Legislator Case Law & Legislation
1405/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights claim due to lack of contractual basis for fees.

Case Number 1405/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ordering her to pay legal costs. The appellant argued that the respondent's delay in filing a contract for services constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. The court rejected this, holding that without a valid contract, no fee claim exists to be abused, and mere inaction by the respondent does not justify the appellant's subsequent legal action. Consequently, the appeal was found legally unfounded and the appellant was ordered to pay the respondent's costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A claim for fees cannot be deemed an abuse of rights if no contractual entitlement exists, as only a valid right can be exercised abusively.

Keywords

AI generated
abuse of rights Civil Code Article 281 contractual entitlement legal costs appeal dismissal fee claim inaction defense

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1405/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33087/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2558/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος διάβασε την από 23-9-2008 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ εάν, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παρεστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... κατόπιν παραγγελίας του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου Γεωργίου Διαμαντοπούλου ακριβές αντίγραφο της από 5-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 21-10-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, και κλήσεως προς εμφάνιση κατά την τελευταία δικάσιμο (5-5-2009) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα Χ.

Επομένως, εφόσον η τελευταία κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του οικείου πινακίου δια νομίμως διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠολΔ 94 παρ. 1,96,97), ούτε παραστάθηκε στο ακροατήριο για να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρούσα και η απολιπόμενη πιο πάνω αναιρεσείουσα, εφόσον αυτή έχει από τον αντίδικό της ως άνω αναιρεσίβλητο κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως.

Επειδή ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει:α) Στη μεν παρ. 1 του άρθρου του 94 ότι "στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο", στη δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο α) στο ειρηνοδικείο ...".

β) Στο άρθρο του 118 ότι "τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν ..." 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου".

γ) Στο άρθρο του 679 παρ. 1 του Κεφαλαίου του που αφορά την εκδίκαση των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά το άρθρο του 677 αριθ. 1 και οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, ότι "κατά τη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων".

Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 39 του Κώδικα Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτον του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ορίζεται, εκτός άλλων, και ότι "κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον διάδικον η άνευ δικηγόρου ενέργεια και παράστασις ..., β) επί ειρηνοδικειακών διαφορών ...". Από το συνδυασμό όλων αυτών των δικονομικών διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι τα δικόγραφα των διαδικαστικών πράξεων που απευθύνονται προς τα πολιτικά δικαστήρια πρέπει κατ' αρχήν να είναι υπογεγραμμένα από πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, πλην όμως η υπογραφή του διαδίκου αρκεί, αν η διαδικαστική πράξη απευθύνεται ενώπιον του ειρηνοδικείου ή η διαφορά που αφορά δικάζεται κατά τη διαδικασία που τηρείται ενώπιον των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει και επί των ως άνω διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι ο αναιρεσίβλητος, δικηγόρος ..., από τις 10-6-2004 (δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των αναφερόμενων εξώδικων ενεργειών του ) είναι επίκουρος, με θητεία, καθηγητής του Τομέα Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου του Τμήματος Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Με την ιδιότητά του δε ως λέκτορα καθ' όλη την ένδικη περίοδο και ως επίκουρου με θητεία καθηγητή μπορούσε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, μη εμπίπτοντας στο ασυμβίβαστο του Κώδικα των Δικηγόρων, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω (προσβαλλόμενη) απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα. Έκρινε δε ακολούθως ότι είναι έγκυρες όλες οι διαδικαστικές πράξεις του αναιρεσιβλήτου ως δικηγόρου (κατάθεση αγωγής, παράστασή του, αυτοπροσώπως στο δικαστήριο κ.λ.π.) στο πλαίσια της ένδικης ατομικής του διαφοράς και γι' αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) με το να δεχτεί με την εκκληθείσα υπ' αριθ.33087/2006 οριστική απόφασή του, σιωπηρά, την εγκυρότητα όλων των προαναφερόμενων διαδικαστικών πράξεων και της παραστάσεως του αναιρεσιβλήτου ενώπιόν του δεν έσφαλε.

Στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αμέσως πιο πάνω εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, εφόσον πράγματι, σύμφωνα με τα παραπάνω, εγκύρων ενεργήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο για τον εαυτό του, ατομικά, όλες οι ως άνω μέχρι και την εκδίκαση της ένδικης ατομικής του υποθέσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαδικαστικές πράξεις, εφόσον οι πράξεις αυτές αφορούσαν διαφορά που ήταν δικαστέα (και τελικά και δικάστηκε), ως τέτοια για αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα του αναιρεσιβλήτου ως δικηγόρου, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου αυτός σε κάθε περίπτωση για την ένδικη ατομική του υπόθεση μπορούσε να ενεργήσει όλες τις προαναφερόμενες προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις και να παραστεί ακολούθως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αυτοπροσώπως, δηλαδή όχι ως έχων την ιδιότητα του δικηγόρου, χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να πρέπει να προσβάλει άλλο δικηγόρο.

Επομένως, αφού αντικατασταθεί η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τη σχετική αιτιολογία της παρούσας εισηγήσεως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, κατά την αληθινή έννοιά του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε, κατά παραβίαση των άρθρων 62 παρ. 3 εδ.

β' του Κώδικα Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτον του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", καθώς και των άρθρων 13, 23 και 32 του ν.1268/1982 ("για τη δομή και λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων"), παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα των ως άνω διαδικαστικών πράξεων που διενέργησε ο αναιρεσίβλητος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του α' εδαφίου του άρθρου 670 του ΚΠολΔ, που, σύμφωνα με το άρθρο 681 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που αφορούν διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας και ακόμη εφαρμόζεται και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα".

