Legislator Case Law & Legislation
1405/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on vague set-off and counterclaim in labor wage dispute.

Case Number 1405/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor wage dispute. The appellant sought unpaid wages, weekend work, and overtime, while the respondent successfully raised a set-off defense and counterclaim for overpayment. The lower court rejected these defenses as vague because they failed to specify the exact causes for each partial payment made. The Supreme Court agreed, ruling that without detailed causal links between payments and specific claims, the defenses were inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 14 and 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; A set-off or counterclaim in a labor dispute is inadmissible if it fails to specify the exact cause for each partial payment made, as vague assertions cannot distinguish between covered and uncovered claims.

Keywords

AI generated
labor dispute set-off defense counterclaim admissibility vague payment causes wage arrears overtime compensation overpayment recovery

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Collective Agreements for construction workers
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 93 paragraph 3 of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1405 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1405/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου τεχνικής και εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία «Σ.Χ. ΣΟΥΡΤΖΗΣ Α.Τ.Ε.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Καλουπάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1580/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4654/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 24-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, με το άρθρο 1 των από 23-4-1999, 8-6-2000 και 26-7-2001 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων όλης της χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τι Α.Υ.Ε. 11.243/7-6-1999, 11.372/24-7-2000 και 10.119/14-1-2002, προβλέπεται κατ' αρχήν ότι ορίζονται με αυτές τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών ειδικοτήτων και των δυο φύλων σε όλη τη χώρα, που απασχολούνται στις οικοδομικές και σε συναφείς προς τις οικοδομικές εργασίες ειδικότητες και αναφέρονται ενδεικτικά τα συναφή προς τις οικοδομικές εργασίες έργα, καθώς και οι σχετικές προς τα οικοδομικά και συναφή έργα ειδικότητες τεχνικών, που περιλαμβάνουν στο τέλος και τις μη κατονομαζόμενες ειδικώς λοιπές ειδικότητες, ανεξάρτητα από τον τόπο προσφοράς της εργασίας, στη συνέχεια δε καθορίζονται τα κατώτατα ημερομίσθια για α) τους τεχνίτες, β) τους βοηθούς τεχνιτών και τους ειδικευμένους εργάτες και γ) τους ανειδίκευτους εργάτες.

Οι απασχολούμενοι, επομένως, σε τεχνικά έργα ανειδίκευτοι εργάτες αμείβονται με βάση τις ανωτέρω ΣΣΕ και όχι με τις ισχύουσες κατά το ίδιο διάστημα ΕΓΣΣΕ, οι οποίες καθορίζουν τα ημερομίσθια ασφαλείας και εφαρμόζονται μόνο όταν οι όροι αμοιβής και εργασίας των οικείων ΣΣΕ είναι δυσμενέστεροι. Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική και εμπορική εταιρία έχει ως αντικείμενο της εμπορικής και επαγγελματικής της δραστηριότητας την ανάληψη και κατασκευή τεχνικών έργων με κατάλληλα μηχανήματα και ανάλογο τεχνικό εξοπλισμό.

Για τις ανάγκες της εκτέλεσης των έργων αυτών προσέλαβε στις 11-8-1999 τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, που είναι αλβανικής υπηκοότητας και διέθετε άδει παραμονής και εργασίας στην ημεδαπή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εργατοτεχνίτης οικοδομής, αμειβόμενος με το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, το οποίο καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους.

Ακολούθως, δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε πράγματι με την ανωτέρω ειδικότητα και ότι η εναγομένη κατέβαλε σ' αυτόν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα μικρότερα ποσά αποδοχών από εκείνα που καθορίζονται από τις ως άνω με ημερομηνίες 23-4-1999, 8-6-2000 και 26-7-2001 ΣΣΕ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.644, 65 ευρώ, τον υπολογισμό του οποίου δεν αμφισβητεί η εναγομένη, καθώς επίσης ότι ο ενάγων πραγματοποίησε εργασία κατά τις Κυριακές και για την αιτία αυτή οφείλεται σ' αυτόν το ποσό των 1.868,52 ευρώ.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή για τα ανωτέρω ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 653 επομ. Α.Κ.

και τους όρους των ως άνω από 23-4-1999, 8-6-2000 και 26-7-2001 Σ.Σ.Ε., που αφορούν στην αμοιβή και την εργασία όχι μόνο των εργατοτεχνιτών, των βοηθών τεχνιτών και των ανειδίκευτων εργατών, που απασχολούνται σε οικοδομικές εργασίες, αλλά και σε συναφή τεχνικά έργα, όπως αυτά που εκτελούσε η αναιρεσείουσα κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε στην προσβαλλόμεν ηαπόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό, έλεγχο των ως άνω διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου από την αντίδικό του ανώνυμη εταιρία, ως ανειδίκευτου εργάτη, κατά την εκτέλεση των αναλαμβανομένων απ' αυτή τεχνικών έργων, καθώς και στο ζήτημα της οφειλής από την τελευταία προς τον αναιρεσίβλητο για διαφορές τακτικών αποδοχών και για αμοιβή της εργασίας του κατά τις Κυριακές των ποσών των 4.544,65 και 1.868,52 ευρώ αντίστοιχα, η μη ανάλυση των οποίων οφείλεται στο σημειούμενο στην απόφαση γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε στο Εφετείο τον τρόπο υπολογισμού αυτών από την πρωτόδικη απόφαση.

