Legislator Case Law & Legislation
1405/2012 AI generated

1405/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1405/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1405/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει άκυρη την εκτέλεση που επισπευδόταν με βάση την 1107/2-6-2003 επαναληπτική περίληψη, διότι η αναστολή εκτέλεσης αφορούσε την προηγούμενη της προσβαλλόμενης 1100/2003 επαναληπτική περίληψη, που αποτελεί διακεκριμένη πράξη της διαδικασίας της εκτέλεσης.

Keywords

AI generated
capital requirements authorization to levy debt enforcement external debt government bond boat tax bank guarantee claim event
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1405/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Μουζάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που μετονομάστηκε σε "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, Καλούντων 2. Β. Β., 3. Σ. Γ., 4. Α. Ξ. του Κ. και 5. αναιρεσίβλητης- Κ. Β., κατοίκων .... Η μεν 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά, που δήλωσε ότι κατόπιν συγχώνευσης δι' απορροφήσεως έχει την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης, και εδρεύει στη ... καθώς εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της ήδη μετονομασθείσας Τράπεζας σε "ΜΑRFΙΝ POPULAR BANK PUΒLIC CO LTD", που εδρεύει στην ... και έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", που εδρεύει στην ..., οι δε 2ος, 3η, 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ενώ η 5η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-5-2003 και 4-7-2003 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, τους από 19-3-2003 πρόσθετους λόγους, την από 28-7-2003 ανακοπή και 2-9-2003 ανακοπή - νέους λόγους ανακοπής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-12-2008 αίτησή του και τους από 8-3-2010 και 22-3-2010 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 1369/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση ο καλών με την από 1-10-2010 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1244/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε και πάλι απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής. Την υπόθεση επαναφέρουν και πάλι για συζήτηση οι καλούντες 2ος, 3ος και 4ος αναιρεσίβλητοι με την από 29-9-2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της πρώτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29-9-2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων Β. Β., Σ. Γ. και Α. Ξ. φέρεται νόμιμα προς συζήτηση, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 1369/2010 και 1244/2011 αποφάσεων του δικαστηρίου αυτού με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσιβλήτων, η από 18-12-2008 αίτηση και οι από 8-3-2010 και 22-3-2010 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 231/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Η κλήση αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εκ των καθών η ανακοπή και ήδη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Κ. Β., συμβολαιογράφο, στην οποία συγκοινοποιήθηκαν και τα ως άνω δικόγραφα, όπως τούτο προκύπτει από την 10.891 Γ /17-1-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σάμου .... Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε η άνω αναιρεσίβλητη ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ), κηρυχθεί δε ως προς αυτήν απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, καθόσον ούτε αυτή ούτε οι πρόσθετοι λόγοι διαλαμβάνουν αιτίαση για την παρά τον νόμο απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση της έφεσης του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτης ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι αυτή ως υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη επί της ένδικης ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ.

Τον από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, μπορούν να θεμελιώσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 4-7-2003 ανακοπή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθ. 1107/2-6-2003 επαναληπτικής περίληψης της 603/1998 έκθεσης κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Σάμου ..., με την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη επέσπευδε σε βάρος του αναιρεσείοντος πλειστηριασμό, για το λόγο ότι με την υπ' αριθ. 261/2003 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Σάμου, που δημοσιεύθηκε την 19-6-2003, είχε διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευδε η αναιρεσίβλητη δυνάμει της πανομοιότυπης υπ' αριθ. 1100/21-3-2003 επαναληπτικής περίληψης της ίδιας ως άνω κατασχετήριας έκθεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσης από 14-5-2003 ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Τον λόγο αυτό της ανακοπής επανέφερε ο αναιρεσείων με την από 23-11-2004 έφεσή του κατά της 159/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία απέρριψε την ανακοπή του. Το Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον λόγο αυτό εφέσεως, με την αιτιολογία ότι η προσβαλλόμενη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης συντάχθηκε κατόπιν προγενέστερης της δημοσιεύσεως της αποφάσεως που διέταξε την αναστολή εντολής της αναιρεσίβλητης, η οποία ως διακεκριμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας δεν ετύγχανε απαγορευμένη και δεν προσέκρουε στο προσωρινό δεδικασμένο της 261/2003 αποφάσεως που διέταξε την αναστολή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει άκυρη την εκτέλεση που επισπευδόταν με βάση την 1107/2-6-2003 επαναληπτική περίληψη, διότι η αναστολή εκτέλεσης αφορούσε την προηγούμενη της προσβαλλόμενης 1100/2003 επαναληπτική περίληψη, που αποτελεί διακεκριμένη πράξη της διαδικασίας της εκτέλεσης.

