Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on maritime management contract validity and ship ownership transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a maritime management contract. The appellant argued the lower court failed to properly distinguish between a company and its Greek branch, but the court found the reasoning sufficient. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; The court held that an appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and the facts are clearly established, rendering the appeal without basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1404/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Λ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καϊσίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) εταιρείας με την επωνυμία NAVARRO SHIPPING INC, που εδρεύει στις νήσους Μάρσαλ, με πραγματική όμως έδρα στον Πειραιά, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Λ. του Γ., κατοίκου …, 3) Β. Ι. του Σ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Σ. Ι. του Β., κατοίκου εν ζωή … και 4) Α. Ι. του Σ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Σ. Ι. του Β., κατοίκου εν ζωή …. Εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βαλσαμή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:
4700/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2016 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε η από 13-9-2016 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 310/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 15-6-2020 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987, ΑΠ 598/2020, ΑΠ 432/2020, ΑΠ 47/2018). Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 269/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 28.11.2011 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στράφηκε κατά των: 1) εταιρείας με την επωνυμία "NAVARRO SHIPPING INC", 2) Π.
Λ. του Γ. και 3) Σ. Ι. του Β. ζητώντας να του καταβάλουν, κατά τις επικαλούμενες νομικές διατάξεις, η πρώτη εναγόμενη, αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία λειτουργούσα στην Ελλάδα ως ομόρρυθμη εν τοις πράγμασι εταιρεία και οι δεύτερος και τρίτος ως μέλη του ΔΣ και συνδιαχειριστές αυτής, σε ολόκληρο καθένας τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, προερχόμενα από τα κέρδη της εταιρείας, τα οποία του όφειλαν εκ της ιδιότητάς του ως μετόχου αυτής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4700/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία την απέρριψε για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά την πρώτη και ως ουσιαστικά αβάσιμη όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους. Ο ενάγων άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 269/26.5.2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων ενώ, εκτιμώντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη, δέχτηκε την έφεση ως προς αυτήν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που αφορούσε την εν λόγω εναγομένη, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 13/9/2016 αίτηση αναίρεσης, κατά την εκδίκαση της οποίας (25.9.2017) δηλώθηκε ο θάνατος του τρίτου αναιρεσίβλητου, το δε δικαστήριο με σημείωση του Προέδρου του στο οικείο πινάκιο αποφάνθηκε υπέρ της βίαιης διακοπής της δίκης. Μετά την επαναφορά, με κλήση, της υπόθεσης για περαιτέρω συζήτηση, εκδόθηκε η με αριθμό 310/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανακάλεσε την ως άνω μη οριστική απόφαση περί βίαιης διακοπής της δίκης, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων αυτής και συγκεκριμένα επειδή δεν αναφερόταν, τόσο στο δικόγραφο της αναίρεσης όσο και σε αυτό της κλήσης, ότι ο αναιρεσείων αγνοούσε τον επισυμβάντα, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της αναίρεσης, θάνατο του αντιδίκου του.
Με το σκεπτικό αυτό διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, Ήδη, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 13-9-2016 αναίρεση, με την από 15-6-2020 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος, στην οποία αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων αγνοούσε, κατά την άσκηση της αναίρεσης (15-9-2016), τον θάνατο του τρίτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος αποβίωσε στις 31/7/2016 (βλ.
την από 1/8/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Πειραιώς), κληρονομήθηκε δε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του, τρίτο και τέταρτο των καθ' ων η κλήση εφόσον η σύζυγός του αποποιήθηκε την κληρονομία του (βλ. το με αριθμό πρωτ. …/….-12-2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Πειραιά, τα με αριθμούς 7544/14-12-2017 και 7546/14-12-2019 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά περί μη δημοσίευσης διαθήκης και περί μη αποποίησης κληρονομιάς του τρίτου και τέταρτου των καθ' ων η κλήση, την με αριθμό πρωτ.
