Legislator Case Law & Legislation
1404/2018 AI generated

1404/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1404/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1404/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 486/2015, με την οποία [απόφαση] κρίθηκε ότι οι όμοιες, πιο συνοπτικές, σχετικές αιτιολογίες της απόφασης που απέρριψε τη βάση αγωγής της ενάγουσας τη στηριζόμενη σε σήματα φήμης είναι επαρκείς)". Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στο άρθρο 125 § 3 περ.

Keywords

AI generated
labelling and marketing likelihood of word confusion food contact material conflict with a prior design trade dress products concerned
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1404 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1404/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Α. Σ., 2) Δ. Τ. και 3) Χ. Χ..

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Τ. Ι. και 2) Ι. Π..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4205/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 548/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 548/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με την από 29-7-2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία απηύθυνε κατά της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) ζήτησε να αρθούν οι ιστορούμενες προσβολές των νομίμως καταχωρισμένων ημεδαπών σημάτων της που διακρίνουν το περιγραφόμενο σ' αυτές προϊόν (μακρόστενες κυλινδρικές γκοφρέτες "..." σε κυλινδρικές μεταλλικές συσκευασίες) και να παραλειφθούν αυτές στο μέλλον, όπως ειδικότερα διατυπώνεται το αίτημά της, επικαλούμενη προς τούτο τις οικείες διατάξεις περί σημάτων του ν. 4072/2012.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 4205/2015 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή αυτή σε σχέση με τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας από την παράνομη προσβολή των κατοχυρωμένων με αμετάκλητες αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων ημεδαπών σημάτων αυτής, ως σημάτων φήμης, αναφορικά με το άνω προϊόν.

Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) άσκησε την …2/15-5-2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με θετική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, δηλονότι, αφού εξαφανίστηκε κατά το εκκαλούμενο μέρος η πρωτόδικη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που δέχθηκε την ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις αξιώσεις της από την παράνομη προσβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των προαναφερόμενων ημεδαπών σημάτων της ως σημάτων φήμης, απορρίφθηκε ακολούθως η ένδικη αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της, αλλά και κατ' αποδοχή ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος.

Η κρίση αυτή στηρίχθηκε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της αποφάσεως: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." αποτελεί επιχείρηση που ιδρύθηκε και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά από το έτος 1922 στον τομέα της παραγωγής κυρίως μπισκότων και συναφών ειδών διατροφής.

Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία "..." αποτελεί επίσης μετεξέλιξη επιχείρησης που ιδρύθηκε και δραστηριοποιείται από το έτος 1924 στον κλάδο παραγωγής τροφίμων και κυρίως στην παρασκευή χαλβά, ταχινίου και προϊόντων σουσαμιού. Η ενάγουσα, στις 29-4-1993 κατέθεσε την υπ' αριθμ. …30 δήλωση κατάθεσης ημεδαπού σήματος στο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του τότε Υπουργείου Εμπορίου για την καταχώριση σήματος, αποτελούμενου από απεικόνιση σχήματος "πούρου", προς διάκριση γεμιστών γκοφρετών της κλάσης 30 της Συμφωνίας της Νίκαιας.

Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε αρχικώς με την 7551/1994 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Κατά εκείνης της απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 1-11-1994 προσφυγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 3681/1997 απόφαση του δέχθηκε τη προσφυγή και ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, με αποτέλεσμα το ως άνω σήμα να καταχωρισθεί, όταν η σχετική απόφαση κατέστη αμετάκλητη, στις 19-4-1999 στο ειδικό βιβλίο σημάτων.

Αυτό, κατόπιν νομίμων ανανεώσεων, ισχύει έως τις 29-4-2023. Η ενάγουσα κατέθεσε, επίσης στις 29-4-1993, και την …31 δήλωση κατάθεσης ημεδαπού σήματος στο ανωτέρω τμήμα κατάθεσης σημάτων, με την οποία ζητούσε και την καταχώριση σήματος, αποτελούμενου από απεικόνιση ενός όρθιου κυλινδρικού δοχείου, προς διάκριση γεμιστών γκοφρετών της κλάσης 30.

