Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of lawyer fee offset claim due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final appellate court decision dismissing a claim for offsetting lawyer fees. The appellants argued that the lower court failed to prove the defendant actually received the disputed funds, relying instead on a hypothetical assumption that a bank card was used. The court found the appellate court's reasoning insufficient and speculative regarding the actual receipt of money, violating the requirement for adequate justification in civil procedure. Consequently, the appeal was accepted regarding the specific offset claim, the case was remitted for retrial, and the defendants were ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must provide concrete evidence of fund receipt to establish offset; mere possession of a payment instrument does not prove actual collection, and speculative reasoning regarding usage constitutes a procedural defect warranting remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1404/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ι. Κ.-Φ. του Η., κατοίκου …….., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και 2) Κ. Φ. του Α., κατοίκου ..., δικηγόρου και νυν συμβολαιογράφου, που παραστάθηκε μετά της ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Χ. Μ. του Α., 2) Ε. Δ. του Κ. κατοίκων ... και 3)Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γιαννάτου, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 111/2017 μη οριστική και 219/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1831/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η 1η αναιρεσείουσα και η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 01.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης 727/68/01.02.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα διαφορών για τις αμοιβές δικηγόρων, 1831/02.04.2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.03.2020 (και με αριθμό κατάθεσης 23840/1746/2020) έφεση των ήδη αναιρεσειουσών και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 10.01.2020 (και με αριθμό κατάθεσης 35496/2360/2020) έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 219/2018 οριστικής και της προηγηθείσας 111/2017 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε τις ως άνω αποφάσεις (ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους), εκ των οποίων η οριστική (219/2018) είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10.02.2017 (και με αριθμό κατάθεσης 506322/40/2017) αγωγή των αναιρεσειουσών κατά (μεταξύ των άλλων) των αναιρεσιβλήτων, περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση τα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων όρια αμοιβών για τις διενεργηθείσες από αυτές επί μέρους δικαστικές ενέργειες, όπως εξειδικεύονται, και για την κάλυψη δαπανών, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή (ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους) ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 και 91 παρ. 1 του ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσης της σχέσης αυτού με τον εντολέα του, ως κατ' εξοχήν σχέσης εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ' αυτόν εντολή ή ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα και β) δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή του τελευταίου, ή έγιναν αποδεκτές ή εγκρίθηκαν εκ των υστέρων απ' αυτόν (ΑΠ 425/2020, ΑΠ 175/2018, ΑΠ 1031/2008).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ. 25/2003, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 231/2016).
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 231/2019). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο μη νόμιμος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2016, ΑΠ 291/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής ενδιαφέροντα την αναιρετική δίκη που αφορούν την πρώτη αναιρεσείουσα και τους αναιρεσίβλητους: Με την από 10.02.2017 (και με αριθμό κατάθεσης 506322/40/2017) ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στις 17-11-2009, οι, τρεις πρώτοι εκ των εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητοι της ανέθεσαν, προφορικά, την εντολή άσκησης αγωγής για τις απαιτήσεις τους, από τον θάνατο σε αυτοκινητικό ατύχημα της Δ.
Μ., θυγατέρας του πρώτου και δεύτερης αυτών, αδελφής του τρίτου και εγγονής από τη μητρική γραμμή της Ν. Ρ. [η οποία απεβίωσε στις ... και υπεισήλθε στην δικονομική της θέση μεταξύ των άλλων (κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδος, και δη το ήμισυ αυτής) το τέκνο της, 2η των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων] και ότι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, άσκησε αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 09.02.2010 (αριθμ εκθ κατ. 32361/1421/2010) αγωγή αυτών κατά του οδηγού του αυτοκινήτου όπου επέβαινε η θανούσα, του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου αυτού, της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο αυτό και του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (ως ευθυνόμενου για ζημία εξ ατυχήματος του οποίου ο επέχων ευθύνη παραμένει άγνωστος), αιτούμενη το ποσό των 300.000 ευρώ και 5.793,50 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα για την ψυχική του οδύνη και τα έξοδα κηδείας αντιστοίχως, των 300.000 ευρώ για την ψυχική οδύνη της δεύτερης ενάγουσας, των 200.000 ευρώ για την ψυχική οδύνη του τρίτου και των 100.000 ευρώ για την ψυχική οδύνη που υπέστη η τότε αρχική διάδικος Ν.
