1405/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1405/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" και αντικείμενο εκτός των άλλων και την πρακτόρευση ασφαλιστικών εταιριών, τη διενέργεια πάσης φύσεως ασφαλιστικών πράξεων, αμοιβαίων κεφαλαίων, παροχής επενδυτικών συμβούλων και την αντιπροσώπευση χρηματιστηριακών εταιριών. Η δεύτερη εναγομένη, δηλαδή η αναιρεσείουσα ήταν από το έτος 1994 μνηστή του πρώτου και εργαζόταν ως υπάλληλος στην Τράπεζα "......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1405 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1405/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Αλευρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου:....... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καυκούλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2001 προδικαστική, 92/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 8-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα με αυτή ότι από τα προσδιοριζόμενα στην ίδια απόφαση αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος εναγόμενος, δηλαδή ο μη διάδικος της αναιρετικής δίκης ....., ήδη από το έτος 1994 είχε συστήσει και λειτουργούσε στο ..... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".....
Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" και αντικείμενο εκτός των άλλων και την πρακτόρευση ασφαλιστικών εταιριών, τη διενέργεια πάσης φύσεως ασφαλιστικών πράξεων, αμοιβαίων κεφαλαίων, παροχής επενδυτικών συμβούλων και την αντιπροσώπευση χρηματιστηριακών εταιριών. Η δεύτερη εναγομένη, δηλαδή η αναιρεσείουσα ήταν από το έτος 1994 μνηστή του πρώτου και εργαζόταν ως υπάλληλος στην Τράπεζα "......
Bank" στην Αθήνα, κάθε εβδομάδα όμως από τις απογευματινές ώρες της Παρασκευής έως τις βραδυνές ώρες της Κυριακής μετέβαινε στο Κιάτο και βοηθούσε τον πρώτο στις ως άνω ασχολίες του. Ειδικότερα η τελευταία εμφανιζόταν πολλές φορές στους πελάτες μαζί με τον πρώτο ως συνεργάτης του και η ίδια έδινε συμβουλές σ' αυτούς σε θέματα επενδύσεων, επικαλούμενη τις γνώσεις από την ως άνω εργασία της.
Μάλιστα και οι δυο εναγόμενοι διατηρούσαν τον υπ' αριθ. 88390508 κοινό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ η δεύτερη διατηρούσε στην ίδια τράπεζα του υπ' αριθ. 174/51225118 ατομικό λογαριασμό της. Στις 25-10-1995 ο πρώτος εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο) να του δώσει χρήματα για να τα επενδύσει και συγκεκριμένα να αγοράσει μετοχές της εταιρείας ".....", διαβεβαιώνοντάς τον ότι η επένδυση αυτή θα ήταν η πλέον προσοδοφόρα.
Η δεύτερη εναγομένη συνηγόρησε και αυτή για την ως άνω επένδυση, επικαλούμενη τις πιο άνω γνώσεις της ως προς τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Μετά ταύτα ο ενάγων πείσθηκε από τις ως άνω διαβεβαιώσεις τους και έτσι, μετά από υπόδειξη του πρώτου, κατέθεσε την 26-10-1995 στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό των εναγομένων το ποσόν των 7.000.000 δραχμών ή 20.542,92 ευρώ, στη συνέχεια δε την 30-10-1995 στον πιο πάνω ατομικό λογαριασμό της δεύτερης το ποσόν των 1.760.000 δραχμών ή 5.165,08 ευρώ.
Το τελευταίο ποσόν η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον πρώτο με επιταγές εκδόσεώς της, όπως συνομολογεί και η ίδια. Ο πρώτος εναγόμενος όμως δεν διέθεσε τα χρήματα αυτά, (8.760.000 δρχ. ή 25.708 ευρώ), που είχαν περιέλθει στην κατοχή του, για την αγορά μετοχών στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και χωρίς κανένα δικαίωμα, αν και γνώριζε ότι αυτά δεν του ανήκαν κατά κυριότητα, αλλά ανήκαν στον ενάγοντα.
Ο τελευταίος αναζήτησε τις μετοχές για τις οποίες είχε καταβάλει το πιο πάνω ποσόν, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος εξαφανίστηκε και ήδη είναι αγνώστου διαμονής, χωρίς να έχει επιστρέψει κανένα ποσόν, ενώ έχει διαπράξει και άλλες παρόμοιες παράνομες πράξεις και σε βάρος άλλων προσώπων, που τον εμπιστεύθηκαν.
Η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμία συμμετοχή ή ανάμειξη στην πιο πάνω συμφωνία και συναλλαγή του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της αυτού. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη με τις ως άνω διαβεβαιώσεις της προς τον ενάγοντα για το προσοδοφόρο της αναφερόμενης επένδυσης, την εμφάνισή της προς αυτόν ως συνεργάτη του πρώτου εναγομένου και τη διάθεση στον τελευταίο των παραπάνω τραπεζικών λογαριασμών της, (κοινού του πρώτου και ατομικού του δεύτερου), για την κατάθεση των πιο πάνω ποσών, παρέσχε σ' αυτόν άμεση συνδρομή κατά την τέλεση του πιο πάνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτού.