Αυτή η αίτησή της απορρίφθηκε αρχικώς με την 7552/1994 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Κατά της απόφασης αυτής προσέφυγε η ενάγουσα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 3681/1997 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή της. Κατά της αμέσως προαναφερόμενης απόφασης η ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την 4846/2001 απόφαση του, δέχτηκε την έφεσή της και ακύρωσε την 7552/1994 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, με αποτέλεσμα το σήμα να καταχωρισθεί στις 17-3-2004, οπότε η τελευταία απόφαση κατέστη αμετάκλητη, στο ειδικό βιβλίο σημάτων.

Και αυτό το σήμα, κατόπιν νομίμων ανανεώσεων, ισχύει έως τις 29-4-2023. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά συνομολογούνται από τις διαδίκους. Τα παραπάνω δύο σήματα σύμφωνα με την κρίση των ως άνω τελικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων, η οποία δεν ελέγχεται ούτε παρεμπιπτόντως από τα πολιτικά δικαστήρια, έχουν διακριτικό χαρακτήρα, ενώ αυτά περιλαμβάνουν απεικονίσεις με βάθος και, παρότι αυτό δεν αναγράφεται (όπως δεν απαιτείτο άλλωστε υπό την ισχύ του ν. 2239/1994), είναι τρισδιάστατα.

Το σήμα με αριθμό ….30 φαίνεται να αποτελεί σκίτσο που απεικονίζει λεπτό πούρο (σχήμα προϊόντος), το οποίο σχηματίζεται με τύλιγμα του φύλλου της γκοφρέτας, ενώ το σήμα με αριθμό …31 φαίνεται να είναι φωτογραφία όρθιου μεταλλικού κυλινδρικού κυτίου και προορίζεται για τη συσκευασία γκοφρετών, αφού εντάσσεται στην κλάση 30, με επάνω βάση διασκευασμένη με ειδικό άνοιγμα ασφαλείας μιας χρήσεως, όπως αυτό εμφαίνεται στην απεικόνισή του.

Διαστάσεις του πούρου ή του μεταλλικού δοχείου δεν προσδιορίζονται, παρότι τα σήματα είναι τρισδιάστατα και αφορούν διασχηματισμούς. Το σχήμα του πούρου, δηλαδή η μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα, ήταν ασύνηθες στις συναλλαγές στο χώρο των γεμιστών γκοφρετών στην Ελλάδα μέχρι την υιοθέτησή του από την ενάγουσα το έτος 1978.

Η ενάγουσα αποπειράθηκε να κατοχυρώσει τα ως άνω σήματα και ως κοινοτικά σήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όμως οι σχετικές από 22-11-2004 με αριθμούς ...31 και ...37 αιτήσεις της απορρίφθηκαν με τις με τις από 10-5 και 8-5-2007 αποφάσεις του Τμήματος Εμπορικών Σημάτων του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς, διότι κρίθηκε ότι αυτά στερούνταν οποιοδήποτε χαρακτηριστικού διακριτικού στοιχείου, που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από το σχετικό κοινό ως ενδεικτικό της προέλευσης των προϊόντων.

Η ενάγουσα, από το έτος 1978 μέχρι σήμερα, παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά προϊόν γεμιστής κυλινδρικής γκοφρέτας με την ονομασία "...", στο οποίο συνδυάζονται και τα δύο προπεριγραφόμενα σήματα της καθώς και το λεκτικό σημείο "..." (γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, εντός κυλινδρικού κυτίου, με την ονομασία "..." επί της συσκευασίας).

Ειδικότερα το προϊόν συνίσταται σε μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, μήκους 11 περίπου εκατοστών και διαμέτρου ενός εκατοστού συσκευασμένη σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, ύψους 15 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών. Το προϊόν κυκλοφορεί σε τρεις διαστάσεις, καθαρού βάρους 400, 250 και 115 γραμμαρίων.