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' και 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που επίσης εφαρμόζονται και στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά και σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την αμέσως πιο πάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 681 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι διάδικοι οφείλουν να προσαγάγουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέχρι το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, επομένως και τις ένορκες βεβαιώσεις, ενώ μετά το πέρας της συζητήσεως έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση αυτήν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά συζήτηση.

Έτσι όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται στην κατ' έφεση δίκη μέσα στην ως άνω τριήμερη προθεσμία από τη συζήτηση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των αγωγικών ή ανταγωγικών ισχυρισμών των διαδίκων και γενικώς των αυτοτελών ισχυρισμών αυτών που προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή ήδη παραδεκτώς προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη ως μη νομίμως επικληθέντα, εφόσον δεν χρησιμεύουν αποκλειστικά και μόνο για την αντίκρουση (αυτοτελών) ισχυρισμών του αντιδίκου, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση (Α.Π. 1646/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατά την ενώπιον του διεξαχθείσα δίκη προσκόμισε όλα τα αποδεικτικά της μέσα, στα οποία περιλαμβάνονταν οι υπ' αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των ... και ..., αντίστοιχα, που έγιναν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, καθώς και οι υπ' αριθ. ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις που έγιναν ενώπιον των Ειρηνοδικών Θεσσαλονίκης και Αθηνών, αντίστοιχα, μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο, κρίση που βασίστηκε, όπως το Εφετείο δέχτηκε, στην από 17-4-2007 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της έδρας του Εφετείου, ενώ όπως περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε, όλες οι αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις χρησιμεύουν όχι προς απόκρουση νέων, αυτοτελών, ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου που να έχουν προταθεί με τις προτάσεις τούτου, αλλά προς απόδειξη, άμεση ή έμμεση, των προτεινόμενων με την έφεση της αναιρεσείουσας λόγων της εφέσεως αυτής.

Ακολούθως δε δεν έλαβε υπόψη του όλες τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ως μη έχουσες προσκομιστεί, όπως εκτιμάται, νόμιμα. Πράττοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εφόσον πράγματι, παρά το ότι η αναιρεσείουσα τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της που κατέθεσε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς σχετική παραδοχή του Εφετείου, τελικά αυτή (αναιρεσείουσα) τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσκόμισε για πρώτη φορά μετά το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο, μέσα στη νόμιμη, μετά τη συζήτηση αυτήν, τριήμερη προθεσμία που ορίζεται στο στοιχείο δ' της παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις λήψεως αυτών υπόψη κατά την τελευταία διάταξη, κατά τα προαναφερόμενα.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχουν που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση του ίδιου ή της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτώς κατά την πρωτόδικη δίκη ότι ο αναιρεσίβλητος κατά κατάχρηση δικαιώματος αξιώνει με την ένδικη αγωγή του την απόδοση αμοιβής και εξόδων του στα πλαίσια της εκτελέσεως εντολής της προς αυτόν υπό τη ιδιότητά του ως δικηγόρου, ισχυρισθείσα (η αναιρεσείουσα), ειδικότερα, προς θεμελίωση της ενστάσεώς της αυτής, την οποία νόμιμα επανέφερε στο Εφετείο ότι δεν οφείλει την αμοιβή και τα έξοδα αυτά, γιατί δεν ανέθεσε στο αναιρεσίβλητο την εντολή να προβεί στις αναφερόμενες ενέργειες, ενώ, πλέον τούτου, ο τελευταίος σε καμία ενέργεια δεν προέβη σε εκτέλεση τέτοιας εντολής και επιπλέον αξιώνει τα εν λόγω αμοιβή και έξοδα μετά από μακρό χρόνο από τότε (από το έτος 2000 δηλαδή) που άρχισε τις πρώτες εξώδικες ενέργειες, δηλαδή επί πέντε (5) σχεδόν έτη.

Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν την προαναφερόμενη από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση και στη συνέχεια, αφού έκρινε και αυτό ως νομικά αβάσιμη την εν λόγω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναρεσείουσας, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως αυτής κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η εν λόγω ένσταση είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί πράγματι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι προτάθηκαν προς θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως δεν μπορούν να θεμελιώσουν την εν λόγω ένσταση, δεδομένου ότι, αν πράγματι δεν καταρτίσθηκε η με την ένδικη αγωγή επικαλούμενη σύμβαση εντολής, δεν υπάρχει δικαίωμα προς καταβολή αμοιβής και αποδόσεως εξόδων και έτσι δεν νοείται καταχρηστική άσκησή του, αφού μόνον υπαρκτό δικαίωμα είναι δυνατόν να ασκηθεί και δη καταχρηστικώς.

Ενώ μόνη η αδράνεια του αναιρεσιβλήτου κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα προς άσκηση με την ένδικη αγωγή του των σ' αυτήν αναφερόμενων δικαιωμάτων του, έστω και αν δημιούργησε στην αναιρεσείουσα, ως οφειλέτιδα, την πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν τα δικαιώματα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτά να ασκηθούν, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτών, ενόψει του ότι, με βάση τα όσα σχετικώς δέχτηκε το Εφετείο, δεν γίνεται επίκληση της συνδρομής επιπροσθέτως συμπεριφορά ειδικών συνθηκών και περιστάσεως, προερχομένων κυρίως από προηγηθείσα συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του τελευταίου, η με την ένδικη αγωγή άσκηση των σ' αυτήν αναφερόμενων αξιώσεων να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο προβάλλονται διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που σχετίζονται με την αμφισβητούμενη από την αναιρεσείουσα ουσιαστική βασιμότητα κεφαλαίων της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 2558/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 2558/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