1405/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1591/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4894/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/2/2013 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1405/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι o αναιρεσίβλητος προσέφερε στην αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί επιχείρηση γραφικών τεχνών, εργασία υπαλλήλου και όχι εργάτη, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1405 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1405/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. Ε.Π.Ε.", ως καθολικής διαδόχου εκ μετατροπής σε Ε.Π.Ε. της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μάριου Αρμάου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1591/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4894/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/2/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι o αναιρεσίβλητος προσέφερε στην αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί επιχείρηση γραφικών τεχνών, εργασία υπαλλήλου και όχι εργάτη, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, και συγκεκριμένα οκτώ (8) έγχρωμες φωτογραφίες που απεικονίζουν εκτυπωτικές μηχανές παλαιάς τεχνολογίας (κατασκευής έτους 1960) και αφού τις συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που προαναφέρθηκε.
Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα οφείλει ακόμη στον αναιρεσίβλητο υπόλοιπο αποδοχών για το έτος 2008, το ποσό των 2.293,62 ευρώ, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, και συγκεκριμένα α) την βεβαίωση καταβληθεισών αμοιβών για το έτος 2008, ύψους 21.100,72 ευρώ και β) την από 5.11.2008 απόδειξη καταβολής, και αφού τις συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο το πιο πάνω ποσό.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ Κ.Πολ.Δ., περί του αντιθέτου πρώτος λόγος (κατά το σχετικό μέρος του) και τρίτος λόγος (κατά το σχετικό μέρος του) της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμοι.
Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (ως πλήρη απόδειξη) την ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στις προτάσεις του ενώπιον αυτού, περί του ότι δεν εργαζόταν στις εκτυπωτικές μηχανές offset. Η δήλωση αυτή του αναιρεσίβλητου δεν ενέχει καμμία παραδοχή, ότι η εργασία του προερχόταν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας και δεν ήταν προϊόν πνευματικής καταβολής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, η ανωτέρω δήλωση του αναιρεσίβλητου δεν αποτελεί δικαστική ομολογία αυτού και δη κατά την έννοια που εκτέθηκε και ως εκ τούτου το Εφετείο, το οποίο δεν δέχθηκε τέτοια ομολογία, δεν παραβίασε καμία διάταξη και δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ. Επομένως , ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 671 παρ. ΚΠολΔ "το δικαστήριο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 Επ ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση.
Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Μαρτυρία που δόθηκε με άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, έστω και αν τηρήθηκε γι' αυτές ο τόπος του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Ολ ΑΠ 8/1987).
Εξάλλου ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις όπως είναι και οι βεβαιώσεις τρίτων μαρτύρων που έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το με ημερομηνία 4.11.2009 έγγραφο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΤΑ ΠΡΙΝΤ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και υπογράφει για λογαριασμό της υπό την εταιρική επωνυμία ο Ν.
Υ.. Στην προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αναφέρεται ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η βεβαίωση από 4.11.2009 του Ν. Υ. "καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, έγινε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην ορισμένη μεταξύ των τώρα διαδίκων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν δικονομικές διατάξεις του άρθρου 671 παρ.
Κ.Πολ.Δ."., Επομένως, αφού το Δικαστήριο, έκρινε ανέλεγκτα ότι το έγγραφο αυτό περιέχει βεβαίωση τρίτου και συντάχθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη ως αποδεικτικό μέσο επρόκειτο για μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και ορθώς δεν το έλαβε υπόψη. Άρα ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στον χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλά απαιτείται εξειδιασμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), κατά το έτος 1971, προσελήφθη στις 27-9-1971 δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα ΕΠΕ, καθολική διάδοχο της Ο.Ε.), η οποία διατηρεί επιχείρηση γραφικών τεχνών, αρχικά ως βοηθός βιβλιοδέτη.