…/….-11-2016 δήλωση αποποίησης κληρονομιάς της Μ. Ι., το με αριθμό 9213/16-12-2017 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής προσβολής κληρονομικού δικαιώματος), οι οποίοι και εμφανίστηκαν στο ακροατήριο χωρίς να αμφισβητήσουν την ιδιότητά τους αυτή ούτε και την άγνοια του αναιρεσείοντος όσον αφορά τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του.
Ως "έδρα" δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν. 791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήταν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.
Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν 27/1975. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ` απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρείες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη "εθνικότητα" ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος.
Αν, συνεπώς, διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, οι δε εταίροι των εταιρειών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012.
Τούτο, όμως, δεν ισχύει, προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιρειών πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων υπό ελληνική σημαία ή πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, δυνάμει αδείας ή τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διαχειρίζοντο γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών εγκατεστημένα εντός της ημεδαπής, δυνάμει ομοίως αδείας, καθόσον, κατά τα παραπάνω, διέπονται ως προς τη σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διεύθυνσης των εταιρικών υποθέσεων.
Η άδεια εγκατάστασης των εταιρειών αυτών, των γραφείων ή των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα, χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου, (Ν. 27/1975) όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 Ν. 814/1978, 77 παρ. 5 Ν. 1892/1990 και 4 Ν. 2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έκτοτε επέρχονται και οι έννομες συνέπειές της.
Σε περίπτωση όμως που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιρειών, οι εταιρείες αυτές, από τη δημοσίευση ομοίως της σχετικής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, επειδή δεν έχουν συσταθεί κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, θεωρούνται κατά τα ανωτέρω ως ομόρρυθμες "εν τοις πράγμασι" και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 (ΟλΑΠ 2/2003, 2/1999, 461/1978, ΑΠ 1183/2019, ΑΠ 803/2010, ΑΠ 812/2008).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ. ΑΠ 10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΑΠ 127/2020, ΑΠ 1074/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 269/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στις 08-10-2007 ιδρύθηκε, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 5 του νόμου περί εμπορικών εταιρειών του έτους 1990 της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ, από την εταιρεία, με την επωνυμία "Majuro Nominees Ltd", η εταιρεία, με την επωνυμία "Navarro Shipping Inc", με καταστατική έδρα στις Νήσους Μάρσαλ και αντικείμενο δραστηριότητας, εκτός άλλων, την απόκτηση, εκμετάλλευση και διαχείριση πλοίων.
Το πρωτότυπο του καταστατικού της καταχωρήθηκε αυθημερόν (08-10-2007) στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών της ανωτέρω Δημοκρατίας, με αριθμό …, και εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό καταθέσεως. Το κεφάλαιο της εταιρείας κατανεμήθηκε σε πεντακόσιες (500) μετοχές, ονομαστικές ή στον κομιστή χωρίς ονομαστική αξία, τις οποίες η εταιρεία εξουσιοδοτήθηκε να εκδώσει.
Πράγματι, εκδόθηκαν, στις 09-10-2007, στον κομιστή, οι εν λόγω μετοχές, οι οποίες περιήλθαν στους δεύτερο και τρίτο από τους εναγόμενους και στον Ε. Μ. του Μ.. Ακολούθως, στις 11-01-2008, αφού οι ανωτέρω είχαν καλύψει την αξία των αντίστοιχων μετοχών, έλαβαν ο δεύτερος εναγόμενος τριακόσιες (300) μετοχές, ο τρίτος εναγόμενος εκατό (100) μετοχές και ο τρίτος των μετόχων εκατό (100) μετοχές.
