Supreme Court dismisses appeal on personality rights claim where lower court correctly separated the claim from the main suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting his appeal. The appellant argued that the First Instance Court failed to examine his claim regarding personality rights infringed by a published letter, contending the lower court should have adjudicated this specific issue. The Court ruled that the First Instance Court correctly determined the personality rights claim was separable and had been dismissed as a separate proceeding, meaning the appeal against the main judgment was unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment dismissing a claim for personality rights is inadmissible if the lower court correctly determined that such a claim was separable and disposed of in a separate proceeding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1404/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. (κατά κόσμον Μ.) Μ. του Χ., Αρχιμανδρίτου, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Βρεττού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. (κατά κόσμον Δ.) Β., Αρχιεπισκόπου Λήδδης, υπό την ιδιότητά του ως Γραμματέως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, κατοίκου ..., 2) Θ. Γ' (κατά κόσμον Η.) Γ., Πατριάρχου Ιεροσολύμων, κατοίκου ομοίως, 3) Α. (κατά κόσμον Α.) Π., Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης, Αρχιγραμματέως του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, κατοίκου ομοίως και 4) νομικού προσώπου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων", που εδρεύει στα Ιεροσόλυμα Ισραήλ και στην Αθήνα, Εξαρχία Παναγίου Τάφου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Νέστορα Αποστολακίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 12-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2479/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 834/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 27/9/2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.834/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 30/10/2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 2479/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 25/11/2016 αγωγή αυτού σε βάρος των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 17/5/2022, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 11/2/2021, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 17/5/2022, δεν είχε παρέλθει η ως άνω διετία. Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον...Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικα, "το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Με τις παραπάνω διατ'ξεις προστατεύεται η προσωπικότητα και, κατ` επέκταση, η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 874/2023, ΑΠ 445/2023, ΑΠ 1190/2022), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις- εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.
Είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1190/2022).
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντας, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 445/2023).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία, έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 43/2023, ΑΠ 1190/2022 , ΑΠ 149/2020, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 560/2020).
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 παρ. 1, 362 και 363 Π.Κ,, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ετσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, ενώπιον τρίτου , για κάποιον άλλο γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες περί της αληθείας του δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που επίσης προσβάλλει την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 473/2023 , ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 1017/2020).
Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ' αρχήν, αίρεται όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.
και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής του άλλου , με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με τον δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 149/2020).
Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου, περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ( ΑΠ 445/2023, ΑΠ 1533/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 88/2022).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το έτος 1992 έως το έτος 1996 ο ενάγων εντάχθηκε ως ιερομόναχος στους κόλπους της Αγιοταφιτικής αδελφότητας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων - έκτου εναγομένου, όπου επανήλθε το έτος 2004, μετά από πρόσκληση του τότε Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.
Ε., διαμένοντας στην Ιερά Μονή του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων. Στα Ιεροσόλυμα ο ενάγων έλαβε τη χειροτονία του σε Διάκονο και στη συνέχεια σε Πρεσβύτερο, καθώς και το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη, διορίσθηκε επίσης, Γραμματέας στην Αρχιγραμματεία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Στις 14-2-2011 η πρώτη Ειδική Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Αθηνών Ο.
Φ. απέστειλε στον εκπρόσωπο τύπου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Ελλάδα Γ. Β. την με ίδια ημερομηνία επιστολή της στα πλαίσια διενέργειας κύριας ανάκρισης, δυνάμει της με αριθ. Ω2007/37 Εισαγγελικής παραγγελίας, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση στρεφόμενης κατά του Δημοσίου από υπαίτιο, που σκοπό είχε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος απειλώντας με αντίστοιχη ζημία το Δημόσιο, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και ψευδούς βεβαίωσης άπαξ και κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο, που σκοπό είχε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος, προξενώντας ή οπωσδήποτε απειλώντας με αντίστοιχη ζημία το Δημόσιο, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Με την παραπάνω επιστολή η ως άνω πρώτη Ειδική Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Αθηνών ζήτησε, στα πλαίσια των ανακριτικών ενεργειών της, να ενημερωθεί και μέσω φαξ το συντομότερο δυνατό αν υπάρχει πρόσωπο με τα στοιχεία Χ. Μ. του Χ. Αρχιμανδρίτης, που φέρεται το 2007 να υπάγεται στη Μονή Αγίου Χαραλάμπους στα Ιεροσόλυμα.