Συγκεκριμένα η δεύτερη εναγομένη με τις ως άνω πράξεις της συνέδραμε τον πρώτο να ιδιοποιηθεί παράνομα το πιο πάνω ποσόν των 8.760.000 δραχμών ή 25.708 ευρώ, που ανήκε στον ενάγοντα, μολονότι γνώριζε ότι αυτός, (πρώτος εναγόμενος), δεν είχε ως σκοπό την επένδυση των χρημάτων του ενάγοντος, αλλά τον πιο πάνω παράνομο σκοπό να συνεπώς αυτή είχε τη θέληση να συμβάλει με τη συνδρομή της στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς τη συνδρομή της αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη της υπεξαίρεσης από τον ως άνω αυτουργό, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθ. 1283/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η δεύτερη για άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη του πρώτου. Ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης από την τελευταία, με την υπ' αριθ. 679/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου αυτή κηρύχθηκε ένοχη για την ως άνω πράξη και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών.
Επιπλέον, με τις υπ' αριθ. 1103/1996 και 2784/2004 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου έγιναν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες αιτήσεις του ενάγοντος, (αιτούντος), περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητα της δεύτερης εναγομένης, (καθ' ης η αίτηση), για την εξασφάλιση απαίτησης αυτού, προερχόμενης από την ίδια ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής.
Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι δεύτερη εναγομένη τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος το έγκλημα της άμεσης συνέργειας στην υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που διέπραξε ο πρώτος και συνεπώς θεμελιώνεται στην προκειμένη περίπτωση η αδικοπρακτική της ευθύνη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από την πιο πάνω παράνομη και υπαίτια πράξη της δεύτερης εναγομένης υπέστη θετική ζημία ύψους 8.760.000 δραχμών ή 25.708 ευρώ, συνισταμένη στο ως άνω ποσόν που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο πρώτος εναγόμενος με την άμεση συνδρομή αυτής, (δεύτερης εναγομένης).
Επιπλέον, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω συνθήκες τελέσεως από τη δεύτερη εναγομένη της προαναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας πράξης της, το βαθμό του πταίσματος αυτής, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, την κοινωνική θέση του ενάγοντος, καθώς και το είδος της προσβολής, κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί το ποσόν των 1.352,67 ευρώ.
Σύστοιχα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αβάσιμη την ασκηθείσα από την τώρα αναιρεσείουσα έφεση κατά της υπ' αριθ. 92/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που έκανε ως προς την αναιρεσείουσα δεκτή την ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο από 20 Οκτωβρίου 1999 αγωγή.
Αυτή είχε αντικείμενο την υποχρέωση και της δεύτερης από με αυτή εναγομένους, δηλαδή της αναιρεσείουσας, να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα το ποσό των 9.260.000 δραχμών για την αποκατάσταση της από την ανωτέρω αιτία περιουσιακής και μη ζημίας του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρη αιτιολογία ως προς τη με αυτή απόρριψη της έφεσης της τώρα αναιρεσείουσας.
Επομένως είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι τόσο ο από τη διάταξη του άρθρου 559αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης ως προς το μέρος του που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας "και σε κάθε περίπτωση" ανεπάρκεια των αιτιολογιών της όσο και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης ως προς το αντίστοιχο μέρος του.
Όμως τα μέρη των ανωτέρω λόγων με τα οποία διατυπώνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίασης που αφορά την αιτιολόγηση του περιληφθέντος στην προσβαλλόμενη απόφαση ανωτέρω σαφούς αποδεικτικού πορίσματος είναι, ενόψει του ότι η αιτίαση αυτή δεν εξαρκεί για να θεμελιώσει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, απορριπτέα, ως απαράδεκτα.
Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε με αυτή ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις με την ίδια απόφαση επικληθείσες ποινικές αποφάσεις και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως το λοιπό μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης με το οποίο και με επίκληση της λήψης υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποφάσεων η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται με τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο λόγω της κατά την αναιρεσείουσα αοριστίας του δικογράφου της ανωτέρω αγωγής του αναιρεσιβλήτου προσάπτεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εγκείμενης στο ότι η αναιρεσείουσα, κατ' αντίθεση με τη ρύθμιση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν διατείνεται ότι πρότεινε, (όπως επιβάλει η δεύτερη από τις διατάξεις αυτές) τον παραπάνω ισχυρισμό και στο Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ασκηθείσα από τη ...... από 1 Αυγούστου 2005 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 210/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