Στις 06-06-2008, σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, στην οποία παρέστησαν οι ανωτέρω, αποφασίστηκε η ακύρωση των πιστοποιητικών μετοχών, που στο μεταξύ είχαν εκδοθεί και ενσωμάτωναν το σύνολο των μετοχών, και εξουσιοδοτήθηκαν οι πιο πάνω εναγόμενοι να προβούν στην έκδοση στον κομιστή δεκατριών (13) πιστοποιητικών μετοχών ως εξής:
Ένα (01) πιστοποιητικό (Ιa) που θα ενσωμάτωνε διακόσιες (200) μετοχές στον κομιστή, τέσσερα (04) πιστοποιητικά (2a, 3a, 4a & 5a) που θα ενσωμάτωναν πενήντα (50) μετοχές στον κομιστή έκαστο, τρία (03) πιστοποιητικά (6a, 7a & 8a) που θα ενσωμάτωναν είκοσι (20) μετοχές στον κομιστή έκαστο, τρία (03) πιστοποιητικά (9a, 10a & 11a) που θα ενσωμάτωναν δέκα (10) μετοχές στον κομιστή έκαστο και δύο (02) πιστοποιητικά (12a & 13a) που θα ενσωμάτωναν πέντε (5) μετοχές στον κομιστή έκαστο.
Αργότερα, στις 10-06-2008, ο ενάγων κατέστη μέτοχος της εταιρείας κατά ποσοστό 10%, αφού απέκτησε αντίστοιχο αριθμό μετοχών από τους έως τότε μοναδικούς μετόχους και η μετοχική σύνθεση καθορίστηκε σε ποσοστό 56,6% για τον δεύτερο εναγόμενο, σε ποσοστό 16,7% για τον τρίτο εναγόμενο, σε ποσοστό 16,7% για τον Ε. Μ. και σε ποσοστό 10% για τον ενάγοντα.
Προηγουμένως, στις 13-12-2007, παραδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη το Φ/Γ πλοίο, με το όνομα "Bright Star I", σημαίας Παναμά, με αριθμό νηολογίου …-…, ΔΔΣ …., με αριθμό ΙΜΟ …, το οποίο είχε αγοραστεί από την έως τότε κυρία του του εταιρεία, με την επωνυμία "Ionian Bright Star Shipping Corporation S.A." αντί τιμήματος 1.350.000,00 δολαρίων Η.Π.Α. Προηγουμένως στις 28-09-2006,είχε ιδρυθεί ομοιοτρόπως στις Νήσους Μάρσαλ εταιρεία, με την επωνυμία "Liamar S.A.", η οποία περιήλθε στους αρχικούς μετόχους της πρώτης εναγόμενης και η οποία εγκαταστάθηκε νόμιμα στην Ελλάδα, υπαγόμενη στο καθεστώς του άρθρου 25 ν. 27/1975 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 2234/1994, με την υπ' αριθμ. 3122.1/4149/24519/04-01-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην ΕτΚ (τεύχος Β', αριθμ. 41 της 18-01-2008), Στην εταιρεία αυτή ανατέθηκε με απόφαση της διοικήσεως της πρώτης εναγόμενης η διαχείριση του αγορασθέντος, κατά τα ανωτέρω, πλοίου, που μετονομάστηκε σε: "Star I", Για το γεγονός της εκ μέρους της διαχειρίσεως του εν λόγω πλοίου η διαχειρίστρια αυτού εταιρεία υπέβαλλε αρμοδίως (ΥΘΥΝΑΛ/ΔΝΠΑ) κατ' έτος σχετικό πίνακα (βλ.
τρεις πίνακες από τους οποίους προκύπτει ότι το ένδικο πλοίο διαχειρίστηκε η προαναφερόμενη εταιρεία από τις 04-01-2008 έως και τις 04-10-2010), Περαιτέρω, από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι το πλοίο μεταβιβάστηκε, λόγω πωλήσεως, στην εδρεύουσα στο Πράσινο Ακρωτήριο εταιρεία, με την επωνυμία "Moura Company - Transportes Maritimos De Inertes S.A." και παραδόθηκε σ' αυτή στο λιμάνι Μιντέλο της έδρας της αγοράστριας εταιρείας την 01-10-2010, διαγράφηκε δε από το νηολόγιο του Παναμά στις 12-10-2010.