Ρ., η οποία (αγωγή), αφού συζητήθηκε στις 15-05-2011, οπότε η πρώτη αναιρεσείουσα κατέθεσε προτάσεις, απορρίφθηκε με την 1434/2012 απόφαση για τυπικό λόγο και συγκεκριμένα ως απαράδεκτη λόγω της σώρευσης αγωγών υπό αίρεση (απαγορευμένης επικουρικής εναγωγής προσώπων), καθώς το τέταρτο εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ενάγετο υπό την αίρεση της απορρίψεως της αγωγής ως προς τους λοιπούς εναγομένους, και στη συνέχεια, μετά την τελεσιδικία της άνω απόφασης, η πρώτη αναιρεσείουσα, άσκησε, ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, τη (δεύτερη κατά σειρά) από 14-05-2012 (αριθμ.
εκθ. κατ. 87390/3072/2012) αγωγή, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και τα ίδια αιτούμενα ποσά, των ίδιων (μεταξύ των άλλων) τότε εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά των ίδιων ως άνω αντιδίκων τους, πλην του Επικουρικού Κεφαλαίου (το οποίο προσεπικάλεσαν όμως οι τελευταίοι), επί της οποίας, συζητηθείσης στις 26-10-2012 οπότε η πρώτη αναιρεσείουσα κατέθεσε προτάσεις, εκδόθηκε η 21/2014 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που έκανε, εν μέρει, δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στους ανωτέρω εντολείς της τα αναφερόμενα ποσά (τα οποία, σημειωτέον ότι κατά τα ιστορούμενα παρέμειναν τα ίδια και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, επί των οποίων παραστάθηκε η δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη αναιρεσείουσα κατ' εντολή των εκ των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς η πρώτη αυτών είχε υποστεί σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα) και ότι, οι εναγόμενοι εντολείς της, παρά την είσπραξη εκ μέρους τους των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών, δεν της κατέβαλαν (ούτε στη δεύτερη ενάγουσα) τη νόμιμη αμοιβή της και τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, που κατά τη συμφωνία τους θα τα κατέβαλαν σ' αυτή (πρώτη ενάγουσα), η οποία θα κατέβαλε τα έξοδα όλων των διαδικασιών, όπως και έπραξε, και ζήτησε (η πρώτη ενάγουσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση εκάστου των εναγομένων να της καταβάλει την ελάχιστη νόμιμη κατά τον Κώδικα περί των Δικηγόρων αμοιβή της για κάθε δικαστική ενέργεια, και συγκεκριμένα, 2% επί του αιτούμενου αγωγικού ποσού αναφορικά με τον καθένα εξ αυτών για τη σύνταξη εκάστης αγωγής (ήτοι της απορριφθείσας για τυπικό λόγο πρώτης αγωγής και της εγερθείσης εκ νέου όμοιας δεύτερης αγωγής) και 1% επί του αιτούμενου αγωγικού ποσού αναφορικά με τον καθένα εξ αυτών για τη σύνταξη των προτάσεων εκάστης αγωγής κατά τη συζήτηση καθεμιάς εξ αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως μετά από μαθηματικό υπολογισμό εξειδικεύτηκαν τα ποσά για κάθε ένα των τριών πρώτων εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 111/2017 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους (1ο, 2η και 3ο) εναγομένους, προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα έγγραφα της τράπεζας εν σχέσει με το αναφερόμενο δεύτερο σκέλος της ένστασης εξοφλήσεως και, μεταξύ των άλλων:
α) έκρινε ότι η ενάγουσα (πρώτη) δεν δικαιούται τα αιτούμενα κονδύλια για επιδίκαση αμοιβής για την άσκηση αμφοτέρων των αγωγών [ήτοι της από 09.02.2010 (αριθμ εκθ κατ. 32361/1421/2010) αγωγής (πρώτης κατά σειρά) επί της οποίας εκδόθηκε η 1434/2012 απόφαση η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω επικουρικής εναγωγής προσώπων και της από 14-05-2012 (αριθμ.
