανάγκη "καταγγελίας", με καταβολή και της νόμιμης αποζημίωσης, προκειμένου να ματαιωθεί η επαναπρόσληψη του εργαζόμενου, επιβεβαιώνει ότι η επαναπρόσληψή του συντελείται με τη μονομερή άσκηση από αυτόν του δικαιώματός του.

Διότι διαφορετικά, αν υπήρχε, δηλαδή, δυνατότητα ματαιώσεως της επαναπρόσληψης με την απλή άρνηση συναίνεσης από τον εργοδότη, η καταγγελία θα ήταν περιττή (Ολ ΑΠ 14/2000). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνων δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή σε νομικούς κανόνες (Ολ ΑΠ 2/2008, 8, 10 και 11/2005).

Εξάλλου, ο λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 2/1989).

3. Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" διατηρεί στο ... του νομού Ηρακλείου, τουριστικό συγκρότημα με το διακριτικό τίτλο "...", το οποίο λειτουργεί εποχιακά από την έναρξη έως τη λήξη της θερινής τουριστικής περιόδου κάθε έτους, δηλαδή, κατά κανόνα, από Μάιο έως Οκτώβριο.

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, Ε. Α., η οποία είναι έγγαμη, απόφοιτος του Τμήματος Ξενοδοχειακής Τέχνης του Κλάδου Μετεκπαίδευσης της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Ηρακλείου και εφοδιασμένη με το προβλεπόμενο βιβλιάριο υγείας, το έτος 1999 προσλήφθηκε, για πρώτη φορά, από την εναγομένη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της, με την ειδικότητα της υπαλλήλου υποδοχής.

Από τότε, με εξαίρεση τη θερινή τουριστική περίοδο του έτους 2006, η ενάγουσα απασχολήθηκε στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της εναγομένης, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ως άνω ειδικότητα, ασκώντας, παράλληλα, και καθήκοντα υπαλλήλου κρατήσεων και προϊσταμένης των ορόφων, έναντι συμφωνημένου μισθού, υπολογιζόμενου σύμφωνα με τις διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών τοπικών κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου.

Ότι η σύμβαση της ενάγουσας ανανεωνόταν κάθε χρόνο (εκτός από το έτος 2006, κατά το οποίο εργάσθηκε σε άλλη ξενοδοχειακή επιχείρηση), κατόπιν προφορικής ενημέρωσης της εναγομένης, ότι επιθυμεί να συνεχίσει και το επόμενο έτος την εργασία της. Με τον ίδιο, μάλιστα, τρόπο ενεργούσαν και οι λοιποί εποχιακά εργαζόμενοι στην επιχείρηση.

Ουδέποτε, από το έτος 1999 που απασχολείτο στην εναγομένη, η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επαναπρόσληψής της με έγγραφη ειδοποίηση της εργοδότριας μέχρι τέλους Ιανουαρίου, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, όπως προβλέπεται με τις κηρυχθείσες υποχρεωτικές σ.σ.ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Έτσι, η επί σειρά ετών δημιουργηθείσα από την εναγομένη ως άνω πρακτική, με την ομοιόμορφη και ανεπιφύλακτη αυτή συμπεριφορά της, καθιέρωσε επιχειρησιακή συνήθεια, όσον αφορά τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος επαναπρόσληψης του εποχιακά απασχολουμένου προσωπικού της. Η πρακτική αυτή γινόταν χωρίς επιφύλαξη και είχε σαν αποτέλεσμα να καταλήξει σε καταργητική της διατύπωσης, για την άσκηση του δικαιώματος, που οριζόταν από την σ.σ.ε., σιωπηρή σύμβαση.

Ότι η σιωπηρή αυτή σύμβαση, ως αποτελούσα μέρος της ατομικής σύμβασης της ενάγουσας και περιέχουσα ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, επικρατεί έναντι της δυσμενέστερης ρύθμισης (έγγραφη δήλωση μέσω της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης), όπως η ενάγουσα με την αγωγή της βασίμως ισχυρίζεται. Η πρακτική αυτή ακολουθήθηκε και το έτος 2012.