Το κουτί συσκευασίας φέρει, στο επάνω μέρος ειδικό άνοιγμα ασφαλείας μίας χρήσης (το επονομαζόμενο easy open). Η επάνω του επιφάνεια αποτελείται συγκεκριμένα από στρογγυλό φύλλο αλουμινίου με ειδική υποδοχή σε σχήμα δακτυλίου (όπως αυτά που υπάρχουν στις μεταλλικές συσκευασίες μπύρας, αναψυκτικών, κονσερβαρισμένης ντομάτας κλπ, γεγονός κοινώς γνωστό) όπου μπορεί να τοποθετηθεί το δάκτυλο του καταναλωτή - χρήστη, ώστε με την έλξη να αποσπάται ολόκληρο το φύλλο (όπως συμβαίνει σε αλουμινένιες συσκευασίες τοματοχυμού, κονκασέ, βρεφικού γάλακτος, πληθώρας κονσερβών κλπ, γεγονός επίσης κοινώς γνωστό).

Το κυτίο συσκευασίας επικαλύπτεται με πλαστικό κυλινδρικό καπάκι, λευκού χρώματος, το οποίο δεν απεικονίζεται στο σχετικό κατατεθέν σήμα και δεν αποτελεί τμήμα του, προφανώς προστέθηκε δε αργότερα από την ενάγουσα στις συσκευασίες που χρησιμοποιεί. Αυτό το δεύτερο επιπλέον πλαστικό καπάκι αποσκοπεί στο ερμητικό κλείσιμο του κυλινδρικού κυτίου μετά την αφαίρεση του μεταλλικού κυκλικού φύλλου ασφαλείας, ώστε να διαφυλαχθεί η ποιότητα του προϊόντος και μέχρι την τελική κατανάλωση αυτού.

Στο πλαστικό καπάκι αναγράφεται η ονομασία "..." με ανάγλυφα γράμματα χωρίς να διαφοροποιείται το χρώμα των γραμμάτων από το υπόλοιπο λευκό χρώμα του καπακιού. Το προϊόν κυκλοφορεί στην αγορά σε πέντε γεύσεις..., που διαφέρουν μόνον ως προς τα χρώματα της συσκευασίας. Η πλέον διαδεδομένη στην αγορά είναι η γεύση κρέμα φουντουκιού με κακάο, που κυκλοφορεί συσκευασμένη σε όρθιο κυλινδρικό κουτί σε έντονο κόκκινο χρώμα (φόντο).

Στην εξωτερική επιφάνεια του κουτιού υπάρχει συνδυασμός λεκτικών στοιχείων και εικαστικών απεικονίσεων: Στο εμπρόσθιο μέρος του κουτιού απεικονίζονται, εντός του γενικότερου κόκκινου φόντου, γκοφρέτες σε σχήμα πούρου με ανοικτόχρωμο καφέ περίβλημα και με σκουρότερο καφέ χρώμα για τη γέμισή τους, που διακρίνεται στην επάνω πλευρά των απεικονιζόμενων κυλινδρικών γκοφρετών.

Ειδικότερα στο κέντρο υπάρχει μία δέσμη 30 περίπου όρθιων ανισοϋψών κυλινδρικών γκοφρετών, στα 2/3 περίπου του ύψους τους (δεν απεικονίζεται η κάτω πλευρά τους). Η δέσμη φαίνεται να ανοίγει λοξά στο επάνω μέρος της και προς τις δύο κατευθύνσεις. Πάνω από αυτήν είναι τοποθετημένη η λεκτική ένδειξη "...", γραμμένη με μεγάλου μεγέθους και πάχους (στο μέγεθος του 1/2 περίπου του ύψους των απεικονιζόμενων γκοφρετών) λατινικούς χαρακτήρες, με άσπρα λοξά καλλιτεχνικά γράμματα διακρινόμενα εντόνως μέσα στο κόκκινο φόντο, με μια κόκκινη κυματοειδή γραμμή κάτω από αυτήν.