Επομένως, ο πρώτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της ανιαρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριομόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαιρείται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της από 11-8-1999 αναγγελίας προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου στον ΟΑΕΔ, β) του από 11-8-1999 εγγράφου της αναιρεσείουσας με τον τίτλο «Στοιχεία προσωπικού» και γ) του από 28-1-2001 εγγράφου του ΟΑΕΔ με τον τίτλο «Αναγγελία οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού» με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα προσέλαβε και απασχόλησε τον ανιαρεσίβλητο ως εργατοτεχνίτη οικοδόμο, ενώ το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είναι ότι η ίδια προσέλαβε και απασχόλησε αυτόν ως απλό εργατοτεχνίτη.

Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού και ως απλός εργατοτεχνίτης ή ανειδίκευτος εργάτης και αν προσλήφθηκε ή απασχολήθηκε, θα είχαν εφαρμογή οι προαναφερόμενες ΣΣΕ και θα εδικαιούτο το προβλεπόμενο απ' αυτές κατώτατο ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη, που δέχθηκε και το Εφετείο ότι δικαιούται, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ούτε αναφέρεται ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα αυτά.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό, που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Η ένσταση αυτή με περιεχόμενο τη δήλωση του εναγομένου, καθώς και την επίκληση απ' αυτόν σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού, περί του ότι πληρώθηκε όλες τις απαιτήσεις του, χωρίς να γίνεται ειδικότερα ανάλυση του ποσού, που καταβλήθηκε για την κάθε μια αιτία, είναι αόριστη, έστω και αν αναφέρεται το καταβληθέν συνολικό ποσό.

Εκτός και αν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους. Τούτο όμως δεν συμβαίνει όταν ασκούνται με αγωγή αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας και προσκομίζονται από τον εργοδότη έγγραφες αποδείξεις του εργαζομένου για καταβολή σ' αυτόν χρηματικών ποσών που υπερκαλύπτουν τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρουν την αιτία καταβολής κάθε επί μέρους ποσού.

Διότι, αφού δεν αναφέρεται στις αποδείξεις η αιτία ή αιτία καταβολής των ποσών αυτών δεν αποκλείεται να καταβλήθηκαν προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή. Για τον λόγο αυτό άλλωστε με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 επιβαλλόμεναι στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των παραδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικώς τις πάσην φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος με την ένδικη από 17-1-2002 αγωγή του ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα τον προσέλαβε περί τα μέσα Αυγούστου 1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτο εργατοτεχνίτη οικοδόμο, αμειβόμενο με την οικεία ΣΣΕ μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του περί τα τέλη Ιουλίου 2001, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 10.975,59 ευρώ για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών, αμοιβές για εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρίες.

Η τελευταία, προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε παραδεκτώς την ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος, διατεινόμενη ότι κατέβαλε σ' αυτόν τμηματικά κατά τους αναφερόμενους χρόνους πλέον του ποσού των 15.021 ευρώ για συμβατικές του αποδοχές και το ποσό των 11.235,76 ευρώ συνολικώς κατά τα αναφερόμενα επί μέρους ποσά ως ιδιαίτερη αμοιβή του για πρόσθετη εν γένει εργασία του (νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία, εργασία τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες).

Επίσης, η εναγομένη, ασκώντας παραδεκτώς ανταγωγή, ζήτησε να υποχρεωθεί ο ενάγων να της καταβάλει το ποσό των 2.558,73 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, διότι εισέπραξε απ' αυτή πλέον του ποσού των 15.021 ευρώ για συμβατικές αποδοχές του και το ως άνω ποσό των 11.235,76 ευρώ για τις προαναφερόμενες πρόσθετες εργασίες του.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένσταση εξοφλήσεως, καθόσον αφορά το κονδύλιο της αμοιβής για εργασία του ενάγοντος τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και η ανταγωγή, είναι αόριστες και απορριπτέες, διότι δεν εξειδικεύεται η αιτία από κάθε μια επί μέρους απαίτηση του ενάγοντος, για την οποία καταβλήθηκε κάθε μερικότερο από το οφειλόμενο ως άνω συνολικό ποσό, με παραπομπή σε ποσά συγκεκριμένων αποδείξεων πληρωμής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκετο, αφού αμφότερες (ένσταση και ανταγωγή), υπό την ανωτέρω διατύπωσή τους, δεν περιέχουν το απαιτούμενο κατά το νόμο ως άνω στοιχείο της αιτίας της καταβολής κάθε επί μέρους ποσού για τη θεμελίωσή τους, δοθέντος ότι στις αποδείξεις, που δεν αναφέρουν την αιτία, μπορεί να περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία που δεν αναφέρεται στην αγωγή.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Σ.Χ. Σουρτζής ΑΤΕΕ» για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4654/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Mαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