Ειδικότερα η ενάγουσα, με τη λήξη της θερινής τουριστικής περιόδου του έτους 2012, δήλωσε στον εξουσιοδοτημένο προς τούτο διευθυντή προσωπικού της εναγομένης, Θ. Τ., ότι επιθυμεί να επαναπροσληφθεί για την επόμενη τουριστική περίοδο. Ότι την άνοιξη του έτους 2013, ο προαναφερόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με την ενάγουσα, η οποία του επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να εργασθεί στην επιχείρηση και, περί τα μέσα Μαΐου, ο ίδιος την κάλεσε να ξεκινήσει εργασία στις 30-5-2013 και αυτή συμφώνησε.

Ότι η εναγομένη, αμφισβητώντας το τελευταίο αυτό περιστατικό, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα απάντησε αορίστως σε πρόταση - πρόσκληση του Θ. Τ. για να εργασθεί στην επιχείρηση για το συγκεκριμένο τουριστικό έτος, με τη δικαιολογία ότι η επικείμενη υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση βουβωνοκήλης την εμπόδιζε να προγραμματίσει σχετικά.

Ωστόσο ότι η απάντηση της ενάγουσας για ανάληψη εργασίας υπήρξε θετική, ανενδοίαστα κατέθεσε ο σύζυγος της, Ε. Χ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η κατάθεσή του δε συνάδει με την κοινή πείρα, κατά τα διδάγματα της οποίας η ενάγουσα, όντας εργαζόμενη για λόγους βιοποριστικούς, δεν θα επέλεγε να στερηθεί τα εισοδήματα που αποκόμιζε από την εργασία της, επειδή επρόκειτο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση "ρουτίνας", με φυσιολογικό χρόνο ανάρρωσης όχι μεγαλύτερο της εβδομάδας.

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου για τη στάση που επέδειξε η ενάγουσα, ενισχύεται εκ του ότι αυτή είχε ήδη υποβληθεί στις απαραίτητες ακτινολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις και είχε λάβει το από 27-2-2013 πιστοποιητικό υγείας ώστε να μπορεί νομίμως να απασχοληθεί σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος και το βιβλιάριο υγείας της βρισκόταν ήδη θεωρημένο στο γραφείο του διευθυντή προσωπικού της εναγομένης.

Ενόψει τούτων, η κατάθεση του Θ. Τ., ο οποίος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, με επιμέλεια της εναγομένης, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "η ενάγουσα δεν ήξερε ακριβώς αν θα έρθει", δεν κρίνεται πειστική ως προς το σημείο αυτό. Άλλωστε, ο ίδιος μάρτυρας, στη συνέχεια της κατάθεσής του, αναφέρει ότι "αρχικά η πρόβλεψη ήτανε ότι η ανάρρωση της ενάγουσας θα χρειαζόταν δύο ημέρες.

Δεν ήταν τίποτα στάνταρ ή δεδομένο, άλλο δύο ημέρες αναρρωτική και άλλο οι 32 ημέρες αναρρωτική.", ενισχύοντας έτσι την εκτίμηση ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ρητά για την απασχόληση της ενάγουσας στην επιχείρηση τη συγκεκριμένη τουριστική περίοδο και ότι η εργοδότρια μετέβαλε στάση, αργότερα, λόγω του μακρότερου του αρχικώς προβλεπόμενου χρόνου ανάρρωσης της εργαζομένης.

Ότι περαιτέρω, το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου, η ενάγουσα ενημερώθηκε από τον ιατρό της ότι, στις 24-5-2013, θα υποβληθεί σε επέμβαση αποκατάστασης βουβωνοκήλης, εξέλιξη για την οποία πληροφόρησε άμεσα το διευθυντή προσωπικού της εργοδότριάς της (21-5-2013), ο οποίος την καθησύχασε και τη διαβεβαίωσε ότι θα ξεκινήσει εργασία μόλις επανέλθει από την αναρρωτική της άδεια.