Στη συνέχεια, ο ενάγων, τουλάχιστον από τις αρχές του 1975, έχοντας αποκτήσει ανάλογη εμπειρία, παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, όχι όμως πλέον ως βοηθός, αλλά ως ειδικευμένος τεχνίτης και συγκεκριμένα με την ειδικότητα του πιεστή - τυπογράφου, με συμβατικό ωράριο από 7:00 π.μ. μέχρι 3.00 μ.μ., από Δευτέρα έως και Παρασκευή.
Όπως συνομολογεί, εξάλλου, η εναγόμενη ο ενάγων είχε προσληφθεί για να εργάζεται στην εναγομένη αντί μηνιαίου μισθού. Με την ως άνω ειδικότητα, δηλαδή ως πιεστής- τυπογράφος, ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη αδιαλείπτως μέχρι τις 4.11.2008, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε την εργασιακή τους σχέση, καταβάλλοντάς του όμως αποζημίωση εργάτη και συγκεκριμένα καταβάλλοντάς του το ποσό των 13.732,95 ευρώ, γεγονός για το οποίο ο ενάγων προσέφυγε άμεσα στις 5-11-08 στην Επιθεώρηση Εργασίας, παραπονούμενος για μη καταβολή της νομίμου αποζημίωσης απόλυσης.
Σχετικά με την προαναφερθείσα ειδικότητα του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης ως πιεστή - τυπογράφου, ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο υπό της εναγομένης και μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο έγγραφό της με ημερομηνία 17-10-1994, απευθυνόμενο προς τον τώρα ενάγοντα και επιγραφόμενο "ΘΕΜΑ Ενημέρωση σχετικά με τους όρους που διέπουν τη σχέση εργασίας σας με την εταιρεία μας", στην παρ. 2 του οποίου αναφέρεται ότι ο ενάγων προσλήφθηκε "με την ειδικότητα του εργατοτεχνίτου και με αντικείμενο εργασίας πιεστής τυπογράφος".
Και είναι μεν γεγονός ότι στο ανωτέρω έγγραφο ο ενάγων χαρακτηρίζεται από την εναγόμενη "εργατοτεχνίτης", όμως, όπως και στην μείζονα σκέψη της παρούσας εξετέθη, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του, ώστε ο ανωτέρω χαρακτηρισμός του ενάγοντος ως "εργατοτεχνίτη", δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί αυτός από το Δικαστήριο εργάτης και όχι υπάλληλος, αλλά η διάκριση αυτή εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας του ως πιεστή τυπογράφου, περί της οποίας κατωτέρω αναλυτικά θα εκτεθεί.
Σημειωτέον ότι, όπως αποδεικνύεται και από τις σε ανύποπτο χρόνο εκδοθείσες από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος εργαζομένου, Μαΐου 2007, Ιουλίου 2007, Αυγούστου 2007, Σεπτεμβρίου 2007, Οκτωβρίου 2007, ο ενάγων αναφερόταν σ' αυτές ως "πιεστής", ενώ στις βεβαιώσεις από τον Νοέμβριο 2007 και εφεξής αναφερόταν ως τυπογράφος.
Επίσης, όπως αποδεικνύεται ιδιαίτερα από τις σε ανύποπτο χρόνο εκδοθείσες από την εναγόμενη και προσκομιζόμενες από αυτήν βεβαιώσεις καταβολής ετησίων αποδοχών, επ' ονόματι τον ενάγοντος με ημερομηνία εκτύπωσης 31-12-2006 και 31-12-2005, και σε αυτές ο ενάγων αναφερόταν ως "πιεστής". Η διαφοροποίηση αυτή ως προς την ειδικότητα τον ενάγοντος στις υπό της εναγομένης εκδιδόμενες εξοφλητικές αποδείξεις, διαπιστώθηκε και από την αρμόδια Επιθεωρήτρια Εργασίας........Αποδείχθηκε, περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ότι τουλάχιστον από τις αρχές του 1975, ο ενάγων - εκκαλών, έχοντας πλέον αποκτήσει την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης, με την ειδικότητα του τεχνίτη - πιεστή - τυπογράφου.
Από το 1977 δε, έκανε έγχρωμες εκτυπώσεις με την εκτυπωτική μηχανή που χειριζόταν. Ειδικότερα, χειριζόταν ο ίδιος μόνος του, χωρίς βοηθό, μία επίπεδη εκτυπωτική μηχανή (μάρκας Χαϊδελβέργης), και ορθού πιεστηρίου μάρκας Χαϊδελβέργης.......Αποδείχθηκε, επομένως, ....... ότι ο ενάγων, εκτελώντας με τις ως άνω μηχανές εργασίες εκτύπωσης, επιμελείτο των χρωματικών συνδυασμών με την ανάμειξη των τεσσάρων βασικών χρωμάτων, προς επίτευξη της επιθυμητής χρωματικής απόχρωσης, εργασία που απαιτούσε εξειδικευμένη εμπειρία και αυτοσυγκέντρωση, εγρήγορση και προσοχή με έντονη τη χρησιμοποίηση των πνευματικών λειτουργιών, καθώς και την ανάπτυξη πρωτοβουλίας, για την επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος, για το οποίο ο ίδιος (ο ενάγων) ήταν υπεύθυνος......Προσκομίζονται εξάλλου μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα δείγματα της δουλειάς του και συγκεκριμένα δίχρωμες εκτυπώσεις ανάγλυφες, γκοφρέ και δίχρωμα κοπτικά από τον εναγόμενο, γενόμενα στην επιχείρηση της εναγομένης σε ανύποπτο χρόνο, το 2001.
Ενόψει και όλων των προαναφερθέντων, αποδείχθηκε (συνεχίζει το Εφετείο) ότι ο ενάγων - εκκαλών προσέφερε στην εναγόμενη εργασία με υπέρτερο το πνευματικό στοιχείο και κατά κύριο λόγο, μη σωματική, την οποία εκτελούσε χωρίς να καθοδηγείται από άλλον, αναπτύσσοντας σημαντική πρωτοβουλία και αναλαμβάνοντας αξιόλογη ευθύνη σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, διέθετε δε, τόσο την απαιτούμενη ανάλογη κατάρτιση, όσο και εξειδικευμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει από την μακροχρόνια απασχόλησή του στην επιχείρηση της εναγομένης. ..........
Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, αφού αποδείχθηκε ότι κατά την εκτέλεση της προαναφερθείσας εργασίας του ενάγοντος στην εναγομένη συνέτρεχαν η εξειδιασμένη εμπειρία, η αποκτηθείσα με την μακροχρόνια ενασχόληση με το αντικείμενο κατάρτιση, καθώς και η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης, ο ενάγων πρέπει να χαρακτηρισθεί υπάλληλος της εναγομένης και όχι ως εργάτης.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) ως εργάτης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα του είδους των υπηρεσιών που παρείχε ο αναιρεσίβλητος και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες δικαίου των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι επί μέρους εργασίες που εκτελούσε ο αναιρεσίβλητος, από τις οποίες προέκυπτε ότι η εργασία του ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και την οποία εκτελούσε χωρίς να καθοδηγείται από άλλον αναπτύσσοντας σημαντική πρωτοβουλία και αναλαμβάνοντας αξιόλογη ευθύνη σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, διέθετε δε, τόσο την απαιτούμενη ανάλογη κατάρτιση, όσο και εξειδικευμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει από την μακροχρόνια απασχόλησή του στην επιχείρηση της εναγομένης.
Eπομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (πρώτο μέρος) από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητού δικαστού, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου.
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (δεύτερο μέρος) αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), κατά το μέρος που περιέχουν την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως (του αναιρεσίβλητου) Σ.
Λ.. Με το περιεχόμενο αυτό, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθ' όσον το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο (πρακτικά πρωτόδικου Δικαστηρίου) δεν αποτελεί "έγγραφο" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ. ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου του να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τελευταίο του μέρος, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα "δίχρωμες εκτυπώσεις ανάγλυφες, γκοφρέ και δίχρωμα κοπτικά, που έγιναν από τον εναγόμενο (ενν.
ενάγοντα) το 2001". Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι: "Προσκομίζονται εξάλλου μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα δείγματα της δουλειάς του και συγκεκριμένα δίχρωμες εκτυπώσεις ανάγλυφες, γκοφρέ και δίχρωμα κοπτικά από τον εναγόμενο (προδήλως εννοεί από τον ενάγοντα), γενόμενα στην επιχείρηση της εναγομένης σε ανύποπτο χρόνο, το 2001".
Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι απόφαση του Εφετείου στερείται νόμιμης βάσης υπό την έννοια ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως της αξίωσης του αναιρεσίβλητου. Σε σχέση με το θέμα αυτό, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " ...
Στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα τις παρακάτω μεικτές αποδοχές: α) το έτος 2003 ποσό 20.939,39 ευρώ, επομένως (14 μήνες) 1.495,67 ευρώ μηνιαίως...... Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι οι καταβληθείσες μεικτές μηνιαίες αποδοχές τον ενάγοντος ήταν ανώτερες των προαναφερόμενων νομίμων για το έτος 2003, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και το αίτημα καταβολής στον ενάγοντα της διαφοράς μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών για το έτος αυτό, β) το έτος 2004 ποσό 20.937,39 ευρώ.
Ειδικότερα, ιδία υπό την ομολογία τον ενάγοντος ότι από 1.9.2004 μέχρι και 31.12.2004 η εναγομένη του κατέβαλε μεικτές μηνιαίες αποδοχές εξ ευρώ 1.508, σε συνδυασμό και με τις από 1.1.2004 έως 31.12.2004 βεβαίωση αποδοχών, καθώς και το Απόσπασμα Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης έτους 2004, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα:
α) μεικτές μηνιαίες αποδοχές εξ ευρώ 1.488,59 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 μέχρι και 31.8.2004 και β) μεικτές μηνιαίες αποδοχές εξ ευρώ 1308 για το χρονικό διάστημα από 1.9.2004 μέχρι και 31.12.2004. Επομένως: 1) Από 1.1.2004 έως 31.8.2004 έπρεπε να λαμβάνει μεικτές μηνιαίες αποδοχές εξ ευρώ 1.512,42 ενώ ελάμβανε μόνο ευρώ 1.488,59 και έτσι του οφείλεται η προκύπτουσα διαφορά κατά μήνα εξ ευρώ 23,83 (1.512,42 μείον 1.488,59 ευρώ ίσον ευρώ 23,83) και για το άνω χρονικό διάστημα του οφείλεται για διαφορές καταβλητέων μικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων ποσό ευρώ 202,55 (ευρώ 23,83 κατά μήνα χ 8 μήνες ίσον ευρώ 190,64 συν Δώρο Πάσχα 2004 ευρώ 11,91 (23,83Χ1/2 = ευρώ 11,91) και συνολικά ευρώ 202,55,
ΙΙ) από 1.9.2004 έως 31.12.2004 έπρεπε να λαμβάνει μεικτές μηνιαίες αποδοχές εξ ευρώ 1.542,84, ενώ ελάμβανε μόνο ευρώ 1.508 μηνιαίως και έτσι του οφείλεται η προκύπτουσα διαφορά κατά μήνα εξ ευρώ 34,84 (1.542,84 - 1.508 = 34,84) και για το άνω χρονικό διάστημα του οφείλεται για διαφορές καταβλητέων μεικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων ποσό ευρώ 174,20 (34,84 ευρώ κατά μήνα χ 4 μήνες = 139,36 ευρώ συν Δώρο Χριστουγέννων 2004 ευρώ 34,84 και συνολικά ευρώ 174,20).
Επομένως, η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα για διαφορές καταβλητέων μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών αποδοχών του έτους 2004 το συνολικό ποσό των 376,75 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής κατόπιν σχετικού αιτήματος του. γ) το έτος 2005 ποσό 27.838,77 ευρώ, επομένως 1.988,48 ευρώ μηνιαίως.....Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι, οι καταβληθείσες μεικτές αποδοχές τον ενάγοντος το έτος 2005 ήταν ανώτερες των προαναφερόμενων νομίμων, και συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τον ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και το αίτημα καταβολής στον ενάγοντα της διαφοράς μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών για το έτος αυτό.