εκθ. κατ. 87390/3072/2012) αγωγής (δεύτερης κατά σειρά) επί της οποίας εκδόθηκε η 21/2014 απόφαση η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδικάστε στους τότε ενάγοντες ήδη εναγομένους-αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα εκεί ποσά] με την αιτιολογία ότι δεν δικαιούται αμοιβή για τις αγωγές αυτές τις οποίες δεν κατέθεσε η ίδια, αφού ναι μεν η πρώτη ενάγουσα συνέταξε και υπέγραψε τις εν λόγω αγωγές, όμως τις κατέθεσε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι αυτή αλλά άλλος, διαφορετικός, δικηγόρος, με αποτέλεσμα να εκλείπει η ολοκληρωμένη από την ίδια ενέργεια που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση της αμοιβής της, και β) έκρινε ότι δικαιούται η πρώτη ενάγουσα αμοιβής για την κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτηση αμφοτέρων των άνω αγωγών και κρίθηκαν (κατ' αρχήν) ουσιαστικά βάσιμα τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια [σημειωτέον ότι εν συνεχεία κρίθηκε εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη ένσταση εξοφλήσεως (το αναφερόμενο πρώτο σκέλος αυτής) των εκ των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων], υπολογιζόμενα όμως όχι επί του αγωγικού αιτήματος, το οποίο κρίθηκε ότι ήταν προφανώς εξογκωμένο, διόγκωση την οποία μπορούσε να αντιληφθεί η πρώτη ενάγουσα καταβάλλοντος την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τη νομική της κατάρτιση και εμπειρία, αλλά με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου των αγωγών, την οποία προσδιόρισε στο συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ, το οποίο επιμεριζόμενο στους εναγομένους ανέρχεται σε 150.000 ευρώ για καθένα των πρώτου και δεύτερης, 120.000 ευρώ για τον τρίτο και 26.000 ευρώ για τους υπόλοιπους, μεταξύ των οποίων η κληρονομούμενη από τη δεύτερη εναγομένη κατά το ήμισυ Ν.
Ρ. [δηλαδή έκρινε ότι δικαιούται η πρώτη ενάγουσα 1% επί της καθορισθείσας πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής αναφορικά με τον καθένα των εκ των εναγομένων αναιρεσιβλήτων για τις από 05.05.2011 προτάσεις κατά την εκδίκαση της πρώτης από 09.02.2010 (αριθμ εκθ κατ. 32361/1421/2010) αγωγής που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και 1% επί της ως άνω καθορισθείσας πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής αναφορικά με τον καθένα των εκ των εναγομένων αναιρεσιβλήτων για τις από 30.10.2012 προτάσεις κατά την εκδίκαση της δεύτερης από 14.05.2012 (αριθμ.
εκθ. κατ. 87390/3072/2012) αγωγής που έγινε εν μέρει δεκτή]. Τα ως άνω ενσωματώθηκαν και στην οριστική 219/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών τόσο οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες την από 12.03.2020 (και με αριθμό κατάθεσης 23840/1746/2020) έφεσή τους όσο και οι τρεις πρώτοι των εναγομένων ήδη αναιρεσίβλητοι την από 10.01.2020 (και με αριθμό κατάθεσης 35496/2360/2020) έφεσή τους.
Με το δικόγραφο της έφεσης η πρώτη ενάγουσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, παραπονείται, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αυτής για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η ενάγουσα αυτή δεν δικαιούται αμοιβής από τους ήδη αναιρεσίβλητους για τη σύνταξη και υπογραφή της πρώτης, από 09.02.2010 (αριθμ εκθ κατ. 32361/1421/2010) αγωγής, και την εντεύθεν απόρριψη του σχετικού κονδυλίου.