Η ενάγουσα εισήλθε στο νοσοκομείο στις 23-5-2013 και την επόμενη ημέρα υποβλήθηκε σε επέμβαση πλαστικής αποκατάστασης βουβωνοκήλης, εξήλθε δε από το νοσοκομείο στις 26-5-2013. Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο ότι στις 27-5-2013, εξεταζόμενη από τους ιατρούς μέλη της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του ΙΚΑ, διαπιστώθηκε ότι αυτή χρήζει αναρρωτικής άδειας μέχρι τις 24-6-2013, δηλαδή για μακρότερο χρονικό διάστημα από όσο αρχικώς υπολογίζονταν, η οποία και της χορηγήθηκε από τον ασφαλιστικό της φορέα.

Κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής της άδειας, η ενάγουσα και ο Θ. Τ., οι οποίοι, πέραν της επαγγελματικής τους σχέσης, διατηρούσαν και κοινωνικές επαφές, αφού ο Θ. Τ. είναι ανάδοχος του παιδιού της ενάγουσας, επικοινωνούσαν συχνά τηλεφωνικά, η δε ενάγουσα ενημέρωνε, μέσω αυτού, την εναγομένη για την πορεία της υγείας της, εκδηλώνοντας, συγχρόνως, το συνεχές ενδιαφέρον της για την επιστροφή στην εργασία της.

Ότι, στις 25-6-2013, με τη λήξη της αναρρωτικής της άδειας, η ενάγουσα προσήλθε πράγματι στην εργασία της προσφέροντας τις υπηρεσίες της, πλην, όμως, η εναγομένη, η οποία είχε προσλάβει και αναθέσει τα καθήκοντά της σε τρίτο πρόσωπο, δεν τις αποδέχθηκε. Στη στάση της αυτή η εναγομένη ενέμεινε και το επόμενο διάστημα, καθιστάμενη έτσι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που η ενάγουσα προσηκόντως της προσέφερε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31-10-2013.

Συνεπώς, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας για όλο το χρονικό διάστημα από τις 25-6-2013 έως τις 31-10-2013, κατά το οποίο θα διαρκούσε η σύμβαση εργασίας της. Ότι η εναγομένη αρνείται ότι κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, επικαλούμενη πρωτοδίκως, αλλά και με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, ότι η ενεργοποίηση του δικαιώματος του εποχιακά εργαζομένου για επαναπρόσληψη στην ξενοδοχειακή επιχείρηση στην οποία είχε εργασθεί κατά το προηγούμενο έτος και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη του, προϋποθέτει αφενός έγγραφη ενημέρωση του εργοδότη, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής του οργάνωσης, για την επιθυμία του να επαναπροσληφθεί στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, αφετέρου την πληρότητα της ξενοδοχειακής επιχείρησης για τη νέα σεζόν, και επικαλείται ότι δεν υφίστατο υποχρέωσή της να επαναπροσλάβει την ενάγουσα, καθώς δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις.

Ωστόσο, πέραν της νομικής αβασιμότητας του πιο πάνω ισχυρισμού κατά το πρώτο σκέλος του, όσον αφορά τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος επαναπρόσληψης του εποχιακά απασχολουμένου προσωπικού ξενοδοχειακής επιχείρησης, εφόσον είναι δυνατόν να καθιερωθεί επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία να έχει σαν αποτέλεσμα τη σύναψη, μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, σιωπηρής σύμβασης καταργητικής της διατύπωσης για έγγραφη ενημέρωση του εργοδότη για την άσκηση του δικαιώματος επαναπρόσληψης, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, ανεξαρτήτως της πληρότητας ή μη της ξενοδοχειακής επιχείρησής της, είχε επιλέξει να επαναπροσλάβει την ενάγουσα και, στα μέσα Μαΐου του έτους 2013, υπήρξε ρητή προφορική συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εξουσιοδοτημένου προς τούτο διευθυντή προσωπικού της εναγομένης για την πρόσληψη της πρώτης στην επιχείρηση, με ημερομηνία έναρξης παροχής της εργασίας στις 30-5-2013.