Επομένως, εγκύρως συνεχίστηκε η εκτέλεση και έγινε ο πλειστηριασμός. Ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 16 ΚΠολΔ, πράγματι δε από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του από 8-3-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε άκυρη την επισπευδόμενη εκτέλεση, μολονότι είχε διαταχθεί με δικαστική απόφαση αναστολή της εκτελέσεως, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως κατά το άρθρο 904 ιδίου κώδικα, είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης Δεν είναι βέβαιη η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση.

Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, είναι δε εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο κατά ποσό, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων. Περαιτέρω, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 ν. 2912/2001 ορίστηκαν τα εξής:

α) κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή σε καθυστέρηση από κάθε είδους συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έχουν κλείσει οριστικά μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβαίνει ορισμένο πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο, τριπλάσιο, διπλάσιο) του ληφθέντος κεφαλαίου συν συμβατικούς τόκους όχι πλέον του 50% του κεφαλαίου, β) καθορίστηκε ο τρόπος καταλογισμού των τμηματικών καταβολών που έγιναν από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, γ) προσδιορίστηκε ο τρόπος εκτοκισμού του προκύπτοντος ολικού ποσού, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό της (ρύθμισης), σύμφωνα με τα οριζόμενα, δ) ανεστάλη η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης διαδοχικώς μέχρι 31.12.2001 και ήρθη ρητώς η αναστολή αυτή από 1.1.2002, ε) ορίστηκε ότι οι διατάξεις αυτές περί επαναπροσδιορισμού του ύψους της οφειλής, δεν επηρεάζουν όσα σχετικώς κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με νόμο ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών, μέχρι 9.5.2001 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, στ) ορίστηκε ότι σε όσες περιπτώσεις το ύψος της απαίτησης είχε καθορισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος, σε ποσό ανώτερο του άνω πολλαπλασίου, και μετά την 31.12.2000 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο, πέραν του εν λόγω πολλαπλασίου, το υπόλοιπο αυτό, το επί πλέον δηλαδή του εν λόγω πολλαπλασίου διαγράφεται, ποσά δε που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες ή τρίτους οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως ύψους δεν αναζητούνται, ζ) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται όπως, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, χορηγούν στον οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής καθώς και αντίγραφα των υφισταμένων καρτελών και των παραστατικών, η) τέλος ορίστηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου της αυτοδίκαιης αναστολής έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (31.12.2001) και εφόσον με σχετικές συμφωνίες μεταξύ οφειλετών και των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με την προϋπόθεση ότι με δήλωσή τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας θα προσδιορίσουν το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.

Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 4.8.2004, με το άρθρο 39 του οποίου επαναρρυθμίστηκαν εν μέρει οι προς τραπεζικά ιδρύματα οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4.8.2004. Η μονομερής ως άνω δήλωση του επισπεύδοντος αναγκαστική εκτέλεση πιστωτικού ιδρύματος για το ύψος της οφειλής συνιστά ex lege μεταγενέστερη αναβλητική αίρεση, για την έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πληρούται δε με μόνη τη γνωστοποίησή της στον καθού η εκτέλεση, και δεν αναφέρεται στην απαίτηση, η οποία από τον εκτελεστό τίτλο είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού), παρέχεται δε στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, όπως και στις λοιπές περιπτώσεις που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στη δήλωση της τράπεζας, δεν είναι εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που αναφέρεται στη δήλωση του επισπεύδοντος.

Το ότι δε ο επαναπροσδιορισμός του οφειλομένου ποσού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004 δεν συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκύπτουσας από τον εκτελεστό τίτλο απαίτησης του επισπεύδοντος, συνάγεται και από το ότι, με τις εν λόγω ρυθμίσεις αναπροσαρμογής του ποσού της οφειλής, δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη, για τις εν λόγω περιπτώσεις, στις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατάξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 17 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις (Α.Π. 1099/2010).