δ) το έτος 2006 ποσό 32.083,18 ευρώ, επομένως 2.291,65 ευρώ μηνιαίως..... Συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι οι μεικτές αποδοχές τον ενάγοντος το έτος 2006 ήταν ανώτερες των προαναφερόμενων νομίμων, και συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και το αίτημα καταβολής στον ενάγοντα της διαφοράς μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών για το έτος αυτό, ε) το έτος 2007 ποσό 26.806,80 ευρώ, επομένως 1.914,77 ευρώ μηνιαίως......
Συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι οι καταβληθείσες μεικτές αποδοχές τον ενάγοντος το έτος 2007 ήταν ανώτερες των προαναφερόμενων νομίμων και συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και το αίτημα καταβολή ς στον ενάγοντα της διαφοράς μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών για το έτος αυτό).
στ) Ι) Από 1.1.2008 - 31.3.2008 έπρεπε να λαμβάνει μεικτές μηνιαίες αποδοχές ευρώ 1.915,68, ενώ ελάμβανε μόνο ευρώ 1.660.... Επομένως, οφείλεται στον ενάγοντα η προκύπτουσα διαφορά κατά μήνα εξ ευρώ 255,68 (1915,58-1.660 ίσον 255,68) και για το άνω χρονικό διάστημα του οφείλεται για διαφορές καταβλητέων μεικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων ποσό ευρώ 767,04 (255,68 ευρώ κατά μήνα Χ 3 μήνες ίσον 767,04 ευρώ).
ΙΙ) Από 1.4.2008 έως 31.8.2008 έπρεπε να λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές εξ ευρώ 1.915,58, ενώ ελάμβανε μόνο ευρώ 1.726,50. .....Επομένως, οφείλεται στον ενάγοντα η προκύπτουσα διαφορά κατά μήνα εξ ευρώ 189,18 (1.915,68 - 1.726,50 ίσον 189,18) και για το άνω χρονικό διάστημα του οφείλεται για διαφορές καταβλητέων μεικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων ποσό ευρώ 1.135,08 (189,15 ευρώ κατά μήνα Χ 5 μήνες ίσον 945,90 ευρώ) συν δώρο Πάσχα 2008 ευρώ 94,59 (189,18 Χ 1/2 ίσον ευρώ 94,59) συν διαφορά επιδόματος αδείας 2008 ευρώ 94,59 (189,18 Χ 1/2 ίσον ευρώ 94,59 και συνολικά ευρώ 1.135,08).
ΙΙΙ) Από 1.9.2008 έως 4.11.2008 έπρεπε να λαμβάνει μεικτές μηνιαίες αποδοχές ευρώ 1.979,25, ενώ ελάμβανε μόνο ευρώ 1.783,50........ Επομένως, οφείλεται στον ενάγοντα η προκύπτουσα διαφορά κατά μήνα εξ ευρώ 195,75 (1.979,25 - 1.783,50 ίσον 195,75) και για το άνω χρονικό διάστημα του οφείλεται για διαφορές καταβλητέων μεικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων ποσό 391,50 (195,75 ευρώ κατά μήνα χ 2 μήνες ίσον 391,50 ευρώ).
Επομένως, στον ενάγοντα οφείλεται από την εναγομένη για διαφορές καταβλητέων μεικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων από 1.1.2003 έως 4.11.2008 το συνολικό ποσό των 2.670,37 ευρώ (376,75 + 767,04 + 1.1.35,08 + 391,50 = 2.670,37) και όχι το μεγαλύτερο τούτου ποσό των 9.465,22 ευρώ, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο ενάγων, γενόμενης εν μέρει δεκτής, κατά τα προαναφερθέντα, της ένστασης εξόφλησης που πρότεινε και επανέφερε στο Δικαστήριο αυτό η εναγομένη.