Δηλαδή, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι η εναγομένη, επειδή δεν είχε την απαιτούμενη πληρότητα, δεν ήταν υποχρεωμένη από το νόμο να επαναπροσλάβει την ενάγουσα, αυτή (εναγομένη) επέλεξε να το κάνει και η σύναψη της σύμβασης εργασίας είχε ολοκληρωθεί, παρά τα όσα διαφορετικά η εναγομένη, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, διατείνεται, εκφράζοντας την άποψη ότι, εφόσον η ενάγουσα δεν είχε ξεκινήσει την εργασία της για το συγκεκριμένο τουριστικό έτος, τότε δεν πρόκειται για καταρτισμένη σύμβαση, καθώς η περιεχόμενη στις οικείες δεσμευτικές σ.σ.ε.

φράση "η πρόσληψη και τα μετά από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που ο εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία", η οποία αποτελεί τη βάση του συλλογισμού της εναγομένης, δεν αναφέρεται στον τρόπο σύναψης της νέας σύμβασης, αλλά διευκρινίζει ότι η μισθοδοσία και οι λοιπές εκατέρωθεν παροχές δεν αρχίζουν πριν από την πραγματική εμφάνιση του εργαζομένου για να απασχοληθεί.

Ούτε, όμως, η απουσία της ενάγουσας από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα που διήρκησε η ανάρρωσή της από τη χειρουργική επέμβαση, μπορεί να θεωρηθεί, λογικά και νομικά, ότι εμπίπτει στο πραγματικό της διάταξης των οικείων σ.σ.ε., κατά την οποία "... Αν ο μισθωτός δεν αναλάβει υπηρεσία αδικαιολόγητα εντός πενθημέρου, χάνει κάθε δικαίωμα για επαναπρόσληψη και αποζημίωση. ..", τα όσα δε διαφορετικά η εναγομένη ,με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, υποστηρίζει δεν έχουν νομικό έρεισμα.

Επιπλέον, οι αποδοχές της ενάγουσας, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1999, δυνάμει ειδικής προς τούτο συμφωνίας κατά την έναρξη της εργασίας της στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, καθορίζονταν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κλαδικών τοπικών σ.σ.ε.. Κατ’ ακολουθίαν, για το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει, καθορίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην από 1-7-2012 τοπική κλαδική σ.σ.ε.

ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου, η οποία κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό πράξης κατάθεσης ...7.2012, καθόσον ναι μεν η εργοδότρια -εναγομένη δεν αποτελεί μέλος των συμβαλλομένων στην ως άνω σ.σ.ε., τους οποίους και μόνο καταρχήν δεσμεύουν οι διατάξεις της, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται, πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι, από την πρώτη πρόσληψη της ενάγουσας το έτος 1999, συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι αποδοχές της θα υπολογίζονται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες τοπικές κλαδικές σ.σ.ε., όπως και στην αγωγή ιστορείται.

Το περιστατικό αυτό, ότι, δηλαδή, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, οι αποδοχές της εναγομένης θα καταβαλλόταν κατά τις διατάξεις των τοπικών κλαδικών σ.σ.ε. επιβεβαιώνεται εκ του ότι, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει ότι σε οιοδήποτε χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1999 έως 2012, υπολογίσθηκαν διαφορετικά από την εναγομένη, ούτε η ίδια το ισχυρίζεται.