Περαιτέρω, από τους ορισμούς των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν επαναπροσδιορίζονται οφειλές που είτε προέρχονται από διαφορετική πλην των κατονομαζομένων αιτία, είτε δεν έχουν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμες, είτε τέλος, δεν υπερβαίνουν το οριζόμενο πολλαπλάσιο των συνολικώς χορηγηθέντων κεφαλαίων ή πιστώσεων, για τις οποίες δεν ισχύει η απαγόρευση έναρξης ή συνέχισης των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εξάλλου, το άρθρο 30 παρ. 9 εδ. δ' του ν. 2789/2000 ορίζει: "Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, απαιτήσεις εκ δανείων ή πιστώσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 750.000.000 δραχμές, όπως οι απαιτήσεις αυτές έχουν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με υπολογισμό της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 κατά τράπεζα, δηλαδή αφαιρουμένων των τόκων εξ ανατοκισμών.

Σε περίπτωση που οι απαιτήσεις προέρχονται από εγγυήσεις ιδιωτών, ως βάση υπολογισμού του παραπάνω ορίου λαμβάνεται το ποσό για το οποίο έχει δοθεί η εγγύηση". Η διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998 στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 παρ.9 εδ. δ' του ν. 2789/2000, ορίζει μεταξύ άλλων "Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν.

Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο. Για τα στεγαστικά δάνεια ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός μετά δωδεκάμηνο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ για τη χορήγηση πιστώσεων μέσω πιστωτικών δελτίων (καρτών) ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός από την πρώτη ανανέωσή της (παρ. 2).

Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη ισχύος του ν. 1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου (παρ. 3). Συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων σε συνάλλαγμα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν κατοικούν ή δεν έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα επιτρέπεται να περιλαμβάνουν συμφωνίες περί ανατοκισμού χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό ή να παραπέμπουν σε σχετικούς όρους πρότυπων συμβάσεων (παρ. 5)".

Από το συνδυασμό των τελευταίων διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 9 του ν. 2789/2000 και 12 του ν. 2601/1998 προκύπτει ότι για τον υπολογισμό του ύψους της οφειλής δεν συνυπολογίζονται εκείνοι οι τόκοι εξ ανατοκισμού, οι οποίοι δεν είναι σύμφωνοι με τις ρυθμίσεις του άρθρου 12 του ν. 2601/98, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μικρότερου του εξαμήνου και επιβάλλονται μονομερώς από τα πιστωτικά ιδρύματα, χωρίς συμφωνία με τον οφειλέτη.

Επίσης, προκύπτει ότι συνυπολογίζονται οι συμφωνημένοι ανατοκισμοί στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων σε συνάλλαγμα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν κατοικούν ή εδρεύουν στην Ελλάδα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 159/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσία τις ανακοπές και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής:

Ότι η πρώτη των καθών ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ (ήδη αναιρεσίβλητη ΜΑRFΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ) χορήγησε στην εδρεύουσα στην ... εταιρία με την επωνυμία THESSALONIKI SHIPPING LIMITED, δυνάμει της από 9-5-1996 συμβάσεως, έντοκο δάνειο ποσού 2.400.000 δολαρίων ΗΠΑ. Την εμπρόθεσμη απόδοση του δανείου αυτού εγγυήθηκε ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) με την από 9-5-1996 σύμβαση.

Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω συμβάσεως δανείου ανοίχθηκε αλληλόχρεος λογαριασμός, ο οποίος στις 21-10-1997 έκλεισε οριστικά δια καταγγελίας της τράπεζας και εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 1.662.943,34 δολλαρίων ΗΠΑ. Την 31-12-1999 η οφειλή της πιστούχου είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 785.115.891 δρχ.. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε, ότι εφόσον η οφειλή του αναιρεσείοντος υπερέβαινε την 31-12-1999 το ποσό των 750.000.000 δρχ.

δεν υπαγόταν αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 9 του ν. 2789/2000 στις ρυθμίσεις του ίδιου άρθρου που προβλέπουν διακανονισμό της οφειλής και απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως επί του ανωτέρω θέματος. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη και από της κοινοποιήσεως στον αναιρεσείοντα εγγράφου της αναιρεσίβλητης περί του ύψους της οφειλής και μη υπαγωγής αυτής στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 εγκύρως η αναιρεσίβλητη επέσπευσε και συνέχισε αναγκαστικό πλειστηριασμό κατά του αναιρεσείοντος προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και το άρθρο 42 του ν. 2912/2000 και 915, 916 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η απαίτηση της επισπεύδουσας τράπεζας δεν κατέστη από το νόμο 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε ως άνω, μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά από της έγγραφης απαντήσεως της τράπεζας επί του αιτήματος του ανακόπτοντος οφειλέτη για επανακαθορισμό της απαίτησής της σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη νομικές διατάξεις και προσδιορισμού του ύψους αυτής εγκύρως προχώρησε η εκτέλεση και η απαίτηση της τράπεζας ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προκύπτουσα από τον τίτλο, ο επανακαθορισμός της δε σύμφωνα με το νόμο προέκυπτε με την τέλεση μαθηματικών πράξεων και ο δανειολήπτης- καθού η εκτέλεση και ήδη αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής το ύψος της απαίτησης, τέτοιο δε λόγο ανακοπής αποτελούσε και ο επικαλούμενος με το αναιρετήριο παράνομος συνυπολογισμός τόκων εξ ανατοκισμού, με την προσθήκη του οποίου η απαίτηση υπερέβη το ποσό των 750.000.000 δρχ.