Στις 25-2-2011 ο πρώτος εναγόμενος με την ιδιότητά του, ως Γραμματέας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, μετά από εντολή του δεύτερου εναγομένου Πατριάρχη Ιεροσολύμων, απέστειλε προς την παραπάνω πρώτη Ειδική Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε απάντηση της ανωτέρω από 14-2-2011 δικής της επιστολής, την με αριθμό πρωτοκόλλου 116/13-2-2011 επιστολή, η οποία αναφέρει "Ερίτιμε κ.
Φ. Ασφαλώς ελάβομεν εν τοις Πατριαρχικοίς Γραφείοις την από 14ης Φεβρουαρίου τρ. έ. δια τηλεμοιοτύπου, μέσω της ημετέρας Εξαρχίας εν Ελλάδι, αποσταλείσαν επιστολήν υμών. Σεπτή εντολή του Μακαριωτάτου Πατρός ημών και Πατριάρχου κυρίου κ. Θ. του Γ', επί την απάντησιν προαγόμενος, φέρω σε γνώσιν υμών, ότι ο π.
Χ. Μ. καθηρέθη το έτος 2005 του βαθμού της ιερωσύνης και υπήχθη εις την τάξιν των μοναχών και απεπέμφθη εκ των μελών της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας ουδεμίαν έχων πλέον σχέσιν μετά του ημετέρου Πατριαρχείου από του έτους 2005 και εντεύθεν. Ταύτα καθηκόντως κοινοποιούμενος υμίν, δια τα καθ' ημάς περαιτέρω διατελώ.
Εν τη Αγία Πόλει Ιερουσαλήμ 13 Φεβρουαρίου 2011 (παλ. Ημερολ.). Μετ' ευχών εν Κυρίω. Αρχιμανδρίτης Δ. (σφραγίς και υπογραφή). Γραμματεύς της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων". Περαιτέρω, στην με αριθμ. πρωτ. 658/2011 επιστολή του πρώτου εναγόμενου προς τον τρίτο εναγόμενο, που προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως πρωτόδικα από τους εναγόμενους, εκτίθενται τα αναφερόμενα στον Κώδικα Πρακτικών της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και αναφέρονται επιγραμματικά επί λέξει τα εξής: "Ως προκύπτει εκ του Κώδικος των Πρακτικών της Αγίας και Ιεράς ημών Συνόδου, αι αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς ημών Συνόδου, έχουσιν, ως έπεται: ...4.
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ Χ. Μ. α) Συνεδρία 91, ...β) Συνεδρία 92, ...γ) Συνεδρία 118, ...δ) Συνεδρία 119, ...ε) Συνεδρία 31, ...στ) Σύσκεψις, 3-7- 2005: Καθαίρεσις αυτού και αύθις εις την τάξιν των μοναχών, αποκοπή και αποπομπή αυτού εκ των μελών της Αγιοταφιτικής ημών Αδελφότητος". Ο πρώτος των εναγομένων κατά τη σύνταξη της τελευταίας επιστολής προς τον τρίτο εναγόμενο δεν προέβη σε διατύπωση δικής του κρίσης, αλλά βασίστηκε στα Πρακτικά της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, επαναλαμβάνοντας και αποτυπώνοντας γραπτώς εν συντομία, προς το σκοπό της ενημέρωσης του τρίτου εναγομένου, μία καταχωρημένη στον Κώδικα Πρακτικών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου έγκυρη πληροφορία, που δεν έχει με οποιονδήποτε τρόπο ανακληθεί ή άλλως αμφισβητηθεί ενώπιον αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής, αναφορικά με την καθαίρεση του ενάγοντα από το βαθμό της ιεροσύνης του, στην από 3-7-2005 σύσκεψη της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, την υπαγωγή του στην τάξη των μοναχών και την αποπομπή του από τα μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας.