Το Εφετείο, που συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις, με την αναιρεσιβαλλόμενη (1831/2021) απόφασή του έκρινε, μεταξύ των άλλων, ότι η πρώτη ενάγουσα δικαιούται αμοιβής για τη σύνταξη της δεύτερης αγωγής και των προτάσεων που κατέθεσε επ' αυτής, ενώ δεν απάντησε στον ανωτέρω λόγο έφεσης με τον οποίο η πρώτη ενάγουσα παραπονείτο, για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι δεν δικαιούτο αμοιβής από τους ήδη αναιρεσίβλητους για τη σύνταξη και υπογραφή της πρώτης αγωγής, καθώς επίσης δεν επιδίκασε στην ανωτέρω ενάγουσα αμοιβή για την κατάθεση προτάσεων επί της αγωγής αυτής (πρώτης).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ εκ του ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω πρώτο λόγο έφεσής τους με τον οποίο παραπονούντο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν επιδίκασε στην πρώτη εξ αυτών την αιτούμενη με την αγωγή ελάχιστη νόμιμη (δικηγορική της) αμοιβή για την άσκηση της αρχικής (πρώτης) από 09.02.2010 (αριθμ εκθ κατ. 32361/1421/2010) αγωγής που άσκησε για λογαριασμό των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς επίσης δεν της επιδίκασε την αιτούμενη με την αγωγή ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για την κατάθεση προτάσεων επί της πρώτης αυτής αγωγής (παρόλο που πρωτοδίκως της είχε επιδικαστεί σχετικό ποσό).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στην πρώτη ενάγουσα (δικηγορική) αμοιβή για την άσκηση (για λογαριασμό των ήδη αναιρεσιβλήτων) της αρχικής (πρώτης) από 09.02.2010 (αριθμ εκθ κατ. 32361/1421/2010) αγωγής, που επαναφέρετο με τον άνω λόγο έφεσης, και για τη σύνταξη των προτάσεων επ' αυτής, δεν ήταν νόμιμο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ο δικηγόρος, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ' αυτόν εντολή και για εκείνες που δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του, όπως εν προκειμένω, όπου η ανωτέρω (πρώτη) αγωγή δεν ήταν ενδεδειγμένη αφού ασκήθηκε με εσφαλμένο δικονομικό τρόπο και ως εκ τούτου απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως απαράδεκτη λόγω απαγορευμένης επικουρικής εναγωγής προσώπων και εν συνεχεία ασκήθηκε κατά των αυτών προσώπων [πλην του προσώπου που υπήρξε αιτία δημιουργίας του ανωτέρω απαράδεκτου], με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα η δεύτερη αγωγή, που κρίθηκε στην ουσία της (και μάλιστα έγινε εν μέρει δεκτή), ούτε εξάλλου η αγωγή αυτή (πρώτη) περιλαμβάνετο στη δοθείσα από τους αναιρεσίβλητους εναγομένους στην πρώτη ενάγουσα εντολή, η οποία, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, συνίστατο στην άσκηση αγωγής για τις απαιτήσεις από το θάνατο της συγγενούς τους (αναιρεσιβλήτων), ήτοι άσκησης αγωγής με ορθό (τουλάχιστον) δικονομικό τρόπο που θα οδηγούσε στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους (όπως άλλωστε ήταν η δεύτερη αγωγή, για τη σύνταξη της οποίας και τις προτάσεις επ' αυτής εξάλλου κρίθηκε ότι η ανωτέρω ενάγουσα δικαιούται αμοιβής), και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, επί μη νομίμου ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αφού ο μη νόμιμος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ.1, 102 και 107 του ν.δ/τος. 3026/1934 (Κώδικα περί Δικηγόρων - που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων) προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του Κώδικα Δικηγόρων.
Η εν λόγω ένσταση έχει ως βάση, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, διότι στην περίπτωση αυτή υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος ως προς την απόληψη αμοιβής, την οποία θέλει να αντιμετωπίσει η ανωτέρω διάταξη, οπότε ο καθορισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων.
Ο αντίδικος του εναγομένου μπορεί με σχετική του αντένσταση, προς απόκρουση της ενστάσεως εκ του άνω άρθρου 102 του Δικηγορικού Κώδικα, να ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής ο ίδιος ο πληρεξούσιος δικηγόρος, ως συντάκτης της τελευταίας, συμμορφώθηκε προς έγγραφη εντολή του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του (ΑΠ 264/2017, ΑΠ 122/2015, ΑΠ 538/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1556/2018,ΑΠ 618/2018), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2020.
ΑΠ 618/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο τμήμα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη ισχυρισμό ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο και εντεύθεν έπρεπε να καθοριστεί η αμοιβή τους όχι με βάση το αίτημα της αγωγής αλλά με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ, ήτοι 155.000 ευρώ για τον πρώτο των εναγομένων (εντολέων τους), 150.000 ευρώ για τη δεύτερη, 120.000 ευρώ για τον τρίτο και 26.000 ευρώ για την κληρονομηθείσα από τη δεύτερη Ν.
Ρ., παρά το ότι δεν προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός από τους αναιρεσίβλητους εναγομένους. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι τόσο στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη 111/2017 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, όσο με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλλαν την ένσταση του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων ισχυριζόμενοι ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί η πρώτη ενάγουσα δικηγόρος τους, που συνέταξε την αγωγή, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, και ότι η πραγματική αξία της αγωγής βάσει της οποίας θα έπρεπε να καθοριστεί η δικηγορική, αυτής ως και της δεύτερης ενάγουσας, αμοιβή ανήρχετο για έκαστο εναγόμενο στο ποσό των 50.000 ευρώ (ήτοι μικρότερο του προσδιορισθέντος με την αναιρεσιβαλλομένη).
Τον ισχυρισμό τους αυτό προέβαλλαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι και ενώπιον του Εφετείου τόσο με την έφεσή τους όσο και με τις προτάσεις τους επ' αυτής, αλλά και εκείνες σε αντίκρουση της έφεσης των αντιδίκων τους. Με το δεύτερο τμήμα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι παρά τον νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα με το δεύτερο λόγο έφεσής τους που συνίστανται στο ότι: 1. η εκκαλούμενη μη οριστική (111/2017) απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στα πλαίσια της κρίσης της περί προφανώς εξογκωμένου του αιτήματος της αγωγής που μπορούσε να διαγνώσει η συντάξασα αυτήν, για λογαριασμό των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, πρώτη ενάγουσα δικηγόρος (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) αναφέρει εσφαλμένως ότι "δεν γίνεται μνεία από τις ενάγουσες ότι ερεύνησαν την οικονομική δυνατότητα των υπόλοιπων ευθυνόμενων (οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου), ώστε να ικανοποιηθούν (ενν.
οι ήδη αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι - τότε παθόντες και εντολείς τους) από αυτούς κατά το υπερβάλλον όριο ευθύνης αποζημίωσης της ασφαλιστικής εταιρίας", και τούτο διότι το ύψος των αιτούμενων ποσών σε αυτοκινητικές αγωγές προς αποκατάσταση ψυχικής οδύνης δεν προσδιορίζεται με βάση την οικονομική επιφάνεια της ασφαλιστικής εταιρίας που ασφαλίζει το ζημιογόνο όχημα καθόσον η ευθύνη της είναι εγγυητική, αλλά προσδιορίζεται με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των ευθυνομένων φυσικών προσώπων (οδηγού και ιδιοκτήτη ζημιογόνου αυτοκινήτου), 2.
οι αναιρεσίβλητοι έδωσαν εντολή στην πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) να ζητήσει τα αιτούμενα ποσά (ενν. για ψυχική οδύνη) και από την άσκηση της αγωγής (ενν. της αυτοκινητικής) μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, ήτοι επί μία πενταετία, ουδέποτε της ζήτησαν να περιορίσει τα αιτούμενα ποσά ως δήθεν εξωπραγματικά και 3.
η μη οριστική (111/2017) απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε διαφορετικά για τους ερημοδικασθέντες ομοδίκους των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων και υπολόγισε γι' αυτούς τα επιδικασθέντα ποσά με βάση το αγωγικό αίτημα και δεν μείωσε τη βάση υπολογισμού αυτών ως εξογκωμένη όπως έπραξε για τους παρισταμένους αναρεσίβλητους.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες στους ανωτέρω αριθμούς 1 και 2 δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, καθώς, επί της ένδικης αγωγής των δικηγόρων για καταψήφιση της ελάχιστης νόμιμης κατά Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/μα 3026/1934) αμοιβής για σύνταξη αγωγής και προτάσεων, όπου έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας η εκ του άρθρου 102 του αυτού Κώδικα ένσταση των εναγομένων περί προφανώς εξογκωμένου του αγωγικού αιτήματος, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, τα επικαλούμενα ανωτέρω στον αριθμό 1 συνιστούν αιτιολογίες και επιχειρήματα της απόφασης κατά την παραδοχή της εκ του άρθρου 102 του Δικηγορικού Κώδικα, ενστάσεως, τα δε επικαλούμενα ανωτέρω στον αριθμό 2 συνιστούν άρνηση της εν λόγω ενστάσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι η δικηγόρος συμμορφώθηκε προς "έγγραφη" εντολή των εντολέων της - αναιρεσιβλήτων, όπως απαιτεί το ανωτέρω άρθρο 102 του Δικηγορικού Κώδικα ώστε να θεμελιώσει αντένσταση, προς απόκρουση της άνω ενστάσεως, αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι οι τελευταίοι της έδωσαν εντολή (χωρίς να επικαλείται ότι η εντολή αυτή ήταν "έγγραφη") να ζητήσει τα αιτούμενα ποσά' ενώ τα προβαλλόμενα με τον ανωτέρω αριθμό 3 είναι απαράδεκτα ως αλυσιτελή, ενόψει του ότι οι ερημοδικαθέντες απλοί ομόδικοι των τριών πρώτων εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν προέβαλαν την εκ του άρθρου 102 του Δικηγορικού Κώδικα ένσταση περί εξογκωμένου αιτήματος, όπως έπραξαν οι αντιμωλία δικαζόμενοι απλοί ομόδικοί τους άνω τρεις πρώτοι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι, και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1199/2018).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1592/1018).
Δηλαδή ιδρύεται, ο άνω αναιρετικός λόγος, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο τμήμα αυτού, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες οι, από το άρθρο 559 αρ 10 και 12 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος εν σχέσει με την αποδοχή του πρώτου σκέλους της ένστασης εξοφλήσεως δια καταβολής ποσών 4.070 και 3.458 ευρώ αφενός δέχθηκε ως αληθείς τους προβληθέντες από τους τρεις πρώτους εναγομένους ήδη αναιρεσίβλητους προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεώς τους ισχυρισμούς χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη και αφετέρου προσέδωσε στην ανωμοτί εξέταση του πρώτου εναγομένου, που εξετάστηκε πρωτοδίκως, αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά τον νόμο, θεωρήσασα αυτή ως πλήρες αποδεικτικό μέσο.
Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης πέραν της μεταξύ τους αντιφατικότητας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενόψει του ότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των, ενώπιόν του, επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, και δη των καταθέσεων του μάρτυρος των εναγουσών και του πρώτου εναγομένου, που περιέχονται στα πρακτικά της 111/2017 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ανωτέρω ένσταση καταβολής "ότι η ασφαλιστική εταιρία "...." κατέθεσε, στις 6/2/2014, στον κοινό λογαριασμό του πρώτου με τον τρίτο εναγόμενο στην Τράπεζα ...