Συνεπώς, οι διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών τοπικών κλαδικών σ.σ.ε. αποτέλεσαν περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας της ενάγουσας και, κατά τον τρόπο αυτό, δεσμεύουν την εργοδότριά της, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του πέμπτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται το αντίθετο. Επίσης, η εναγομένη αιτιάται, με τον έβδομο λόγο έφεσης, ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα επίδομα και αποζημίωση αδείας και προσέθεσε στο βασικό της μισθό το επίδομα οθόνης, επικαλούμενη επί λέξει ότι: "Η χορήγηση της άδειας αναπαύσεως προϋποθέτει πραγματική απασχόληση.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση χορηγήσεως του επιδόματος οθόνης για τον χειρισμό Η/Υ. Επομένως, αφού η ενάγουσα δεν προσλήφθηκε και δεν εργάσθηκε, ουδέν εξ αυτών δικαιούται.". Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι, όμως, νομικά αβάσιμος, δεδομένου ότι μεταξύ των αποδοχών υπερημερίας που δικαιούται να αξιώσει ο εργαζόμενος από τον εργοδότη του, στον οποίο πραγματικώς και προσηκόντως προσφέρει τις υπηρεσίες του, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση να του καταβάλλει λόγω της υπερημερίας του, είναι αυτές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση, αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, περιλαμβανομένων του επιδόματος και της αποζημίωσης αδείας και των πάσης φύσεως επιδομάτων τα οποία ο εργαζόμενος δικαιούται.

Ο έβδομος λόγος της έφεσης πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, οι αποδοχές της ενάγουσας για το επίδικο διάστημα διαμορφώνονται ως εξής: 1) Συνολικός μηνιαίος μισθός 1.224,14 ευρώ και ειδικότερα βασικός μισθός, κατ’ άρθρο 3 της ως άνω σ.σ.ε., 862,09 ευρώ, επίδομα προϋπηρεσίας, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 και 3 της ως άνω σ.σ.ε., για 11,17 (=134μήνες :12 μήνες) έτη, στα οποία αθροίζεται ο πραγματικός χρόνος εργασίας της ενάγουσας από το έτος 1999 έως το έτος 2012 (86 μήνες), προσμετρουμένων 4 μηνών από τη νεκρή περίοδο κάθε έτους, κατά το οποίο η ενάγουσα, μετά τη νεκρά περίοδο, εργάσθηκε στην ίδια εργοδότρια (12 έτη Χ4 μήνες=48 μήνες), ποσού 44,68 ευρώ(11,17 έτη Χ4 ευρώ), δηλαδή αθροιζόμενα στο ποσό των 906,77 ευρώ, επί του οποίου υπολογίζεται το επίδομα οικογενειακών βαρών (10% ήτοι 90,68 ευρώ), το επίδομα εποχιακής απασχόλησης (10%, ήτοι 90,68 ευρώ), το επίδομα τουριστικής εκπαίδευσης (10%, ήτοι 90,68 ευρώ) και το επίδομα υπολογιστή (10%, ήτοι 45,33 ευρώ).

Ότι, επομένως, οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας για το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονται σε 5.190,16 ευρώ (1.2224,14Χ0,006=7,34Χ8=58,72Χ5) 293,60+(1.224,14 ευρώΧ4 μήνες=4.896,56 ευρώ), 2)δώρο Χριστουγέννων 2013 αναλογία δώρου ίση με τις αποδοχές 13,1 ημερομισθίων (105 ημέρες εργασίας : 8),δηλαδή ποσό 641,45 ευρώ, και μετά τον υπολογισμό της αναλογίας του επιδόματος αδείας (26,72 ευρώ) ποσό 668,17 ευρώ, 3) αποζημίωση και επίδομα αδείας, υπολογιζόμενα για εργασιακή σχέση 4 μηνών, ποσού 391,68 και 612,07 ευρώ αντίστοιχα.

Ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 6.862,08 ευρώ. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία την αγωγή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 6.862,08 ευρώ και ειδικότερα 5.190,16 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25-6-2013 έως 31-10-2013, 668,17 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων και 1.003,75 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ αυτή.

4. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1εδ. α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα εταιρεία πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1346/1983 και 11 παρ. 1 της από 1-7-2012 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου, επικαλούμενη ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι σε περίπτωση μη επαναπρόσληψης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δημιουργείται υποχρέωση αυτής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας, αντί να δεχθεί ότι η τελευταία δικαιούται μόνο αποζημίωση απόλυσης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη συμφώνησε με τον εξουσιοδοτημένο προ τούτο από την αναιρεσείουσα εταιρεία διευθυντή προσωπικού της Θ. Τ. να επαναπροσληφθεί και κατά την επόμενη τουριστική περίοδο, με ημερομηνία πρόσληψης την 30η Μαίου 2013, με τον τρόπο αυτό επήλθε η επανασύσταση της συμβάσεως εργασίας της για την επόμενη περίοδο λειτουργίας του ξενοδοχείου και εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προσέλαβε την αναιρεσίβλητη κατέστη υπερήμερη και οφείλει σ’ αυτή μισθούς υπερημερίας.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 και 2 του ν. 1346/1983 και 10 της από 1-7-2012 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου, με τις παραδοχές της ότι η εκ μέρους της ενάγουσας προφορική υποβολή της δηλώσεως επαναπρόσληψής της στο τέλος κάθε τουριστικής περιόδου για την επομένη, επί σειρά ετών, και η μετά ταύτα ανεπιφύλακτη αποδοχή από την αναιρεσείουσα έχει δημιουργήσει επιχειρησιακή συνήθεια και αυτή κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας , που ως ευνοϊκότερος κατισχύει των όρων της ΣΣΕ, έτσι ώστε η άρνησή της να την επαναπροσλάβει κατά το έτος 2013 την καθιστά υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, αντί να δεχθεί ότι η έγγραφη ειδοποίηση του ξενοδοχοϋπαλλήλου δια μέσου της συνδικαλιστικής του οργάνωσης αποτελεί συστατικό τύπο για την επαναπρόσληψη και περαιτέρω ότι πρέπει να συντρέχει σωρευτικά γι’ αυτή και η προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι εφόσον το Εφετείο δέχεται την οικειοθελή από μέρους της αναιρεσείουσας μη τήρηση ως προς την επαναπρόσληψη της αναιρεσίβλητης της διατυπώσεως των επίδικων ΣΣΕ και ΔΑ για έγγραφη ειδοποίηση αυτής μέσω της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης της τελευταίας, η μη τήρηση της πρακτικής αυτής, που είναι ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους, μπορεί να απολήξει σε καταργητική του όρου των ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ σιωπηρή σύμβαση, που αποτελεί μέρος της ατομικής σύμβασης της ενάγουσας και επομένως η σύμβαση αυτή υπερτερεί των δυσμενέστερων ρυθμίσεων που περιέχονται στις σχετικές ΣΣΕ ή ΔΑ.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της, την οποία παραδεκτά πρόβαλε τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον αυτού, δηλαδή ότι το ξενοδοχείο της είχε καθ’ όλη τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου του έτους 2013 πληρότητα μόνο 10, 1% κατά μέσο όρο ( δέκα διαμερίσματα από τα 88) και για το λόγο αυτό προσέλαβε την περίοδο αυτή μόνο τρεις (3) εργαζόμενους.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, στον οποίο σημειωτέον το Εφετείο απάντησε και τον απέρριψε κατ’ ουσία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν πρόκειται για ‘ ‘ πράγμα’ ‘ , κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, να μην ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή.

Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 656 ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης στον ανωτέρω κανόνα δικαίου, καθόσον αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ο προγραμματισμός μιας επέμβασης βουβωνοκήλης σε κρατικό νοσοκομείο είναι γνωστός στον ασθενή αρκετό χρόνο πριν και δεν πληροφορείται αυτός την ημερομηνία της επέμβασης μόλις μία ημέρα πριν από την πραγματοποίησή της, οπότε η αναιρεσίβλητη γνώριζε κατά το χρόνο συνάψεως της συμφωνίας περί προσλήψεώς της, στα μέσα Μαίου, ότι επρόκειτο να εγχειρισθεί στις 24-5-2013 και παρά ταύτα δεν την ενημέρωσε, καθόσον η επιχείρησή της δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτή, ενόψει της φύσεως της εργασίας της, ως υπαλλήλου υποδοχής, και επομένως η αναιρεσείουσα δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη υπ’ αριθμ. 2, απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις παραδοχές της που είναι αντίθετες προς εκείνες που, κατ’ αυτή, είναι ορθές και προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ, α’ του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ’ αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ‘ ‘ αιτιολογία’ ‘ , ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προσήκουσας προσφοράς της εργασίας της αναιρεσίβλητης προς αυτή, εφόσον δεν αιτιολογεί πως μία χειρουργική επέμβαση ρουτίνας, με φυσιολογικό χρόνο ανάρρωσης όχι μεγαλύτερο της μιας εβδομάδας, διήρκεσε επί 32 ημέρες και ως προς το ζήτημα αν υπήρξε κατά τις συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες της ενάγουσας με τον διευθυντή της επιχείρησης της εναγομένης αποδοχή για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας ως προς τον ήδη συμφωνηθέντα χρόνο έναρξης αυτής, καθώς και ως προς το ζήτημα αν ο συνομιλητής της ενάγουσας (Θ.

Τ.) ήταν και νόμιμος εκπρόσωπός της ή έστω εξουσιοδοτημένος για να αποφασίζει το χρόνο έναρξης της εργασίας των λοιπών υπαλλήλων. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, για το λόγο ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν ‘ ‘ ζητήματα’ ‘ και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560ΚΠολΔ, διότι ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, το οποίο, όμως, διατυπώνεται με σαφήνεια. 6.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών των άρθρων 664 έως 676 ΚΠολΔ), εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)....

β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά συνεδρίασης που συντάσσονται από το γραμματέα για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να περιέχουν ‘ ‘ όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...

τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές...’ ‘ . Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στις υποθέσεις που δικάζονται με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ‘ ‘ ως γενόμενο κατά τη συζήτηση’ ‘ σημειώνεται στα πρακτικά. Επομένως, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν υποβάλλονται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, είναι απαράδεκτοι και απορρίπτονται για το λόγο αυτό από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (Ολ ΑΠ 2/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε το λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που πρόβαλε αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις της, με την αιτιολογία ότι η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε παραδεκτά, επειδή δεν καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ η επίμαχη ένσταση δεν ήταν αναγκαίο να καταχωρισθεί και στα πρακτικά, σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε αυτεπάγγελτα υπόψη το απαράδεκτο της προβολής της ως άνω ένστασης, χωρίς να έχει προταθεί το εν λόγω απαράδεκτο από την αναιρεσίβλητη και τότε ενάγουσα.

Από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των υπ’ αριθμ. 1270/2013 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο Ηρακλείου) προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής στο ακροατήριο αυτού η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αρνήθηκε την αγωγή και ζήτησε την απόρριψή της και στη συνέχεια αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι υπήρξε σαφής, έστω και συνοπτική, προβολή της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, όπως άλλωστε συνομολογεί και η αναιρεσείουσα, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός της, ο οποίος τείνει στην κατάλυση του δικαιώματος της ενάγουσας που ασκήθηκε με την αγωγή της και του οποίου δεν έγινε καταχώριση στα ανωτέρω πρακτικά, δεν υπήρξε σύννομη προβολή του ισχυρισμού αυτού.

Επομένως, απορρίπτοντας το Εφετείο το σχετικό λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, έκρινε σύμφωνα με το νόμο και ως εκ τούτου το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 5 περ. β’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμο. Δεδομένου δε ότι, κατά τα προεκτεθέντα, το ως άνω απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά τα άρθρα 269 παρ. 1και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, το Εφετείο μπορούσε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου τις ελλείψεις εκείνες που καθιστούν την ένσταση αυτή απαράδεκτη.

Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ‘ ‘ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά’ ‘ , αφού η ίδια η διάταξη προβλέπει εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως.