Η καθαίρεση του ενάγοντα από τον βαθμό της ιεροσύνης του από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, που η τελευταία την επέβαλε, ως προεκτέθηκε, στις 3-7-2005, η οποία (καθαίρεση) συνεπάγεται τη μετάσταση του ενάγοντα στην τάξη του μοναχού, από την οποία αυτός προέρχεται, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα, είναι ποινή καθαρά πνευματικού χαρακτήρα και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, εφόσον δεν επηρεάζεται από αυτή (καθαίρεση) εν προκειμένω η υπηρεσιακή σχέση του κληρικού ενάγοντα με την εκκλησία και τα απορρέοντα από αυτή δικαιώματα, αφού αυτός (ενάγων) δεν κατείχε πριν την καθαίρεση του αμειβόμενη θέση εφημερίου, ο έλεγχος δε της νομιμότητας και εγκυρότητάς της εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ακόμη και ως παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα, αφού αφορά σε εσωτερικό ζήτημα της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, που αποτελεί αλλοδαπό εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο (εσωτερικό ζήτημα) έχουν εφαρμογή κανόνες του κανονικού και όχι του πολιτειακού δικαίου και ως εκ τούτου δεν θα είχε αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας και τυχόν ακύρωσης της ως άνω εκκλησιαστικής απόφασης καθαίρεσης του ενάγοντα του βαθμού της ιεροσύνης του ούτε διοικητικό δικαστήριο της Ελλάδος.
Επομένως, το αίτημα του ενάγοντος περί επίδειξης εκ μέρους των εναγομένων των κατεχόμενων από τους τελευταίους εγγράφων και συγκεκριμένα α) των πρακτικών της Σύσκεψης της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων της 3-7-2005, β) του αποδεικτικού εγγράφου του διορισμού Επιτροπής από τη Σύνοδο, γ) τις τρεις κλητεύσεις που προηγήθηκαν προς το πρόσωπο του με κοινοποίηση της κατηγορίας εναντίον του δ) του κειμένου της από 3-7-2005 απόφασης της Ιεράς Συνόδου με τις υπογραφές των συνοδικών μελών και με πλήρη αιτιολογία και ε) του αποδεικτικού εγγράφου της γνωστοποίησης σε αυτόν (ενάγοντα) της ως άνω απόφασης της Ιεράς Συνόδου, προκειμένου να κριθεί από το Δικαστήριο τούτο, ως παρεμπίπτον ζήτημα, η νομιμότητα της καθαίρεσης του ενάγοντα, παραδεκτά μεν προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος - ενάγοντος, πλην όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού, λόγω του ότι ως προεκτέθηκε ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητάς της καθαίρεσης του ενάγοντα του βαθμού της ιεροσύνης του, που ως ποινή καθαρά πνευματικού χαρακτήρα εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ακόμη και ως παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα, τα ως άνω αιτούμενα από τον εκκαλούντα έγγραφα δεν χρησιμεύουν και δεν είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού των αντιδίκων του - εφεσιβλήτων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ως άνω από 25-2-2011 επιστολή προς την πρώτη Ειδική Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Αθηνών αναφέρει αληθή γεγονότα, ενώ δεν γίνεται λόγος στην επιστολή αυτή για την κατά το έτος 2011 διαμονή του ενάγοντα, αφού κάτι τέτοιο δεν ρωτήθηκε από την Ειδική Ανακρίτρια και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται από κανένα από τα ως άνω κατατεθέντα στην από 25-2-2011 επιστολή γεγονότα, σε βάρος του ενάγοντα το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, αλλά ούτε και της απλής δυσφήμησης, αφού οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι δεν είχαν δόλο, συνιστάμενο στη γνώση ότι τα διαλαμβανόμενα στην επίδικη επιστολή προς την Ειδική Ανακρίτρια γεγονότα είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα-εκκαλούντα.