το ποσό των 25.458,96 ευρώ, καθώς και το ίδιο αυτό ποσό στον κοινό λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης με τον τρίτο εναγόμενο στην άνω Τράπεζα, ενώ, επίσης, στις 6/2/2014, έλαβε χώρα ανάληψη μετρητών 8.458,96 ευρώ, από τον παραπάνω λογαριασμό του πρώτου εναγομένου και 4.070 ευρώ από τον άνω λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, όπως προέκυψε, δε, από την κατάθεση του πρώτου εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου - η οποία συνεκτιμάται με τους ως ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς, που επισκοπήθηκαν -, στις 6/2/2014, κατέβαλαν σε μετρητά στην πρώτη ενάγουσα, έναντι της αμοιβής της, η δεύτερη εναγομένη το αναληφθέν ποσό των 4.070 ευρώ και ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 3.458 ευρώ, δίχως να λάβουν απόδειξη, αφού την εμπιστεύτηκαν, η κατάθεση, δε, αυτή κρίνεται αληθής (και) από το παρόν Δικαστήριο" και επομένως προκύπτει αφενός ότι, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω ένσταση καταβολής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, και εντεύθεν δε δύναται να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠολΔ και αφετέρου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην εξέταση του πρώτου εναγομένου, που εξετάστηκε ανωμοτί πρωτοδίκως, αυξημένη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που έχει κατά νόμο, αλλά απλώς εκτιμώντας, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα κατά το νόμο ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, ελεύθερα, απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στην ως άνω ανωμοτί κατάθεση του πρώτου εναγομένου την οποία συνεκτίμησε και με τις λοιπές αποδείξεις και ιδίως με τους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς και επομένως δεν δύναται να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ 12 ΚΠολΔ.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, στην πραγματικότητα υπό την επίφαση προβολής των αναιρετικών αυτών λόγων επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων εν σχέσει με την ανωτέρω ένσταση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 74/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή.
Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 653/2022, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 326/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, που αφορά το δεύτερο σκέλος της ενστάσεως εξοφλήσεως (ποσών 12.877, 12.767 και 9.385 ευρώ) ότι "μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 924/2016 απόφασης του Εφετείου [εννοεί επί της αυτοκινητικής αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων (τριών πρώτων εναγομένων), εντολέων των ήδη αναιρεσειουσών εναγουσών], η άνω ασφαλιστική εταιρία (του ζημιογόνου αυτοκινήτου "....") μετέφερε στις 31/5/2016, το ποσό των 97.277,93 ευρώ στον κοινό λογαριασμό του πρώτου με τον τρίτο εναγόμενο και τα ποσά των 8.906,99 και 89.069,87 ευρώ στον κοινό λογαριασμό της δεύτερης με τον τρίτο εναγόμενο, εν συνεχεία, δε, την ίδια ημέρα, έλαβε χώρα μεταφορά σε λογαριασμό ποσού 12.877 ευρώ από τον πρώτο των ανωτέρω λογαριασμών, καθώς και ποσού 12.767 ευρώ από τον δεύτερο αυτών, ενώ, όπως προκύπτει από άλλον κοινό λογαριασμό του τρίτου και της δεύτερης των εναγομένων στην Τράπεζα ..., στις 31/5/2016, έλαβε χώρα μεταφορά από λογαριασμό ποσών 71.355,90, 4.500 ευρώ και 5.000 ευρώ, καθώς και μεταφορά σε λογαριασμό ποσού 9.385 ευρώ, σύμφωνα, δε, με τον ισχυρισμό των τριών πρώτων εναγομένων, τα άνω ποσά των 12.877, 12.767 και 9.385 ευρώ τα μετέφεραν σε νέο λογαριασμό, που άνοιξε στο όνομά της η δεύτερη εναγομένη καθ' υπόδειξη της πρώτης ενάγουσας, στην οποίαν και παρέδωσε το βιβλιάριο του λογαριασμού αυτού, την κάρτα ανάληψης χρημάτων και το PIN, ώστε να μπορεί να τα αναλάβει η ίδια, ο