Πάνω από την ένδειξη "..." και λίγο κάτω από την επιφάνεια του ανοίγματος του κουτιού αναγράφεται, εν είδει ετικέτας πλαισιωμένης με λεπτές άσπρες γραμμές στη μία όψη με κεφαλαίους ελληνικούς και στην άλλη όψη με κεφαλαίους λατινικούς τυποποιημένους χαρακτήρες σε άσπρο χρώμα, μικρότερους από αυτούς που χρησιμοποιούνται για την ονομασία "...", το όνομα της επωνυμίας της ενάγουσας "Π." εντός κόκκινου φόντου και πάλι, ενώ αριστερά αυτού αναγράφεται με λευκό χρώμα σε κόκκινο φόντο και μέσα σε λευκό κύκλο το γράμμα "Π" (εναρκτήριο γράμμα της λέξης Π.), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα και στη βάση του δεξιού σκέλους αυτού αναγράφεται το έτος 1922, χρονολογία έναρξης της επιχείρησης της ενάγουσας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε πως, παρότι το κυλινδρικό σχήμα γκοφρετών ήταν ασύνηθες στην Ελλάδα το 1978, ήδη από τη δεκαετία του 1980 κυκλοφορούσαν στην ελληνική αγορά και από τρίτες εταιρίες τυλιχτές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου με γέμιση, οι οποίες είναι παγκοσμίως γνωστές ως βιεννέζικες γκοφρέτες, διότι στη Βιέννη είχαν πρωτοκατασκευασθεί γκοφρέτες με αυτά τα χαρακτηριστικά, και συγκεκριμένα κυκλοφόρησαν τα πουράκια "..." της εταιρίας Π.

το 1986, τα πουράκια "Merenda sticks" της "..." το 1989, οι γκοφρέτες "..." εντός κυλινδρικής συσκευασίας, επίσης το 1989, της "...". Κατά τις δεκαετίες δε του 1990 και του 2000 ακόμη περισσότερες εταιρίες έθεσαν σε κυκλοφορία στην ελληνική αγορά γκοφρέτες πουράκια, κατά κανόνα εντός κυλινδρικού μεταλλικού δοχείου, όπως η "...", εντός κυλινδρικού μεταλλικού δοχείου, τις γκοφρέτες "..." από το 1993, η "...", εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας, τις γκοφρέτες- πουράκια "..." από το 1996, η "...", εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας, τις "..." το 1999, η "..." εντός μεταλλικού κουτιού με τις γκοφρέτες- πουράκια "..." το 2001, η "...." τις γκοφρέτες- πουράκια ιδιωτικής ετικέτας "Γκοφρέτες ... ..." και "Γκοφρέτες ... ...", εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας, το έτος 2002, η "...", διατηρούσα την αλυσίδα σουπερμάρκετ ..., εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας, το 2004, η "...", εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας επίσης, γκοφρέτες πουράκια "..." από το 2005, η "..." τις γκοφρέτες "...", εντός παραλληλεπίπεδης συσκευασίας το 2008 κ.ά. ("..." της "...", "..." της ...).

Μακρόστενες γεμιστές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου παρασκευάζονται επίσης, τις τελευταίες τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, σε διάφορα μεγέθη και διάφορες παραλλαγές (ως προς τα υλικά γέμισης, ως προς την τυχόν επικάλυψή τους κλπ) από πλειάδα ζαχαροπλαστείων, όπως είναι κοινώς γνωστό, μη διατιθέμενες βεβαίως σε συσκευασία μεταλλικού δοχείου, ονομαζόμενες όμως και αυτές "πουράκια" (έτσι στην περιοχή της …ς διατίθενται "πουράκια" στα ζαχαροπλαστεία Χ., στα ζαχαροπλαστεία "..." κλπ).