Η αποστολή της ανωτέρω από 25-2-2011 επίδικης επιστολής προς την Ειδική Ανακρίτρια συνιστά εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος από την πλευρά των εναγομένων, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, που προέβαλαν οι τελευταίοι, καθόσον τα αναφερόμενα στην εν λόγω επιστολή γεγονότα απαντούν στα ερωτήματα που τέθηκαν από την ως άνω Ειδική Ανακρίτρια, ενόψει της διερεύνησης των αδικημάτων της πλαστογραφίας και της ψευδούς βεβαίωσης, σχετικά με την ιδιότητα του ενάγοντα και τη σχέση του με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων κατά το έτος 2007, οπότε και ο τελευταίος είχε ήδη αποπεμφθεί από την Αγιοταφιτική Αδελφότητα, σε εκτέλεση από την πλευρά του πρώτου εναγομένου ως Γραμματέα της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αλλά και των λοιπών εναγομένων, του καθήκοντός τους ενημέρωσης των ελληνικών δικαστικών αρχών στα πλαίσια διενέργειας κύριας ανάκρισης.
Περαιτέρω, τα παραπάνω, εκτιθέμενα στην από 25-2-2011 επιστολή, γεγονότα δεν αναφέρονται ούτε με ειδικό σκοπό εξύβρισης του ενάγοντα, απορριπτομένης της σχετικής αντένστασης του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ, που προέβαλε ο ενάγων ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν υπερέβησαν το επιβαλλόμενο και προσήκον μέτρο. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντα με την αποστολή στην Ειδική Ανακρίτρια της παραπάνω από 25-2-2011 επιστολής και ως εκ τούτου η αγωγή, όσον αφορά τα αιτήματα α), ε), καθώς και γ) και δ), κατά το μέρος που τα δύο τελευταία αιτήματα σχετίζονται με την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα από την αποστολή της επίδικης από 25-2-2011 επιστολής των εναγομένων - εφεσίβλητων προς την Ειδική Ανακρίτρια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς, βάσει όσων εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη και ενόψει όλων των ανωτέρω, στο αυτό αποτέλεσμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, που περιέχει πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι τρείς πρώτοι λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τα διαλαμβανόμενα γεγονότα στην επίδικη από 25-2-2011 επιστολή είναι ψευδή, συκοφαντικά και δυσφημιστικά, αφού δεν υπήρξε νόμιμη και έγκυρη καθαίρεσή του από το βαθμό της ιεροσύνης του, ότι δεν εστάλη η από 25-2-2011 επίδικη επιστολή στα πλαίσια άσκησης νόμιμου καθήκοντος των εφεσίβλητων, αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης αυτού (εκκαλούντος) και ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και δεν περιέχει την απαιτούμενη αιτιολογία, αντίστοιχα, πρέπει, να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι και ουσιαστικά αβάσιμοι".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής η μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 57,59 ΑΚ 362, 363, 367 ΠΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν προσέβαλαν παρανόμως την τιμή και υπόληψη του αναιρεσείοντος με την αποστολή στην Ειδική Ανακρίτρια της από 25/2/2011 (υπ'αριθμ.πρωτ.116/13-2-2011) επιστολής, καθόσον η επιστολή αυτή περιείχε αληθή γεγονότα ήτοι την καθαίρεση του αναιρεσείοντος το έτος 2005 και απεστάλη στην άνω Ανακρίτρια στα πλαίσια της διενεργούμενης από αυτήν κύριας ανάκρισης, προς απάντηση στα τεθέντα από την τελευταία ερωτήματα, (αν υπάρχει πρόσωπο με τα στοιχεία Χ.
Μ. του Χ., Αρχιμανδρίτης, που φέρεται το 2007 να υπάγεται στη Μονή Αγίου Χαραλάμπους στα Ιεροσόλυμα), χωρίς να περιέχει η επιστολή αυτή κρίσεις ή εκφράσεις από τις οποίες να προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, καθόσον απαντήθηκε ειδικά και συγκεκριμένα το ερώτημα της ανακρίτριας ότι ο π. Χ. Μ.