Συνεπώς, το Εφετείο που έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως το ανωτέρω απαράδεκτο, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 περ. α’ ΚΠολΔ και όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα.

7. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι με τις παραδοχές του Εφετείου, ότι αν και η αναιρεσείουσα δεν είναι μέλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης ‘ ‘ ...’ ‘ , η οποία μαζί με την συνδικαλιστική οργάνωση ‘ ‘ Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου’ ‘ κατάρτισε την από 1-7-2012 τοπική ΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου’ ‘ και επομένως δεν δεσμεύεται από τους όρους αυτής, παρά ταύτα υποχρεώνει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη αποδοχές υπερημερίας βάσει των διατάξεων της εν λόγω ΣΣΕ, δεχόμενο ειδικότερα ότι η εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών τοπικών ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων του Νομού Ηρακλείου έχει καταστεί στην προκείμενη περίπτωση επιχειρησιακή συνήθεια, παρόλο που η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της δεν επικαλέσθηκε την ύπαρξη μιας τέτοιας επιχειρησιακής συνήθειας.

Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης, από 16-8-2013, αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλείται, στην πρώτη σελίδα αυτής, ότι υπήρξε όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας της να αμείβεται με τις αποδοχές που καθόριζε η εκάστοτε ισχύουσα τοπική ΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου’ ‘ , το γεγονός δε αυτό δέχθηκε και το Εφετείο, ότι, δηλαδή, οι διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών τοπικών κλαδικών ΣΣΕ αποτέλεσαν περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας της ενάγουσας και κατά συνέπεια δεσμεύουν την εναγομένη εργοδότρια και δεν έκανε λόγο για επιχειρησιακή συνήθεια, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. 8.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 ΑΚ, ‘ ‘ Αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλόμενους έγινε αδύνατη από πταίσμα του άλλου, αυτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αντιπαροχής. Από την αντιπαροχή όμως αφαιρείται καθετί που ωφελείται ή δόλια παραλείπει να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτός που απαλλάσσεται λόγω της αδυναμίας ...’ ‘ Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 656 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013), ‘ ‘ Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.

Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού’ ‘ .

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη για καταβολή των αποδοχών του εργαζόμενου υφίσταται μέχρι να αρθεί η υπερημερία του, είτε με δήλωσή του ότι αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, είτε με απόσβεση της ενοχής, είτε με σχετική αυτού και του μισθωτού συμφωνία (ΑΠ 538/2017, 750/2016).

Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 560 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 4 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και 5 της από 1-7-2012 ΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ξενοδοχοϋπαλλήλων Νομού Ηρακλείου’ ‘ , επικαλούμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, δεχόμενο ότι στους μισθούς υπερημερίας που δικαιούται η αναιρεσίβλητη περιλαμβάνονται η αποζημίωση και το επίδομα αδείας, καθώς και το επίδομα οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή, καθόσον οι αμοιβές αυτές προϋποθέτουν πραγματική και όχι πλασματική απασχόληση.

Όμως, με τις παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται για αποδοχές υπερημερίας εκείνες που θα ελάμβανε σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας της αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της αναιρεσείουσας εργοδότριας να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, περιλαμβανομένων του επιδόματος και της αποζημίωσης αδείας, καθώς και των πάσης φύσεως επιδομάτων, δεν παραβιάσθηκαν οι ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Αντίθετα, από τις διατάξεις των άρθρων 381 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι οι αποδοχές υπερημερίας που δικαιούται η αναιρεσίβλητη δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας της, την οποία η αναιρεσείουσα είχε ήδη αποκρούσει και επομένως η τελευταία ορθώς κρίθηκε ότι οφείλει, εκτός από το μισθό, και τις υπόλοιπες αποδοχές που θα ελάμβανε η αναιρεσίβλητη αν εργαζόταν πραγματικά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

9. Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 28-9-2016 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... Εταιρεία’ ‘ για αναίρεση της 317/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-9-2016 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... Εταιρεία’ ‘ για αναίρεση της 317/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Αυγούστου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