Πρέπει, λοιπόν, να υποχρεωθεί να καταβάλει η εναγόμενη στον ενάγοντα για διαφορές καταβλητέων μεικτών μηνιαίων αποδοχών και καταβληθεισών τοιούτων των ετών 2004 και 2008 το συνολικό ποσό των 9.465,2 2 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγή ς μέχρι πλήρους εξόφλησης . . .".•Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, με επαρκείς δε, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών που επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο.
Η ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ στην απόφαση αναφέρεται ότι οφείλεται διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών ύψους 2.670, 37 ευρώ και παρά ταύτα σε άλλο σημείο αναγράφεται ότι οφείλεται για την ίδια αιτία ποσό 9.465,22 ευρώ, είναι προφανές, ενόψει των ως άνω παραδοχών, ότι οφείλεται σε παραδρομή, που δεν έχει επιρροή στο διατακτικό της απόφασης, αφού σ'αυτό το τελικό επιδικαζόμενο ποσό προκύπτει από τον ορθό συνυπολογισμό του ποσού των 2.670,37 ευρώ και επομένως αλυσιτελώς προβάλλεται.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, δεν είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστη, γιατί στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι αντιφάσεις, που κατά την αναιρεσείουσα εντοπίζονται στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ουδεμία αντίφαση διαπιστώνεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της.
Σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 6 παρ. 2 και 11 παρ. 2 ν. 1876/1990, οι κλαδικές συλλογικές συµβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζοµένους σε περισσότερες οµοειδείς ή συναφείς εκµεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις, ορισµένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις (και εκμεταλλεύσεις) και εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της κλαδικής Σ.Σ.Ε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του ίδιου Ν. 1876/90 προκύπτει ότι οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβαλλομένων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αλλά, αν η κλαδική ΣΣΕ κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται από του χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της, εν όψει και του ότι αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της, κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε.
αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρμόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως (ΑΠ 1561/2011). Η ισχύς της επεκτείνεται δε, κατά τα προεκτεθέντα, σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Α.Π.193/ 2008, ΑΠ 376/2006).
Όταν ζητούνται με την αγωγή να επιδικαστούν διαφορές αποδοχών με βάση ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην αγωγή (όπως και στην απόφαση) οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, ούτε ο χρόνος από του οποίου αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους ( ΑΠ 376/2006).
Για την ταυτότητα του λόγου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) η αντίστοιχη Υπουργική απόφαση, με την οποία η αντίστοιχη κλαδική ΣΣΕ έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, ούτε η χρονολογία υποβολής της σχετικής αίτησης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ ή ΔΑ, που έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη αυτό και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του.
Εφόσον λοιπόν περιγράφεται επακριβώς το εργασιακό αντικείμενο, το είδος της επιχείρησης της εναγομένης και η ειδικότητα του ενάγοντος, δεν χρειαζόταν να είναι οι διάδικοι μέλη των εν λόγω συνδικαλιστικών οργανώσεων, συνεπώς η μη αναφορά του στοιχείου αυτού δεν επηρεάζει την κρίση του δικαστηρίου περί εφαρμογής των σχετικών ΣΣΕ ή μη (ΑΠ 1933/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Αποδείχτηκε εξάλλου, εν όψει και όλων των προαναφερθέντων, ότι η εναγοµένη είναι εργαστήριο γραφικών τεχνών ασχολούµενη προεχόντως µε την επεξεργασία και την εκτύπωση χαρτιού (η ίδια συνοµολογεί ότι είναι τυπογραφείο). Συνακόλουθα οι όροι αµοιβής και εργασίας του ενάγοντος στην εναγόµενη, κατά τα στην µείζονα σκέψη αναφερόµενα αλλά και κατά το από 17-10-1994 προαναφερθέν έγγραφο, διέπονται από τις κηρυχθείσες υποχρεωτικές µε Υπουργικές αποφάσεις, Κλαδικές ΣΣΕ που συνήφθησαν µεταξύ αφ ενός µεν των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος, (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε) µέλος του οποίου (συνδέσµου) θα µπορούσε να είναι η εναγοµένη ως εκ του προαναφερθέντος επαγγέλµατός της, αφ'ετέρου της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών Επαγγελµάτων, µέλος της οποίας θα µπορούσε να είναι ο ενάγων ως εκ του επαγγέλµατός του ως µισθωτού εργαστηρίου γραφικών τεχνών, εν όψει άλλωστε και του ότι πεδίο ισχύος των Κλαδικών ΣΣΕ αυτών είναι (άρθρο 1) οι εργαζόµενοι στα εργαστήρια και εργοστάσια γραφικών τεχνών στην εκτυπωτική βιοµηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και µετεκτύπωσης και επεξεργάζονται εκτός των άλλων χαρτί µε ίδια ή ξένα µέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας.