καθηρέθη το έτος 2005 του βαθμού της ιεροσύνης και υπήχθη στην τάξη των μοναχών ουδεμία σχέση έχων μετά του Πατριαρχείου από του έτους 2005 και εντεύθεν, με τις επιστηρίζουσες το παραπάνω πόρισμα επιμέρους παραδοχές ότι α) η καθαίρεση του ενάγοντα από τον βαθμό της ιεροσύνης του από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων που η τελευταία του επέβαλε στις 3-7-2005 δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα β) δεν έχει ανακληθεί ή άλλως αμφισβητηθεί ενώπιον αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής η καταχωρημένη στον Κώδικα Πρακτικών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου έγκυρη πληροφορία αναφορικά με την καθαίρεση του ενάγοντα (αναιρεσείοντα) από τον βαθμό της ιεροσύνης του στην από 3/7/2005 σύσκεψη της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, την υπαγωγή του στην τάξη των μοναχών και την αποπομπή του από τα μέλη της Αγιοταφικής Αδελφότητας γ) στην επιστολή προς την Ανακρίτρια δεν γίνεται λόγος για την κατά το έτος 2011 διαμονή του ενάγοντα, αφού κάτι τέτοιο δεν ρωτήθηκε από τον Ειδική Ανακρίτρια.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται εάν διέμενε ή όχι ο αναιρεσείων εντός του Πατριαρχείου μέχρι την αναχώρησή του για την Ιερά Μονή Πέτρας, ούτε η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την νομιμότητα-εγκυρότητα της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων περί καθαιρέσεως του αναιρεσείοντος, αφού η περί καθαιρέσως απόφαση ελέγχεται από τα αρμόδια προς τούτο εκκλησιαστικά όργανα (Αρχές) κατά τους κανόνες του εκκλησιαστικού ποινικού δικαίου και εκκλησιαστικής ποινικής δικονομίας και εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, σε κάθε δε περίπτωση, όταν εστάλη στην Ανακρίτρια η επίμαχη επιστολή, είχε πράγματι λάβει χώρα η καθαίρεση του αναιρεσείοντος, χωρίς μέχρι τότε να αμφισβητηθεί ή ακυρωθεί αυτή.
Η παραπάνω δε επιστολή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, απεστάλη στην Ανακρίτρια σε εκτέλεση του νομίμου καθήκοντος των εναγομένων (αναιρεσίβλητων) να απαντήσουν στα τεθέντα από την Ανακρίτρια ερωτήματα, χωρίς να προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος (αναιρσείοντος). Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 19 του άρθρου 590 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την αλήθεια του διαδοθέντος γεγονότος, το δικαιολογημένο καθήκον του εναγομένων και την έλλειψη σκοπού εξύβρισης τυγχάνουν αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε, ως απαράδεκτο, το υποβληθέν από αυτόν αίτημα επιδείξεως εγγράφων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον το παραπάνω αίτημα δεν απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως απαράδεκτο, αλλά ως ουσία αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι το αιτούμενο προς επίδειξη έγγραφο δεν χρησιμεύει για την απόδειξη ουσιώδους για την προκειμένη δίκη ισχυρισμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιο είναι το αποδεικτικό μέσο και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη, που αποδόθηκε σ' αυτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που του αποδίδει ο νόμος, β) ποιος είναι ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο γ) ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης και δ) που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο, δηλαδή πως επέδρασε η παραβίαση στο διατακτικό της αποφάσεως και από ποιόν έχει προσαχθεί το έγγραφο.
