Legislator Case Law & Legislation
1405/2016 AI generated

1405/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1405/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Νικόλαο Τσάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1405/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ 4304/2015 αποφάσεως του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.1,8 του ν. 1337/1983, που δέχθηκε ότι τέλεσε π αναιρεσείουσα κατηγορουμένη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1405/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Νικόλαο Τσάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου. για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Ι. - Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σκορδαλιού, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΒΤ4304/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 625/2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις αυτές ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που το σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 503/2015).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σν αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ 4304/2015 αποφάσεως του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.1,8 του ν. 1337/1983, που δέχθηκε ότι τέλεσε π αναιρεσείουσα κατηγορουμένη.

Ήτοι ότι "από την αποδεικτική διαδικασία καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι. Στην Δραπετσώνα στις 31.10.008 με πρόθεση προέβη σαν ιδιοκτήτρια στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος ή στην εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών, ειδικότερα με την ιδιότητα της αυτή προέβη στην επίστρωση τσιμεντοκονίας της ενδοδαπέδιας εντός διαμερίσματος διαστάσεων 7,50μ σύνολο (80) τ.μ.

δ’ ορόφου εξαώροφης οικοδομής επί της οδού ..., χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Περαιτέρω, παρεκτός των αόριστων ισχυρισμών της κατηγορουμένης, δεν αποδείχθηκε από κανένα πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ότι έχει προβεί σε διαδικασία νομιμοποίησης και ρύθμισης του οφειλόμενου ποσού για τις επίδικες αυθαίρετες κατασκευές... ".

Στη συνέχεια το Β’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς κήρυξε ένοχο την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Ι. - Γ. Σ. του Ε., του ότι "Στην Δραπετσώνα στις 31.10.2008 με πρόθεση προέβη σαν ιδιοκτήτρια στην κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος ή στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών, ειδικότερα με την ιδιότητα της αυτή προέβη στην επίστρωση τσιμεντοκονίας της ενδοδαπέδιας εντός διαμερίσματος διαστάσεων 7,50μ σύνολο (80) τ.μ.

δ’ ορόφου εξαώροφης οικοδομής επί της οδού ... χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αυτών που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 17 παρ.1, 3 του ν. 1337/1983 από την αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 α ΠΚ και άρθρα 17 παρ.1,8 του ν. 1337/83, 8παρ.11 του ν.1512/85, 1 παρ.1,3 Π.Δ. 5/12.7.1983 σε συνδ. με άρθρο 22 παρ.1,3 του ν. 1577/85 όπως τροπ. με άρθρο 3 παρ. 13 του ν.2242/94 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του εκθέτει κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε προς συναγωγή της καταδικαστικής κρίσεώς του, ήτοι τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό και με την απολογία της κατηγορουμένης.

Περαιτέρω εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση (στα αλληλοσυμπληρούμενα, κατά τα εκτεθέντα, σκεπτικό και διατακτικό) τα περιστατικά, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα, ήτοι ότι με πρόθεση, δηλαδή με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι τελεί την αξιόποινη αυτή πράξη, προέβη, ως ιδιοκτήτρια διαμερίσματος του δ’ ορόφου εξαώροφης οικοδομής επί της οδού ...

της Δραπετσώνας, στην εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών της επιστρώσεως τσιμεντοκονίας της ενδοδαπέδιας επιφανείας του ανωτέρω διαμερίσματος της, διαστάσεων 7,50 Χ 9,70μ και συνολικώς (80) τ.μ., χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Περαιτέρω, ειδικώς το δικαστήριο διέλαβε στην ως άνω απόφασή του, την επαρκή αιτιολογία της απορριπτικής του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ισχυρισμού της, ότι έχει προβεί στην διαδικασία νομιμοποιήσεως των επιδίκων αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών, με την παραδοχή "ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ότι έχει προβεί σε διαδικασία νομιμοποίησης και ρύθμισης του οφειλόμενου ποσού για τις επίδικες αυθαίρετες κατασκευές".

Άλλα περιστατικά δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται στην απόφαση αυτή ως δ’ εκ τούτου αυτή περιέχει, τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, όπως προαναφέρεται, αναλυτικά και με πληρότητα, και έτσι καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της από το διατακτικό της.

Κατόπιν αυτών ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Δ’ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

Οι προβαλλόμενες δε από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το δικαστήριο της ουσίας την εκήρυξε ένοχη, ενώ αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα έγγραφα ότι ήταν αθώα λόγω τακτοποιήσεως, κατά τα άρθρα 40 και 41 του ν.3775/2009, των ημιυπαιθρίων χώρων (και όχι, σημειωτέον, των επιδίκων αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών) της ανωτέρω πολυκατοικίας και μάλιστα από τρίτο πρόσωπο και δη τον Σ.

Κ., και όχι από την ίδια (αναιρεσείουσα) είναι απαράδεκτες, ως πλήττουσες, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.- Κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστου, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη από αυτή (ΑΠ 866/2016) .

Η "πράξη" κατά το άρθρο 57, ειδικότερα, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.

Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε (ΑΠ 27/2015,114/2010). Ουσιαστικό στοιχείο για την ύπαρξη δεδικασμένου είναι και η ταυτότητα προσώπου, όπως από την ίδια τη γραμματική διατύπωση της διάταξης προκύπτει "αν κάποιος και πάλι εις βάρος του".

Ταυτότητα προσώπων υπάρχει όταν το ίδιο πρόσωπο διώκεται εκ νέου για την ίδια πράξη, ενώ δεν υπάρχει δεδικασμένο, αν οι επικαλούμενες αποφάσεις αφορούν τρίτα πρόσωπα. Και, τέλος, ταυτότητα προσώπου είναι αυτή εκείνου που κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε, έστω και αν μηνύθηκε με ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβολής ή μεταβλήθηκαν χαρακτηριστικά στοιχεία ή ιδιότητες. 0 αυτοτελής ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου, που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μη προταθείς στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 656/2015), ο δε επικαλούμενος αυτό (δεδικασμένο), για να είναι παραδεκτός ο περί παραβιάσεως του δεδικασμένου λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 ΣΤ’ του ΚΠΔ, οφείλει, το μεν να επικαλείται, σαφώς και ορισμένως, ότι η προηγούμενη, καταδικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη και πώς έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, το δε (οφείλει) να το αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως, από την οποία απορρέει και, επιπροσθέτως, βεβαιώσεως, από την οποία να προκύπτει ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη (άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ, ΑΠ 866/2016, 648/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι από την υπ’ αριθμ. 5622/2011 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώος ο Σ. Κ. του Ε. της αξιοποίνου πράξεως του ότι την 31-1-2008 στην Δραπετσώνα και σε οικοδομή επί των οδών ..., ως ιδιοκτήτης, με πρόθεση προέβη στην "επίστρωση τσιμεντοκονίας της ενδοδαπέδιας σε διαμέρισμα του 4ου ορόφου, ογδόντα (80) τ.μ.

χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας", προκύπτει δεδικασμένο, που καθιστά απαράδεκτη την εναντίον της (αναιρεσείουσας) ποινική δίωξη για την ως άνω επίδικη αξιόποινη πράξη, για την οποίαν κατεδικάσθη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η πράξη της αυτή είναι η αυτή κατά τόπο και χρόνο και λοιπές περιστάσεις με αυτήν για την οποίαν αθωώθηκε ο ανωτέρω Σ.

Κ. του Ε.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ’ του ΚΠΔ, που το πρώτον προβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί δεν υφίσταται η, κατά τα προαναφερόμενα, αναγκαία για την ύπαρξη δεδικασμένου ταυτότητα προσώπων, αφού η μεν υπ’ αριθμ. 5622/2011 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, αφορά τον Σ.

Κ. του Ε. ατομικώς ως ιδιοκτήτη του διαμερίσματος του 4ου ορόφου, η δε αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αφορά την αναιρεσείουσα επίσης ατομικώς ως ιδιοκτήτρια διαμερίσματος του 4ου ορόφου της αυτής οικοδομής. Αμφότερες δε οι αποφάσεις αυτές, ως εκ της παραδεκτής για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκοπήσεώς τους προκύπτει, δεν αφορούν τόσον τον ως άνω Σ.

Κ. του Ε. όσον και την αναιρεσείουσα, ως ομόρρυθμα μέλη της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "....", ως η τελευταία επικαλείται. Σημειωτέον ότι, Ο αυτός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού η αναίρεσείουσα αφ’ ενός μεν δεν επικαλείται τον τρόπο που η ανωτέρω αθωωτική του Σ.

Κ. του Ε. απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφ’ ετέρου δεν προσκομίζει πιστοποιητικό αμετακλήτου της αποφάσεως αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 11/2016 από 22.4.2016 αίτηση της Ι. - Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΒΤ 4304/16.10.2015 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