Αποδείχτηκε λοιπόν εν όψει και όλων των προαναφερθέντων, ότι οι όροι αµοιβής και εργασίας του ενάγοντος στην εναγόµενη, διέπονται αντιστοίχως ειδικότερα α) από την Κλαδική ΣΣΕ 2003 των εργαζοµένων λιθογράφων στα λιθογραφεία και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23.4.2003 µε την ΥΑ 15127/2003 (ΦΕΚ 1034 Β / 2003), και που συνήφθη µεταξύ αφ ενός των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), αφετέρου δε της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών Επαγγελµάτων, πεδίο ισχύος της οποίας είναι (άρθρο 1) οι εργαζόµενοι στα εργαστήρια και εργοστάσια γραφικών τεχνών στην εκτυπωτική βιοµηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και µετεκτύπωσης και επεξεργάζονται εκτός των άλλων χαρτί µε ίδια ή ξένα µέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας.
β) από την Κλαδική ΣΣΕ 2004 των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία στα λιθογραφεία τα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 1.7.2004 µε την ΥΑ 13253/2004 (ΦΕΚ 1719 Β/2004),που συνήφθη µεταξύ αφενός των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), αφετέρου δε της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών επαγγελμάτων, πεδίο ισχύος της οποίας είναι είναι (άρθρο 1) το προαναφερθέν στην ΣΣΕ 2003, γ) από την Κλαδική ΣΣΕ 2005 των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία στα λιθογραφεία τα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 30.6.2005 µε την ΥΑ 12405/2005 (ΦΕΚ 1108 Β/2005),που συνήφθη µεταξύ αφ ενός των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), αφ ετέρου δε και της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών Επαγγελµάτων, πεδίο ισχύος της οποίας είναι (άρθρο 1) το προαναφερθέν στην ΣΣΕ 2003, δ) από την Κλαδική ΣΣΕ 2006 των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία στα λιθογραφεία τα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από2.5.2006 µε την ΥΑ 11509/ 12006 (ΦΕΚ 707 Β / 2006), που συνήφθη µεταξύ αφ ' ενός των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), αφ ετέρου δε και της Πανελλαδική ς Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών Επαγγελµάτων, πεδίο ισχύος της οποίας είναι (άρθρο 1) και το προαναφερθέν στην ΣΣΕ 2003, ε) από την Κλαδική ΣΣΕ 2007 των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία στα λιθογραφεία τα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 22.5.2007 µε την ΥΑ 12310/2007 (ΦΕΚ 1369 Β / 2007),που συνήφθη µεταξύ αφενός των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), αφ' ετέρου δε και της Πανελλαδική ς Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών Επαγγελµάτων, πεδίο ισχύος της οποίας είναι (άρθρο 1) το προαναφερθέν στην ΣΣΕ 2003, στ) από την Κλαδική ΣΣΕ 2008 των εργαζοµένων στην εκτυπωτική βιοµηχανία στα λιθογραφεία τα εργοστάσια και εργαστήρια γραφικών τεχνών όλης της χώρας, (Πράξη Καταθ.