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων να έχει επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό μέσο ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση κατά την αποδεικτική αυτού δύναμη και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2009/2013, ΑΠ 225/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 436 ΚΠολΔ "Αν το έγγραφο που προσκομίστηκε αναφέρεται σε άλλο, προσάγεται και αυτό, εκτός αν εκείνο που προσκομίστηκε αντικατέστησε το έγγραφο που αναφέρεται ή περιλαμβάνει όλο το ουσιώδες περιεχόμενο του". Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ο κανόνας ότι το αναφέρον έγγραφο χωρίς την προσκόμιση του αναφερόμενου εγγράφου, δεν έχει αποδεικτική δύναμη. Κατ' εξαίρεση του άνω κανόνα το αναφέρον έχει αποδεικτική δύναμη και χωρίς το αναφερόμενο έγγραφο α) όταν το αναφέρον έγγραφο αντικατέστησε το αναφερόμενο, δηλαδή υπεισήλθε στη θέση του, οπότε δεν πρόκειται στην ουσία για αναφορά σε αυτό και β) όταν το αναφέρον περιλαμβάνει όλο το ουσιώδες περιεχόμενο του αναφερόμενου εγγράφου, οπότε η ουσιώδης έννοια του αναφερόμενου εγγράφου περιλαμβάνεται στο αναφέρον (ΑΠ 412/1983, ΑΠ 472/1975, ΑΠ 2251/1974).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της υπ'αριθμ.πρωτ.658/2011 επιστολής του πρώτου εναγομένου (πρώτου αναιρεσίβλητου) προς τον τρίτο εξ'αυτών, την οποία επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) προς απόδειξη του αληθούς της καθαιρέσεώς του, καθόσον προσέδωσε σ'αυτήν πλήρη αποδεικτική ισχύ ενώ αυτή δεν είχε αποδεικτική ισχύ διότι δεν είχε προσκομιστεί από τους εναγόμενους (αναιρεσίβλητους) και το έγγραφο στο οποίο η επιστολή αναφερόταν, ήτοι ο Κώδικας Πρακτικών της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (αναφερόμενο έγγραφο).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η επίμαχη επιστολή (αναφέρον έγγραφο) περιλαμβάνει όλο το ουσιώδες και κρίσιμο για το αποδεικτέο ζήτημα της προκειμένης δίκης, περιεχόμενο του αναφερόμενου εγγράφου, ήτοι την απόφαση της σύσκεψης της Ιεράς Συνόδου της 7.5.2005 για την καθαίρεση του αναιρεσείοντος (την οποία σημειωτέον δεν αμφισβήτησε ο αναιρεσείων), ενώ το υπόλοιπο περιεχόμενο του Κώδικα, αναφορικά με την διαδικασία που ελήφθη η ως άνω απόφαση, δεν αποτελούσε, όπως προεκτέθηκε, ερευνώμενο από το δικαστήριο αποδεικτέο ζήτημα, κριθέντος ότι "ο έλεγχος της νομιμότητας της καθαίρεσης εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ακόμη και ως παρεμπίπτον αναφυόμενο ζήτημα".
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε την αίτηση αδίκαστη. Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν δεν διατυπώνεται στην έφεση και στις προτάσεις παράπονο κατά την πρωτόδικης απόφασης, ως προς εκείνο το τμήμα της που προβάλλεται ως αδίκαστο από το Εφετείο. Αν δεν διατυπώνεται τέτοιο παράπονο, κατά το μέρος της αυτό η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ,το οποίο δεν έχει πλέον εξουσία να ερευνήσει το θέμα αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.9 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το αγωγικό του αίτημα να του καταβάλλουν οι εναγόμενοι αποζημίωση 82.100 ευρώ για απωλεσθέντες μισθούς, ως ζημία προελθούσα από την υπ' αριθμ.
πρωτ. ....2006 συκοφαντική επιστολή. Από τα παραδεκτώς (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων με την ένδικη από 25/11/2016 αγωγή του επικαλέσθηκε ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), προσέβαλαν την προσωπικότητά του Α) οι 1ος, 2ος και 3ος με την αποστολή στην ειδική Ανακρίτρια της από 25-2-2011 και με αριθμ.
πρωτ. ....2011 επιστολής (το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε) και Β) οι 2ος-6ος με την δημοσίευση στο περιοδικό "ΝΕΑ ΣΙΩΝ" του από 31.3.2006 και με αριθμ. αρ. πρωτ. ... εγγράφου, του 3ου εναγομένου (ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου) προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος κ. Κ., στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι "ο πρώην Αρχιμανδρίτης και νυν Μοναχός Χ.