μέχρι του οποίου επιτρέπεται επανακαθορισμός της απαίτησης, τον οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενδίκων ανακοπών, δεν προέβαλε ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, ανεξάρτητα από το ότι προκειμένης οφειλής που προέρχεται από δάνειο σε συνάλλαγμα που χορηγήθηκε σε εταιρία που εδρεύει στην αλλοδαπή, την απόδοση του οποίου (δανείου) εγγυήθηκε ο αναιρεσείων, δεν αφαιρούνται συμφωνημένοι τόκοι εξ ανατοκισμού, λόγω της έδρας της πιστούχου εταιρίας στην αλλοδαπή και της συνομολογήσεως του δανείου σε συνάλλαγμα.

Ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του από 22-3-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμοι.

Η αντίθεση της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης στο άρθρο 281 του Α.Κ. αποτελεί ουσιαστικό ελάττωμα του εκτελεστού τίτλου, το οποίο μπορεί να προβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των από 19-3-2003 πρόσθετων λόγων ανακοπής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε ως νέο λόγο ανακοπής την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής άσκησης της επισπευδόμενης σε βάρος του από την αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτέλεσης, καθόσον η τελευταία επισπεύδεται δυνάμει της προσβαλλόμενης με την ανακοπή 1107/2003 περιλήψεως της κατασχετηρίου εκθέσεως και χωρίς η απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη.

Τα περιστατικά αυτά συνδέονται με το νόμιμο ή μη της επισπευδόμενης εκτέλεσης, η οποία κατά την έρευνα των προηγούμενων αναιρετικών λόγων κρίθηκε ότι επισπεύτηκε νόμιμα και δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη και ότι η με δικαστική απόφαση αναστολή της επισπευδόμενης εκτέλεσης δεν επέδρασε στο κύρος της εκτέλεσης που επισπεύτηκε δυνάμει της μεταγενέστερης και διακεκριμένης 1107/2003 περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και ότι εντεύθεν δεν ήταν καταχρηστική η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, απορρίψαν τον περί του αντιθέτου έκτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ., έλαβε δε υπόψη του όλα τα επικαλούμενα και περιλαμβανόμενα στους πρόσθετους λόγους περιστατικά και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του από 8-3-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ "είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου απέναντι σ' αυτούς. Έτσι δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί με τρόπο που να κάνει διαφορετική μεταχείρισή των με διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλ' επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία, συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (ΟλΑΠ 19/89).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του από 22-3-2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η οφειλή του αναιρεσείοντος δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 9 δ' του ν. 2789/2000, ως υπερβαίνουσα το τιθέμενο από αυτή όριο των 750.000.000 δρχ., εσφαλμένα εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη, διότι αυτή αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, ως εισάγουσα αδικαιολόγητη δυσμενή ρύθμιση σε βάρος των δανειοληπτών των οποίων το ύψος της οφειλής υπερβαίνει τα 750.000.000 δρχ., μολονότι και αυτοί τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με εκείνους των οποίων οι οφειλές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 750.000.000 δρχ..

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η θέσπιση ορισμένου ποσοτικού ορίου μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθόσον αποτελεί γενικό και αντικειμενικό κριτήριο και δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, ήτοι της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήταν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, σε αντίθεση με εκείνους των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσό των 750.000.000 δρχ., όπως τούτο επιβεβαιώνεται και από την Εισηγητική έκθεση του Ν. 2789/2000 (βλ.

και πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 25-1-2000, για το άρθρο 30 του ν. 2789/2000). Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους η πρώτη έχει χωριστή νομική υπεράσπιση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2008 αίτηση του Ε. Σ., κατοίκου ..., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 8-3-2010 και 22-3-2010 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 231/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής έδρας Σάμου).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την αναιρεσίβλητη τράπεζα και δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ από κοινού για τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