Το ανωτέρω προϊόν της ενάγουσας, υπολογιζόμενο, όχι στα πλαίσια της αγοράς γκοφρετών αλλά στα πλαίσια της αγοράς μπισκότων (προδήλως, επειδή η ενάγουσα δραστηριοποιείται ιδίως στο τομέα παραγωγής μπισκότων), έστω κι αν το συγκεκριμένο προϊόν δεν αποτελεί μπισκότο αλλά γκοφρέτα ..., κατέχει στο σύνολο της αγοράς μπισκότου ποσοστό 5% σε όγκο και ποσοστό 9,2% σε αξία και συγκεκριμένα το σύνολο των πωλήσεών του στην ελληνική αγορά το έτος 2014 ανήλθε σε 11.142.115 κουτιά....

Η ενάγουσα δαπάνησε για την διαφήμιση του προϊόντος της αυτού σημαντικά ποσά (κυμαινόμενα κατά τα έτη από 2005 έως 2014 ετησίως από 1.600.000 ευρώ περίπου το ανώτερο, ποσό που δαπανήθηκε το 2007, έως 407.000, το κατώτερο, ποσό που δαπανήθηκε το 2014, με διαρκώς φθίνουσα πορεία του ύψους της διαφημιστικής δαπάνης από το έτος 2010 και εντεύθεν).

Σύμφωνα με αυτά, τα ανωτέρω δύο σήματα της ενάγουσας, αναφερόμενα αμφότερα στον διασχηματισμό των προϊόντων της και της συσκευασίας τους, παρότι δεν στερούνται διακριτικής δύναμης, όπως κρίθηκε ήδη από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια κατά τα προεκτιθέμενα, δεν χρησιμοποιούνται απ' αυτήν μόνα τους, αλλά σε συνδυασμό με την καθιερωθείσα εκ μέρους της για τα συγκεκριμένα προϊόντα της ονομασία "..." και το λογότυπο "Π.", έτσι ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την προέλευσή τους από την εταιρία της στον μέσο καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος χωρίς όμως να εγκύπτει σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες ή να έχει εξειδικευμένες γνώσεις.

Στις διαφημίσεις της δε η ενάγουσα επίσης προωθεί τα συγκεκριμένα προϊόντα της με την ονομασία "...". Υπό όλες αυτές τις αποδειχθείσες πραγματικές περιστάσεις, ο μέσος, ακόμη και άπειρος ως προς την έρευνα της προέλευσης προϊόντων, καταναλωτής, ύστερα από τόσα χρόνια (πάνω από δύο δεκαετίες) κυκλοφορίας στο εμπόριο, γκοφρετών σε σχήμα πούρου, εντός μεταλλικών κυλινδρικών δοχείων με εύκολο άνοιγμα, από διάφορες εταιρίες, γνωρίζει μεν και, σε μεγάλο βαθμό, προτιμά τα πουράκια γκοφρέτες με την ονομασία "..." της Π., καθόσον η χρησιμοποιούμενη επί δεκαετίες επίσης ονομασία "..." απέκτησε πολύ ισχυρότερο διακριτικό χαρακτήρα από τους ανωτέρω διασχηματισμούς, αυτός ο καταναλωτής γνωρίζει όμως με βεβαιότητα και ότι στην αγορά κυκλοφορούν γκοφρέτες ομοίου σχήματος εντός όρθιων μεταλλικών δοχείων με άλλες ονομασίες παραγόμενες από άλλες επιχειρήσεις (αυτές μάλιστα κατά κανόνα βρίσκονται σε γειτονικά ράφια σούπερ μάρκετ και διαφοροποιούνται, εκτός της ονομασίας τους, και ως προς την εντύπωση που προκαλούν οι απεικονίσεις και οι χρωματισμοί επί της συσκευασίας τους αλλά και ως προς τις τιμές πώλησής τους).