Μ., υποτακτικός του πρώην Πατριάρχου και νυν Μοναχού Ε. και αναμιχθείς, μαζί με άλλους σχισμαστικούς μοναχους, στην σχισματική κίνηση αυτού (εν. Ε.), προκάλεσαν ουκ ολίγα δεινά στην Αγιοταφική Αδελφότητα, τολμήσαντες όπως καθοδηγήσουν ξένους σε βιαιότητες κατά της Αδελφότητας και παρακωλύσουν την κανονική τέλεση των εορτών στα μοναστήρια της Παναγίας Σεϊδανάγια και του Αγίου Χαραλάμπους.
Ζήτησε δε (κατά την αναφερόμενη στην απόφαση αρίθμηση) α) να υποχρεωθούν οι 1ος ,2ος 3ος και 6ος να άρουν την προσβολή της προσωπικότητάς του που προκλήθηκε από την πρώτη (από25/2/2011,αριθμ.πρωτ.....2011) επιστολή προς την Ανακρίτρια β) να υποχρεωθούν οι 2ος, 3ος 4ο, 5ο και 6ος να άρουν την προσβολή της προσωπικότητάς του, που προκλήθηκε από τη δημοσίευση της δεύτερης από ....2006 επιστολής και με την αποστολή αποκαταστατικής δήλωσης με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο προς το περιοδικό "ΝΕΑ ΣΙΩΝ", την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παραλείπουν την προσβολή της προσωπικότητάς του, με ανάλογες συμπεριφορές στο μέλλον με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής ύψους 3000 € για κάθε παραβίαση της διάταξης αυτής, δ) να απειληθεί σε βάρος τους χρηματική ποινή ποσού 500€ για κάθε ημέρα καθυστέρησης των ως άνω αποκαταστατικών δηλώσεων, μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης, ε) να αναγνωριστεί ότι οι 1ος, 2ο και 3ος οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 30.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άδικη και παράνομη πράξη τους, ήτοι την αποστολή της πρώτης ως άνω επιστολής, με τον νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής, στ) να αναγνωριστεί ότι οι 2ος , 3ος , 4ος και 5ος οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 50.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άδικη και παράνομη πράξη τους, ήτοι τη δημοσίευση των δυσφημιστικών ισχυρισμών τους στο περιοδικό "ΝΕΑ ΣΙΩΝ", με τον νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής, ζ) να αναγνωριστεί ότι οι 2ος και 3ος οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, έκαστος, το ποσό των 82.100 € ως περιουσιακή ζημία από την διά των δημοσιευμάτων προσβολή της προσωπικότητάς του, με τον νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 2479/218 απόφασή του, όσον αφορά το μέρος της αγωγής, κατά το οποίο προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος (αναιρσείοντος) από τα δημοσιεύματα στο περιοδικό "ΝΕΑ ΣΙΩΝ" (σημ:.μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. ....2006 έγγραφο-επιστολή) και τα εκ της προσβολής αυτής σωρρευόμενα αιτήματα, ήτοι (β), (γ), (δ), (στ), (ζ) (άρσης της προσβολής με αποστολή αποκαταστατικής δήλωσης, παράλειψης παρόμοιας προσβολής στο μέλλον, απειλής χρηματικής ποινής για κάθε παράλειψη, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και καταβολής αποζημίωσης 82.100 ευρώ) έκρινε ότι η αγωγή κατά το προαναφερόμενο μέρος, υπάγεται στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ακολούθως, διέταξε τον χωρισμό και την παρέπεμψε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία, κράτησε δε και δίκασε την αγωγή κατά τα λοιπά (α) και (ε) αιτήματα.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων (αναιρεσείων) άσκησε την από 30/10/2019 έφεση, επικαλούμενος, με τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω 4ο λόγο της έφεσης, κατ'ακριβή αντιγραφή, ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς μου από την ....2006 επιστολή του τρίτου εφεσίβλητου προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Κ., η οποία μάλιστα απεστάλη και στον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου και αποτελούσε αυτοτελή ιστορική βάση της αγωγής μου, που θεμελίωνε αυτοτελώς τα αιτήματά για άρση της προσβολής με την αποστολή αποκαταστατικής δήλωσης προς την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και την Ιερά Σύνοδο και για παράλειψη της προσβολής της προσωπικότητάς μου με ανάλογες πράξεις στο μέλλον με την απειλή σε βάρος των εναγομένων χρηματικής ποινής 3.000 ευρώ για κάθε παραβίαση της διάταξης αυτής".