ισχυρισμός, δε, αυτός ενισχύεται από ιδιόχειρο σημείωμα της πρώτης ενάγουσας, που έχει αναγνωριστεί, στο οποίο, κατά τον υπολογισμό των ποσών που της οφείλονται, αναφέρονται και τα παραπάνω ποσά των 12.877 και 9.385 ευρώ, επακριβώς, κυρίως, όμως, ο υπ' όψιν ισχυρισμός των εναγομένων επιβεβαιώνεται εκ του ότι η πρώτη ενάγουσα, πράγματι, κατείχε την εν λόγω κάρτα, γεγονός που δεν αρνείται, μεν, υποστηρίζει, ωστόσο, ότι ουδέποτε τη χρησιμοποίησε, όπερ, βέβαια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό από το παρόν Δικαστήριο, διότι ουδείς λόγος υπήρχε να έχει λάβει την κάρτα ή μη μόνον για να τη χρησιμοποιήσει".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση αυτή εξοφλήσεως και εντεύθεν την έφεση των τριών πρώτων εκ των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της οριστικής (219/2018) αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένσταση αυτή και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειουσών - εναγουσών ως ουσιαστικά βάσιμη, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή απέρριψε την αγωγή ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο των εναγομένων ήδη αναιρεσίβλητους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στις ουσιαστικές του αυτές παραδοχές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, διότι δεν εξειδικεύει αν όντως η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε εκ του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού, που άνοιξε η δεύτερη εναγομένη στο όνομά της, καθ' υπόδειξη αυτής (πρώτης ενάγουσας), τα ανωτέρω χρηματικά ποσά των 12.877, 12.767 και 9.385 ευρώ και πότε ακριβώς.
Μόνον δε η παράδοση του βιβλιαρίου του λογαριασμού αυτού της δεύτερης εναγομένης, της κάρτας ανάληψης χρημάτων και του προσωπικού αριθμού αναγνώρισης (PIN, ακρωνύμιο του αγγλικού Personal identification number) στην πρώτη ενάγουσα ώστε να μπορεί να τα αναλάβει, δεν συνεπάγεται και ότι όντως αυτή ανέλαβε (εισέπραξε) τα ποσά αυτά ώστε να επέλθει απόσβεση της ενοχής κατά το άρθρο 416 ΑΚ, καθώς (μόνον η ανωτέρω παράδοση καθεαυτή) δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ και εντεύθεν δεν επέρχεται απόσβεση της ενοχής, παρά μόνο με την πραγματική είσπραξη του αντίστοιχου ποσού.
Η αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι "ουδείς λόγος υπήρχε να έχει λάβει (η πρώτη ενάγουσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) την κάρτα ή μη μόνον για να τη χρησιμοποιήσει" συνιστά υποθετική κρίση του εφετείου και όχι βεβαιότητα χρησιμοποίησης αυτής και ανάληψης των συγκεκριμένων ποσών, συντείνοντας έτσι την ασάφεια των αιτιολογιών και δημιουργώντας αμφιβολίες ως προς την είσπραξη (ή μη) των ανωτέρω ποσών.
Έτσι το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, περιέχοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικά με τη συνδρομή (ή μη) των όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ, περί απόσβεσης της ενοχής με καταβολή, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα δεύτερο τμήμα αυτού που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εν σχέσει με το δεύτερο σκέλος της ενστάσεως εξοφλήσεως (ποσών 12.877, 12.767 και 9.385 ευρώ), η εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει την απόφαση στο σύνολό της ως προς το εν λόγω σκέλος της ένστασης αυτής, ώστε οι λοιποί λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο σκέλος αυτό, να αποβαίνουν αλυσιτελείς και να παρέλκει η έρευνά τους.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατ' αποδοχή του ανωτέρω λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όμως κατά το μέρος της αναφορικά με το άνω δεύτερο σκέλος της ενστάσεως εξοφλήσεως (ποσών 12.877, 12.767 και 9.385 ευρώ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1831/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