Υπ. Απασχόλησης 62/10.7.08) και που συνήφθη µεταξύ αφ ' ενός των Επιχειρήσεων του Συνδέσµου Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), αφ ετέρου δε και της Πανελλαδικής Ένωσης Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών Τύπου και συναφών Επαγγελµάτων, πεδίο ισχύος της οποίας είναι (άρθρο 1) και το προαναφερθέν στην ΣΣΕ 2003.
Οι προαναφερόµενες ΣΣΕ 2003,2004,2005,2006,2007 έχουν κηρυχθεί όλες υποχρεωτικές, όπως προαναφέρθηκε, εποµένως, κατά τα προαναφερθέντα στη µείζονα σκέψη, ισχύουν µεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση θα µπορούσαν να είναι µέλη των οργανώσεων που µετείχαν στη σύναψή τους. Σηµειωτέον ότι η τελευταία Κλαδική ΣΣΕ του 2008 δεν έχει µεν κηρυχθεί υποχρεωτική, όµως εν προκειµένω ισχύει ανεξαρτήτως τούτου µεταξύ των διαδίκων, ιδία εν όψει και του ότι είχαν ρητά συµφωνήσει οι διάδικοι να ισχύουν µεταξύ τους οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ, όπως προκύπτει ιδία από το προαναφερθέν, κατατοπιστικό και συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο υπό της εναγοµένης και µετ' επικλήσεως προσκοµιζόµενο έγγραφό της με ημερομηνία 17-10-1994, απευθυνόμενο προς τον τώρα ενάγοντα και επιγραφόμενο "ΘΕΜΑ Ενημέρωση σχετικά με τους όρους που διέπουν τη σχέση εργασίας σας με την εταιρεία μας", στην παρ. 5 του οποίου γίνεται ρητή αναφορά στις διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών ΣΣΕ, άρα και στην ανωτέρω ΣΣΕ του 2008.
Άλλωστε η εναγόµενη - εργοδότρια δεν έχει αρνηθεί ειδικά την ιδιότητα αυτής ή του εργαζοµένου - ενάγοντος ως µελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τις Σ.Σ.Ε., ώστε ο ενάγων εργαζόµενος να δικαιούται και να οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συµπλήρωση της αγωγής του µε τις προτάσεις, σύµφωνα µε το άρθρο 224 εδ.
β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύµφωνα µε τους ορισµούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόµενος είναι µέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τις ως άνω ΣΣΕ.... Οι ως άνω ΣΣΕ προβλέπουν µε τα αντίστοιχα άρθρα 2 αυτών βασικά ηµεροµίσθια εκτός των άλλων και για τους "ΤΕΧΝΙΤΕΣ, εκτυπωτές, πιεστές ..... " (εποµένως και για τον ενάγοντα) τα ακόλουθα α) η ΣΣΕ/2003 ευρώ 36,49 από 1.1.2003 και ευρώ 37,29 από 1.7.2003, β) η ΣΣΕ/2004 ευρώ 38,78 από 1.1.2004 και ευρώ 39,56 από 1.9.2004, γ) η ΣΣΕ/2005 ευρώ 40,75 από 1.1.2005 και ευρώ 42 από 1.9.2005, δ) η ΣΣΕ/2006 ευρώ 43,26 από 1.1.2006, και ευρώ 44,77 από 1.9.2006, ε) η ΣΣΕ/2007 ευρώ 45, από 1.1.2007, και ευρώ 47,55 από 1.9.2007 στ) η ΣΣΕ/2008 ευρώ 49,12 από 1.1.2008,και ευρώ 50,75 από 1.9.2008".
Ακολούθως, το Εφετείο ορθά υπολόγισε την δικαιούμενη από τον ενάγοντα αποζημίωση απολύσεως με βάση την ισχύουσα ΣΣΕ/2008 και όχι τη ΣΣΕ/2007, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2013 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. Ε.Π.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. Ο.Ε." για αναίρεση της 4894/ 2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