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 834/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τον παραπάνω λόγο της έφεσης, δεχόμενο ότι : "...από την ίδια τη διατύπωση του υπό στοιχείο (β) αιτήματος της αγωγής ο ενάγων θεμελιώνει τη προσβολή της προσωπικότητάς του όχι στα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω δεύτερη επιστολή και στην αποστολή της στον Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος, αλλά στη δημοσίευση αυτής (δεύτερης επιστολής) στο επίσημο περιοδικό του Πατριαρχείου "ΝΕΑ ΣΙΩΝ".
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τον νόμο και δεν εξέτασε τους διαλαμβανόμενους στην δεύτερη ....2006 επιστολή, καθώς ως προς το μέρος αυτό έκρινε ότι η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος θεμελιώνεται σε προσβολή της προσωπικότητάς του διά του τύπου και διέταξε τον χωρισμό της υπόθεσης".
Με τον προαναφερόμενο λόγο της έφεσης ο ενάγων (αναιρεσείων), χωρίς να παραπονείται για τον χωρισμό της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε τη βάση της αγωγής του, που στηριζόταν στην προσβολή της προσωπικότητάς του από τα διαλαμβανόμενα στην ....2006 επιστολή.
Το Εφετείο, όπως και πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας ορθά, το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής (βλ.σελ.21: "...των προσβλητικών ισχυρισμών της δημοσιευθείσας δεύτερης επιδίκου επιστολής στο Περιοδικό", σελ.27: "μου απέκλεισαν τη δυνατότητα διορισμού αφού αν δεν είχε δημοσιευθεί η επίδικη επιστολή θα είχα διορισθεί σε κάποια από τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος ή του Εξωτερικού..", σελ.32 : "η πρόσδοση δημοσιότητας εκ μέρους των εναγομένων στις αναίτιες αιτιάσεις του τρίτου ενώπιον αναγνωστών, όπου κυκλοφορεί το Περιοδικό "Νεα Σιών" σελ.33:"υπέστην και περαιτέρω περιουσιακή ζημία εξατίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου και τρίτου, την οποία προξένησε η παράλειψη του διορισμού μου ως εφημερίου...", σελ.35 : "...
οι εναγόμενοι δια της προμνησθείσας δημοσίευσης της επιδίκου επιστολής μου προξένησαν ηθική βλάβη....", σελ.41 " αιτούμαι την καταδίκη των εναγομένων σε άρση της προεκτεθείσας προσβολής της προσωπικότητας μου, που προεκλήθη δια της δημοσιεύσεως της επιδίκου επιστολής,..... την καταδίκη στην καταβολή της περιουσιακής μου ζημίας 82.100 ευρώ"), έκρινε ότι σχετικά με τα διαλαμβανόμενα στην ....2006 επιστολή η προσβολή της προσωπικότητας ενάγοντος (αναιρεσείοντος), προκλήθηκε με τη δημοσίευση της επιστολής αυτής στο περιοδικό "ΝΕΑ ΣΙΩΝ" και ότι η στηριζόμενη στην προσβολή αυτή αγωγική βάση είχε χωρισθεί και παραπεφθεί για να δικασθεί με άλλη διαδικασία.
Ακολούθως, απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης, με την αιτιολογία ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε τους διαλαμβανόμενους στην δεύτερη ....2006 επιστολή ισχυρισμούς, καθώς ως προς το μέρος αυτό η αγωγή είχε χωρισθεί.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο εισαχθέν ενώπιόν του αίτημα, αφού απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης και επομένως ο περί του αντιθέτου έκτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) , όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.4.2022 αίτηση του Χ. (κατά κόσμον Μ.) Μ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 834/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