Μετά την πώληση του πλοίου, με την υπ' αριθμ. 3122.1/4149/4/24519/04-11-2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Θαλάσσιων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην ΕτΚ (τεύχος Β', αριθμ, 1783 της 12-11-2010), ανακλήθηκε η εγκρίνασα την εγκατάσταση στην Ελλάδα της εταιρείας, με την επωνυμία "Liamar S.A " κοινή υπουργική απόφαση.
Επομένως, ενόψει των όσων σημειώθηκαν υπό στοιχείο V, κρίνεται ότι ο, παραδεκτά προβληθείς, πρώτος λόγος εφέσεως είναι επιπλέον και βάσιμος και, ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να απορρίψει με την εκκαλούμενη απόφασή του την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως, δήθεν, μη νόμιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και η εκκληθείσα απόφασή του, στο μέρος που αφορά την εναγόμενη αυτή εφεσίβλητη, πρέπει να εξαφανιστεί και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής ως προς αυτή.
Περαιτέρω, ο εκκαλών - ενάγων υπολαμβάνει εσφαλμένα ότι η πρώτη εναγόμενη δεν υπόκειται στο εξαιρετικό καθεστώς που καθιερώνεται με το άρθρο 1 ν. 791/1978 διότι, κατά την εκτίμησή του, η ανάθεση της διαχειρίσεως του ένδικου πλοίου από αυτή στην εταιρεία, με την επωνυμία "Liamar S.A.", δεν ήταν νόμιμη για τον λόγο ότι η σχετική πρόταση δεν έγινε εγγράφως, ενώ εγγράφως δεν έγινε και η αποδοχή της προτάσεως περί αναλήψεως της διαχειρίσεως.
Όμως η ερμηνευτική αυτή εκδοχή του ενάγοντος, που επιχειρείται να βρει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 1§§5 και 6 της, εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 ν. 27/1975, υπ' αριθμ. 1246.3/4/01-12-1994 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην ΕτΚ (φύλλο Β' αριθμ. 919 της 14-12-1994), με την οποία καθοριζόταν κατά το χρονικό σημείο εγκαταστάσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Liamar S.A", στη Χώρα η ακολουθητέα διαδικαστική πορεία, είναι εσφαλμένη διότι με την κ.υ.α.
αυτή δεν ρυθμίζεται ο τρόπος καταρτίσεως της συμβάσεως διαχειρίσεως πλοίου, η οποία καταρτίζεται ατύπως. Άλλωστε από το γεγονός ότι, ενώ στην αρμόδια αρχή είχε γίνει γνωστή η διαχείριση του ένδικου πλοίου από την ανωτέρω εταιρεία (βλ. τους σχετικούς πίνακες) χωρίς να έχουν υποβληθεί έγγραφα αναθέσεως και αναλήψεως της διαχειρίσεως αυτού, ουδεμία κύρωση (διοικητικής ή άλλης φύσεως) είχε επιβληθεί συνάγεται το ασφαλές ερμηνευτικό συμπέρασμα ότι οι προβλέψεις των ανωτέρω παραγράφων ρυθμίζουν αποκλειστικά διαδικαστικά θέματα εγκαταστάσεως των εν λόγω εταιρειών και δεν αφορούν τον τρόπο καταρτίσεως της συμβάσεως διαχειρίσεως.
Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με όσα σημειώνονται ανωτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η πρώτη εναγόμενη] υπάγεται στο εξαιρετικό καθεστώς του άρθρου 1§1 ν, 791/1978, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 25§7 ν, 27/1975, η αγωγή, στο μέρος που στρέφεται κατ' αυτής, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη..... Στο μέρος, όμως που στρέφεται κατά των λοιπών, πλην της πρώτης, εφεσιβλήτων, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν καθόσον, κατά τα παραπάνω, δεν θεωρείται η πρώτη εναγόμενη ως "ομόρρυθμη εταιρεία εν τοις πράγμασι" και ο δεύτερος και ο τρίτος εναγόμενος ως ομόρρυθμοι εταίροι της και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής του κατ' αυτών ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, παραδεκτά μεν προβλήθηκε, πλην όμως αποδεικνύεται αβάσιμος".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των εναγόμενων ενώ την δέχτηκε όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 791/1978, όπως επεκτάθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 ν. 27/1975 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία ήταν πλοιοκτήτρια πλοίου υπό ξένη σημαία (κατά τους εκτιθέμενους στην αγωγή κρίσιμους χρόνους 1-1-2010 και 1-9-2010), β) ότι αυτή είχε αναθέσει τη διαχείριση του εν λόγω πλοίου στην, επίσης, αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "Liamar S.A.", η οποία διαχειρίστηκε αυτό κατά το χρονικό διάστημα από 04-01-2008 έως και 04-10-2010 και γ) ότι κατά το διάστημα αυτό η ως άνω διαχειρίστρια είχε εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα με τη νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 3122.1/4149/24519/04-01-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, η οποία ανακλήθηκε, μετά την πώληση του πλοίου, δυνάμει της αναφερόμενης υπ' αριθμ. 3122.1/4149/4/24519/04-11-2010 κοινής απόφασης των αρμοδίων Υπουργών, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, πληρούσαν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και, συνακόλουθα, την απόρριψη της αγωγής, αφού, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές, η πρώτη αναιρεσίβλητη υπάγεται στο εξαιρετικό καθεστώς των διατάξεων αυτών.
Η προβαλλόμενη με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμά του δεχόμενο, εσφαλμένα, ότι η διαχείριση του ένδικου πλοίου είχε ανατεθεί σε εταιρεία εγκατεστημένη στην Ελλάδα με νόμιμη άδεια, καίτοι τα άρθρα 25 και 26 του ν. 27/1975, 1 του ν. 791/1978 και 4 του ν. 2234/1994 επιφυλάσσουν προνομιακή αντιμετώπιση μόνο στις προβλεπόμενες εκ του νόμου δραστηριότητες, οι οποίες συντελούνται μέσω γραφείου ή υποκαταστήματος εταιρείας που εγκαταστάθηκε νόμιμα στην Ελλάδα, είναι αβάσιμη, καθόσον οι δύο όροι ("εγκατάσταση αλλοδαπής διαχειρίστριας στην Ελλάδα" και "εγκατάσταση γραφείου ή υποκαταστήματος αλλοδαπής διαχειρίστριας στην Ελλάδα") είναι ταυτόσημοι, δεδομένου ότι η εγκατάσταση αλλοδαπής διαχειρίστριας εταιρείας στην ημεδαπή γίνεται, σε κάθε περίπτωση, μέσω γραφείου ή υποκαταστήματος.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ το αντικείμενο της αγωγής του αφορά απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν κατά το χρόνο της πραγματικής διανομής κερδών, ήτοι μετά την πώληση του πλοίου (1-10-2010), και συνεπώς αναφέρονται σε χρόνο κατά τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ήταν πλοιοκτήτρια, παρ' όλα αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 ν. 27/1975, εφαρμόζοντας την εξαιρετική αυτή διάταξη σε πρώην πλοιοκτήτρια πλοίου υπό ξένη σημαία και παραβιάζοντας έτσι τον ως άνω κανόνα δικαίου, που απαιτεί υφιστάμενη και όχι παρελθούσα κυριότητα πλοίου, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχή ότι οι ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος δημιουργήθηκαν μετά την πώληση του πλοίου.
Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αιτίαση απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ουδέποτε επικαλέστηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του δημιουργήθηκαν κατά τον χρόνο της πραγματικής διανομής των κερδών, ήτοι μετά την πώληση του πλοίου (1/10/2010), αλλά, αντιθέτως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής του, ισχυριζόμενος με αυτή ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία λειτουργούσε ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, προσδιόρισε ως κρίσιμο χρόνο γέννησης των αξιώσεών του, για μεν τη διαχειριστική χρήση του έτους 2009 την 1/1/2010, για δε την διαχειριστική χρήση του έτους 2010 την 1/9/2010, ήτοι την επομένη της υποχρέωσης της εταιρείας προς διανομή των κερδών στους εταίρους της.
Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έχουν ως νομική αιτία τη διανομή κερδών προερχόμενων από τις εισπράξεις (ναύλους και τίμημα πώλησης του πλοίου) της πρώτης εναγόμενης, με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας και όχι ως πρώην πλοιοκτήτριας.
Κατά συνέπεια, υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων επιχειρεί να μεταβάλει κατά το παρόν αναιρετικό στάδιο, απαραδέκτως, τα πραγματικά γεγονότα τα οποία επικαλέστηκε με την αγωγή του προκειμένου να θεμελιώσει τις διεκδικούμενες αξιώσεις του. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι: α) δεν αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αν η πρώτη εναγόμενη ήταν πλοιοκτήτρια κατά τον χρόνο που οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν να του καταβάλουν το μέρισμα και β) δέχεται ότι η διαχείριση του ένδικου πλοίου είχε ανατεθεί στην αλλοδαπή διαχειρίστρια εταιρεία χωρίς να κάνει αναφορά στη διαχείριση του πλοίου από το γραφείο ή υποκατάστημα της εγκατεστημένης στην Ελλάδα εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 25 ν, 27/1975 και επίσης αναφέρεται στην κατάρτιση σύμβασης διαχείρισης μεταξύ πλοιοκτήτριας και διαχειρίστριας και όχι μεταξύ πλοιοκτήτριας και γραφείου ή υποκαταστήματος της εγκατεστημένης στην Ελλάδα αλλοδαπής διαχειρίστριας..
Όμως, το Εφετείο έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε, ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα: α) περί της υπαγωγής της πρώτης εναγόμενης στο εξαιρετικό καθεστώς του ν. 791/1978 και β) περί της ανάθεσης της διαχείρισης του πλοίου της πρώτης εναγόμενης σε εταιρεία που εγκαταστάθηκε νόμιμα στην Ελλάδα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την σχετική κρίση του Δικαστηρίου, ενώ έχει όλες τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι επαρκείς και πλήρεις, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη ήταν πλοιοκτήτρια κατά τον χρόνο που ο αναιρεσείων ζήτησε να του καταβληθεί το μέρισμα, εφόσον, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το πλοίο μεταβιβάστηκε, λόγω πωλήσεως, στην εδρεύουσα στο Πράσινο Ακρωτήριο εταιρεία, με την επωνυμία "Moura Company - Transportes Maritimos De Inertes S.A." και παραδόθηκε σ' αυτή στο λιμάνι Μιντέλο της έδρας της αγοράστριας εταιρείας την 01-10-2010, διαγράφηκε δε από το νηολόγιο του Παναμά στις 12-10-2010, ενώ οι αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος γεννήθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, την 1/1/2010 και την 1/9/2010.
Επίσης, σαφείς είναι και οι παραδοχές της απόφασης σε σχέση με την ανάθεση της διαχείρισης του ένδικου πλοίου, με σύμβαση διαχείρισης, στην ως άνω αλλοδαπή διαχειρίστρια εταιρεία, μη απαιτουμένης της διάκρισης μεταξύ εταιρείας και γραφείου ή υποκαταστήματος της εγκατεστημένης στην Ελλάδα εταιρείας, αφού οι όροι αυτοί είναι ταυτόσημοι, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για πλημμελή αιτιολογία του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2016 αίτηση του Σ. Λ. για αναίρεση της με αριθμό 269/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2,700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΣΤΕΑΣ