Legislator Case Law & Legislation
1405/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property dispute, upholding lower court's evidence evaluation regarding land ownership.

Case Number 1405/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third-Instance Court of Nafplion regarding a property dispute over an agricultural road. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and ignoring a mayor's letter, but the court found these claims baseless. The court ruled that the appellate court properly exercised its free evaluation of evidence and did not need to re-examine the case facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para.1 C.Pol.D.; Art. 1108 C.C.: The appellate court's free evaluation of evidence is final and cannot be re-examined on appeal unless there is a clear error in law, as the court is not bound to adopt the appellant's specific assessment of facts.

Keywords

AI generated
appellate review free evaluation of evidence property ownership agricultural road negative action judicial discretion burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para.1 C.Pol.D.
Art. 1108 C.C.
Art. 495 para.4 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1405/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δκηγόρου Αριστείδη Τσαβδαρίδη.

Των αναιρεσίβλητων:1)Α. Χ. του Ν., 2)Π. συζ. Α. Χ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Στάμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 157/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, κατ'αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος κατά τα άρθρα 999 και 1000 δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητος επί του πράγματος.

Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945 - 946 ΚΠολΔ) ή την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) στο μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ) ή και τα δύο μαζί.

Εναγόμενος στην αρνητική αγωγή είναι ο ενεργήσας την προσβολή της κυριότητας, ο οποίος μπορεί να είναι εκτός από τον κύριο παρακειμένου ή μη ακινήτου και ο νομέας ή ο κάτοχός του ή ο ενεργών κατ'εντολή αυτών, στη δε τελευταία περίπτωση ο εναγόμενος δικαιούται να προσεπικαλέσει τον κύριο του ακινήτου ή τον εντολέα του, υπό δε τους όρους των ΚΠολΔ 91 επ, μπορεί να γίνει ανακοίνωση της δίκης εκ μέρους ενός των διαδίκων προς τρίτους.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011).

Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Στην προκειμένη περίπτωση επί της κριθείσας νομικά βάσιμης από 1.7.2008 αρνητικής αγωγής, που άσκησε η αναιρεσείουσα ως κυρία ακινήτου κειμένου, στην κτηματική περιφέρεια του ΔΔ ..., κατά των συγκυρίων παρακειμένου ακινήτου αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε μετά από έκκληση της πρωτόδικης αποφάσεως η προσβαλλομένη, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, αφού σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ και εντός των ορίων του, έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, που είχαν δικασθεί πρωτοδίκως ωσεί παρόντες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε, εκ νέου, την αγωγή, δέχθηκε ως προς αυτήν, ανελέγκτως, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Γ., νομίμως μεταγεγραμμενου, οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των 606,56/000 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούν σε 740 τ.μ. ενός αγροτεμαχίου, που εμφαίνεται στο προσαρτώμενο με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α τοπογραφικό διάγραμμα από Ιανουαρίου 1991 του μηχανικού Δ. Μ. και αντιστοιχεί στα με αριθμούς 3 και 4 τμήματα, όπως αυτά αποτυπώνονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και τα οποία νόμιμα επικαλούμενα αμφότερα προσκομίζονται (συμβόλαιο και τοπογραφικό).

Την ίδια περίοδο οι Α. συζ. Β. Κ. και ο Β. Κ. κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, των λοιπών 393,44 τ.μ. εξ' αδιαιρέτου του ανωτέρω αγροτεμαχίου δυνάμει του με αριθμ. .../1991 συμβολαίου πώλησης ιδανικού μεριδίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, που αντιστοιχεί σε 480 τ.μ. και εμφαίνεται με αριθμούς τμημάτων 1, 2 στο ανωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα.

Το τμήμα δε του αγροτεμαχίου που στο ανωτέρω τοπογραφικό φέρεται με αριθμούς 1,2 και ανήκει εξ αδιαιρέτου στους ανωτέρω συγκυρίους Α. Κ. και Β. Κ. κατά το αναφερόμενο ανωτέρω ποσοστό, βρίσκεται δυτικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων και όπως αναφέρθηκε αποτελούσε με αυτό, κατά την πώληση του, ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 1.220 τ.μ, που ανήκε στον δικαιοπάροχο τους Σ.

Σ.. Περαιτέρω το κατά την πώληση του ανωτέρω αγροτεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 1.220 τ.μ., ρητά αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, καθώς και δυτικά με αγροτικό δρόμο, οι οποίοι (δρόμοι) αποτυπώνονται στο από έτος 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Μ., καθώς και στα αναφερόμενα ανωτέρω συμβόλαια με αριθμ. .../91 και .../91 που επικαλούμενα προσκομίζονται.

Η ύπαρξη του δρόμου αυτού, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που αποτυπώνουν παλαιές, κατασκευές και σταθερά διαμορφωμένη κατάσταση, προϋπήρχε ήδη από έτη, ήτοι τουλάχιστον προ πενταετίας από την αγορά τους. Εξάλλου, με βάση και τα διδάγματα της λογικής, αν δεν υπήρχε πρόσβαση σε δρόμο οι εναγόμενοι ουδένα λόγο θα είχαν να αγοράσουν το ανωτέρω αγροτεμάχιο και μάλιστα σε τιμή μεγαλύτερη του προς δυσμάς όμορου ακινήτου των Α.

και Β. Κ. (βλ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως ως άνω υπ' αρ. ... και ... συμβόλαια, όπου στο μεν πρώτο αναγράφεται τίμημα 600.000 δρχ., η δε εκτίμηση της αρμόδιας ΔΟΥ το αναβιβάζει σε 1.998.000, στο δε δεύτερο αναγράφεται τίμημα 500.000 δρχ, η δε εκτίμηση της ΔΟΥ σε 1.296.000). Από την αγορά του ακινήτου τους και μετά οι εναγόμενοι εισέρχοντο στο ακίνητο τους μέσω απλής σιδερένιας θύρας, που υπήρχε στην βόρεια πλευρά του ακινήτου τους και η ύπαρξη της αποδεικνύεται από τις φωτογραφίες που προσκόμισαν οι εναγόμενοι (με αριθμ.

Σχετ 11, 12), στις οποίες εμφαίνεται και η παλαιότητα της. Ανατολικότερα δε της άνω θύρας και πάντα στο όριο της ιδιοκτησίας των εναγομένων υπήρχε και υπάρχει κολώνα της ΔΕΗ (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από εναγομένους φωτογραφία με αρ. σχετ. 13, σε συνδ. με το από Αύγουστο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ.

Μηχανικού Ε. Ν.), γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί υπάρξεως αγροτικού δρόμου, ο οποίος μάλιστα εξετείνετο και ανατολικότερα του σημερινού του ορίου (επ' αυτού βλ. κατωτέρω). Και ενώ έτσι ήταν διαμορφωμένη κατάσταση η ενάγουσα απέκτησε το 2004 κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2004 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορίνθου Α.

Ρ., νομίμως μεταγεγραμμένου, με αγορά από την Α. Π., ένα αγροτικό ακίνητο στην ίδια περιοχή όμορο προς τους εναγομένους, εκτάσεως 1.695 τετραγωνικών μέτρων, οριζόμενο σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως και το από Μάρτιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Μ., ανατολικώς επί πλευράς ΑΒ, μήκους 19,40μ με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Β., δυτικώς εν μέρει επί πλευράς ΓΔ, μήκους 12,10μ με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Σ. Σ. και ήδη εναγομένων και αγνώστων, εν μέρει επί πλευράς ΕΖ" μήκους 3,50μ με αγροτική οδό πλάτους 4,00μ και εν μέρει επί πλευράς ΘΙ, μήκους 2,50μ με δουλεία διόδου πλάτους 2,50μ πρώην ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι. Π. και ήδη Ι. Π., βορείως εν μέρει επί πλευράς ΖΗ, μήκους 27,30μ και ΗΘ, μήκους 9,50μ με δουλεία διόδου πλάτους 2,50μ πρώην ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι.

Π. και ήδη Ι. Π. και εν μέρει επί πλευράς ΑΙ, μήκους 81,00 μ. με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Π. και ήδη Ι. Π. και νοτίως εν μέρει επί πλευράς ΒΓ, μήκους 63,65μ, με ιδιοκτησίες αγνώστου και πρώην κληρονόμων Κ.Μ. και εν μέρει επί πλευράς ΔΕ, μήκους 53,45μ. με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Σ. και ήδη εναγομένων και αγνώστων.

Ήτοι με βάση τον άνω τίτλο κτήσεως η ως άνω αγροτική οδός αποτελεί ιδιοκτησία της ενάγουσας, η οποία σε σχήμα ακανόνιστο και καταφανώς ασύνηθες για αγροτικό ακίνητο διέρχεται μεταξύ των ιδιοκτησιών των εναγομένων των Β. και Α. Κ., του Δ. Ρ. (μάρτυρος αποδείξεως) και του Δ. Π., για να καταλήξει, σαν "σφήνα" στον (μη αμφισβητούμενο) προς Δυσμάς αγροτικό δρόμο (βλ.

τα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα Β. Μ. και Ε. Ν.). Η δε ύπαρξη ενός τόσο ακανόνιστου σε σχήμα αγροκτήματος και η γειτνίαση με αγροτικό δρόμο ή έστω με διαμορφωμένη προς δυσμάς δίοδο κάθε άλλο παρά ενισχύεται από τον απώτερο τίτλο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αρ. .../19654 πράξη αποδοχής κληρονομιάς συμ/φου Κορίνθου Α.

Ρ., όπου το ακίνητο οριοθετείται, ως ένα σύνηθες ακίνητο, με βάση τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα (ανατολή, δύση, βορράς, νότος) και χωρίς να αναφέρεται προς δυσμάς αγροτική οδός. Εν συνεχεία περί τα τέλη 2006 με αρχές 2007 η ενάγουσα περιέφραξε με συρματόπλεγμα την ιδιοκτησία της προς δυσμάς, αποκλείοντας το αντίστοιχο βόρειο -ανατολικό μέρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων, όπου ευρίσκετο η θύρα εισόδου του ακινήτου τους, καθιστώντας έτσι αδύνατη την πρόσβαση σ' αυτό, δοθέντος μάλιστα ότι το προς δυσμάς όμορο ακίνητο των συνιδιοκτητών Κ.

έχει οριοθετηθεί από ετών με μαντρότοιχο και σε αυτό έχει κτίσει κατοικία. Ωστόσο κατά τις εργασίες περίφραξης η ενάγουσα δεν επεξέτεινε αυτήν, ως θα μπορούσε, αν βέβαια ίσχυαν τα όρια ιδιοκτησίας με βάση τους ισχυρισμούς της και το διάγραμμα του πρόσφατου τίτλου κτήσεως της, έως τον προς δυσμάς αγροτικό δρόμο, αλλά ούτε έως το ύψος της ιδιοκτησίας Ρ. [Σημειώνεται ότι η, κατά την ενάγουσα, ύπαρξη δουλείας διόδου υπέρ ετέρων ιδιοκτητών, κείται σε μέρος μόνο της επίδικης λωρίδας (βλ.

άνω διάγραμμα Β. Μ.), η δε είσοδος των τελευταίων από τον αγροτικό δρόμο θα μπορούσε να πραγματοποιείται ευχερώς με άνοιγμα - κλείσιμο θύρας]. Έτσι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν την πρόσβαση τους από την άνω αυλόπορτα και προέβησαν τον Μάιο του 2007 στη διάνοιξη νέας μεγαλύτερης εισόδου σε δυτικότερο σημείο, έξωθεν της νέας περιφράξεως της ενάγουσας, καθαιρώντας μέρος του τσιμεντένιου τοιχίου που είχε τοποθετήσει η ενάγουσα στο δυτικό όριο της περιφράξεώς της, προκειμένου να ανοιγοκλείνει νέα θύρα τους (βλ.

τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα φωτογραφίες). Ανεξαρτήτως του εάν η μερική καθαίρεση του τσιμεντένιου τοιχίου ήταν η όχι αναγκαία (για την οποία η ενάγουσα θα ηδύνατο να ασκήσει αποζημιωτική αγωγή), η ενέργεια αυτή των εναγομένων επ' ουδενί δεν διαταράσσει την ιδιοκτησία της ενάγουσας, αφού αυτοί διέρχονται από μέρος που, όπως προαναφέρθηκε, κείται καταφανώς εκτός ιδιοκτησίας της ενάγουσας αλλά και εκτός της περιφράξεως, που η ίδια έχει τοποθετήσει για την οριοθέτηση του ακινήτου της, Η τελευταία, φέρουσα το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών της δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι και η επίδικη λωρίδα ανήκει στην ιδιοκτησία της (τούτο δε ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα που φέρει αυτή).

Η δε προσκομιζόμενη από μήνα Ιούνιο 2005 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας (αρθ. 390 ΚΠολΔ) του αγρονόμου τοπογράφου Α. Κ. κρίνεται μη αξιόπιστη, διότι θεωρεί την επίδικη εδαφική λωρίδα από την οποία διέρχονται οι εναγόμενοι ως ανύπαρκτη κατά τα έτη 1992 και 2001, μολονότι τα όρια αυτής με σαφήνεια και συγκεκριμένες διαστάσεις αποτυπώνονται στο άνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Δ.

Μ., επιβεβαιώθηκαν δε από την ένορκη κατάθεση του όμορου ιδιόκτητη Δ. Ρ., ο οποίος επίσης διέρχεται από εκεί. Ανάγκη για διενέργεια πραγμ/νης δεν απαιτείται (αρθ. 368 επ. ΚΠολΔ), εφόσον τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία επαρκούν για το σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, το ίδιο δεν ισχύει και ως προς το αίτημα περί αυτοψίας (υπό την έννοια των άρθρων 355 επ.

ΚΠολΔ). Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί για την πληρότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως ότι ναι μεν στα υπ' αρ. 1277/2005 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, γίνεται μνεία από τον πρώτο εναγόμενο, παρασταθέντα αυτοπροσώπως, ότι ο τελευταίος αναγνωρίζει την ενάγουσα ως κυρία της αναφερόμενης στην αίτηση εκτάσεως, ωστόσο η σχετική δίκη είχε άλλη νομική βάση, καθώς αφορούσε ασφαλιστικά μέτρα νομής (εξάλλου εν συνεχεία νέα αίτηση ασφαλ.

μέτρων της νυν ενάγουσας προς το ίδιο Ειρηνοδικείο απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη δυνάμει της υπ' αρ. 722/2007 αποφάσεως του). Σε κάθε δε περίπτωση η δήλωση του σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δεσμευτική για την απούσα τότε β' καθ' ης, ήδη ενάγουσα, δοθέντος ότι, πλην ρητώς προβλεπομένων στον ΚΠολΔ εξαιρέσεων (π.χ.

αρθ. 665 παρ. 1. εδ.τελ), εκπροσώπηση (και δή άτυπη) ιδιώτη από άλλον ιδιώτη δεν νοείται, ο δε διάδικος σε δίκες ασφαλιστικών μέτρων, εάν δεν παρίσταται αυτοπροσώπως, δύναται να εκπροσωπείται μόνο δια πληρεξουσίου δικηγόρου (αρθ. 94 ΚΠολΔ). Για το λόγο αυτό εξάλλου στα άνω πρακτικά του Ειρηνοδικείου ή νυν β' εναγόμενη φαίνεται ως μη παρασταθείσα - εκπροσωπηθείσα".

Με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή (κατά το μέρος που είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της μη προσβολής από τους εναγομένους - αναιρεσίβλητους της κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας επί του ενδίκου ακινήτου της, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, οι εναγόμενοι ως συνιδιοκτήτες όμορου ακινήτου διέρχονται για την πρόσβαση τους σε αγροτικό δρόμο, που βρίσκεται δυτικά του ακινήτου τους και μετά την προς δυσμάς ιδιοκτησία των Α.

και Β. Κ., από εδαφικό τμήμα που βρίσκεται βορείως του ακινήτου τους και είναι διαμορφωμένο σε αγροτικό δρόμο, το οποίο (εδαφικό τμήμα) κείται δυτικά του ακινήτου της ενάγουσας και εκτός της περιφράξεως που η ίδια έχει τοποθετήσει για την οριοθέτηση του ακινήτου της και στην οποία (οριοθέτηση) δεν το περιλαμβάνει όπως θα συνέβαινε αν τούτο της ανήκε.

Ενόψει τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι κατά παραβίαση των άρθρων 6 παρ.2 του Ν.720/1977, 43 παρ.7 και 44 του Ν.1337/1983 και του Ν.651/1977 δέχθηκε την ύπαρξη και τον χαρακτηρισμό της αναφερομένης στην απόφαση και κειμένης βόρεια του ακινήτου των εναγομένων οδού ως αγροτικής, μολονότι η οδός αυτή αναφέρεται ως αγροτική σε συμβόλαια του 1991, αποτυπώνεται σε τοπογραφικά του ίδιου έτους, και γίνεται δεκτό ότι προϋπήρχε της καταρτίσεως των αγοραπωλητηρίων αυτών συμβολαίων από πενταετίας, ενώ κατά τις παραπάνω διατάξεις για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη απαιτείται αφενός να σχηματίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977 και αφετέρου να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά διαγράμματα που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977, η ιδιότητα δε αυτή της οδού ως αγροτικής διατηρείται και μετά την ισχύ του Ν.1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά.

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ γιατί αφορά σε ισχυρισμό που δεν υποβλήθηκε στα δικαστήρια της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση γίνεται ανέλεγκτα δεκτό, (καθόσον η οικεία κρίση είναι ζήτημα πραγματικό), ότι υφίσταται αγροτικός δρόμος, χωρίς να αναφέρεται ο τρόπος που απέκτησε την ιδιότητα αυτή (βούληση των ιδιοκτητών ή παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό την κοινοχρησία, που υποβάλλονται σε συμβολαιογραφικό τύπο και μεταγραφή, vetustas, λειτουργία της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως, αναγκαστική απαλλοτρίωση και συντέλεσή της) πράγμα το οποίο όμως δεν ήταν απαραίτητο για την ύπαρξη νόμιμης βάσης της απόφασης, αφού αντικείμενο της δίκης ήταν η προσβολή της κυριότητας της ενάγουσας και όχι ο τρόπος δημιουργίας της επίμαχης αγροτικής οδού, οι ως προς την οποία παραδοχή δεν δημιουργούν δεδικασμένο, ούτε επιστηρίζουν το διατακτικό της απόφασης.

Ενόψει τούτων η ερευνώμενη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις περί καθέτου και οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις (άρθρ.1 Ν.3741/1929, 1 και 2 Ν.1024/1071, 513, 1002, 1033 και 1117 ΑΚ), με το να δεχθεί ότι οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου των 606, 56/000 εξ αδιαιρέτου του προσβάλλοντος ακινήτου, ενώ συγκύριοι των υπολοίπων 393, 44/000 εξ αδιαιρέτου ποσοστών, είναι οι Β.ς και Α.

Κ., χωρίς να αναφέρει αν το όλο αγροτεμάχιο των 1220 τ.μ. έχει υπαχθεί στο καθεστώς της κάθετης ιδιοκτησίας και αν σ'αυτό έχουν ανεγερθεί περισσότερα του ενός οικοδομήματα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι προεχόντως απαράδεκτες γιατί δεν αφορούν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αντικείμενο της ήταν η προσβολή της κυριότητας της ενάγουσας και όχι το δικαίωμα των προσβαλλόντων επί του ακινήτου τους, το οποίο ανεξάρτητα από το ότι, ως κυριότητα, ήταν στοιχείο της βάσεως της αγωγής που δεν αμφισβητήθηκε, θα μπορούσε να είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και απλή νομή ή κατοχή, λαμβανομένου βέβαια υπόψη και ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορά σε αυτοτελή ισχυρισμό, ότι απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον στον Άρειο Πάγο.

Ενόψει τούτων οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου για τον ίδιο λόγο, ήτοι ως αφορών σε ισχυρισμό που δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν επηρρέαζε δηλαδή το διατακτικό της αποφάσεως, είναι και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του κτητικού τίτλου των εναγομένων, με το να μην αναγνώσει τις περιεχόμενες στον τίτλο αυτό δύο διαλυτικές αιρέσεις, υπό τις οποίες τελούσε η μεταβίβαση στους εναγομένους, των προαναφερθέντων εξ αδιαιρέτου ποσοστών του ακινήτου τους.

Τούτο δε γιατί, όπως ήδη αναφέρθηκε το επιζήμιο για την ενάγουσα συμπέρασμα της προσβαλλομένης, δεν έχει ως προαπαιτούμενο την κυριότητα των εναγομένων επί του ακινήτου τους, που μπορούσε να είναι και νομή ή απλή κατοχή. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέλος από καμμιά διάταξη της κειμένης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αγροτικοί) και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από τον Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο ή τον Δήμαρχο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής δεν έχει καμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη ως αποδεικτικό όμως μέσο και εφόσον ανελέγκτως κρίθηκε ότι δεν λήφθηκε επίτηδες.....να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη, λαμβάνεται υπόψη προς έμμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ'αριθμ.1127/2005 πρακτικό συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, στο οποίο μολονότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τόσο για λογαριασμό του, όσο και για λογαριασμό της συζύγου του δεύτερης αναιρεσίβλητης, δηλώνει ότι η ενάγουσα είναι κυρία της εκτάσεως που προσδιορίζεται ως αγροτικός δρόμος, εν τούτοις δέχεται ότι η εδαφική αυτή λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό του είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του αφορούν, στο ότι το δικαστήριο δεν συνήγαγε από το επίμαχο αποδεικτικό μέσο και κατά την ελεύθερη εκτίμησή του, το κατά την άποψη της αναιρεσείουσας αποδεικτικό πόρισμα και συνακόλουθα πλήττει την, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ίδια διάταξη πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την νόμιμα επαναφερθείσα στο Εφετείο, υπ'αριθμ..../15.6.2005 επιστολή του Δημάρχου ..., στην οποία βεβαιώνεται ότι από την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας δεν διέρχεται δρόμος και ότι συνακόλουθα ο επίμαχος αγροτικός δρόμος είναι τμήμα της ιδιοκτησίας της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ'αυτήν βεβαίωση (σελ.5) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμμία, απολύτως, αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο, (εφόσον δεν αναφέρεται ότι λήφθηκε επίτηδες για την προκειμένη δίκη) συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για έμμεση απόδειξη και συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του Δημάρχου η πιστοποίηση περί υπάρξεως ή ανυπαρξίας αγροτικού δρόμου και συνακόλουθα ή ένδικη βεβαίωση δεν έχει, την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο τη βαρύτητα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι αυτό έχει, καθώς και ότι η διαφορετική εκτίμησή του, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ. Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στα διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.2.2015 αίτηση της Κ. Π. του Π. κατά των Α. Χ. του Ν. και Π. Α. Χ., για αναίρεση της υπ'αριθμ.157/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