Έτσι ο ανωτέρω μέσος καταναλωτής δεν είναι δυνατό να πλανηθεί ως προς την προέλευσή τους ή να πιστέψει πως οι άλλες επιχειρήσεις, που παράγουν γκοφρέτες όμοιου σχήματος και τις διαθέτουν εντός κυλινδρικών δοχείων του ανωτέρω τύπου, συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με την ενάγουσα εξαιτίας απλώς της ομοιότητας των προπεριγραφόμενων σχημάτων του προϊόντος και της συσκευασίας, εκτός κι αν εκείνες χρησιμοποιούν παρόμοιες ονομασίες με το "...", οπότε και μόνον υφίσταται κίνδυνος συσχέτισης.

Παρά δε το γεγονός ότι το προϊόν της ενάγουσας βρίσκεται υψηλά στις προτιμήσεις των καταναλωτών και δη υψηλότερα από τα άλλα όμοιου διασχηματισμού προϊόντα παραγωγής διαφορετικών επιχειρήσεων, λόγω της καλής ποιότητάς του και του ότι αυτό είναι ευρέως γνωστό στο μέσο καταναλωτικό κοινό εξαιτίας και της διαφήμισής του, οι γκοφρέτες σε σχήμα πούρου εντός κυλινδρικού μεταλλικού δοχείου με εύκολο άνοιγμα δεν ταυτίζονται από μόνες τους, λόγω αυτού του σχήματός τους ή του σχήματος της συσκευασίας τους, στη συνείδηση του μέσου, ακόμη και άπειρου, καταναλωτή με την ενάγουσα.

Τα ανωτέρω σήματά της, αναφερόμενα στο διασχηματισμό προϊόντος και συσκευασίας, δεν αποτελούν σήματα φήμης, διότι αυτά στερούνται μοναδικότητας, αφού έχουν φθαρεί, χρησιμοποιούμενα κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, ο διασχηματισμός μάλιστα της συσκευασίας της χρησιμοποιούμενος ευρύτατα ακόμη και σε ανόμοια προϊόντα, ενώ δεν εμφανίζουν και ιδιαίτερο βαθμό ιδιοτυπίας (βλ. ad hoc:

ΑΠ 486/2015, με την οποία [απόφαση] κρίθηκε ότι οι όμοιες, πιο συνοπτικές, σχετικές αιτιολογίες της απόφασης που απέρριψε τη βάση αγωγής της ενάγουσας τη στηριζόμενη σε σήματα φήμης είναι επαρκείς)". Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στο άρθρο 125 § 3 περ.

γ' του νόμου 4072/2012, ήτοι ότι τα ανωτέρω σήματα της ενάγουσας απέκτησαν την ιδιότητα σημάτων φήμης και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τη βάση της αυτή την αγωγή. Εν συνεχεία το Εφετείο, ερευνώντας τις λοιπές βάσεις της αγωγής που αφορούσαν στην προστασία των εν λόγω σημάτων, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, τον Μάιο του έτους 2014 άρχισε να διαθέτει στην ελληνική αγορά μακρόστενες κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου υπό την ονομασία "...", εντός μεταλλικού κυλινδρικού κυτίου λίγο χαμηλότερου (κατά ένα εκατοστό περίπου) από αυτό που χρησιμοποιεί η ενάγουσα, το οποίο εξωτερικά φέρει απεικόνιση, μεταξύ άλλων στοιχείων, μίας δέσμης είκοσι περίπου ολόκληρων γεμιστών γκοφρετών σε σχήμα πούρου, καφέ χρώματος, σε πλαγιαστή θέση εντός λευκής πιατέλας τοποθετημένης πάνω σε ζαχαρί (εκρού) τραπεζομάντηλο εντός τετράγωνου πλαισίου που καλύπτεται από τις συγκεκριμένες συνολικές απεικονίσεις.

Το φόντο της συσκευασίας του προϊόντος της εναγομένης είναι εξ ολοκλήρου χρώματος καφέ, ενώ πάνω από τη δέσμη αυτή αναγράφεται με λατινικούς χαρακτήρες σε μπεζ χρώμα η λεκτική ένδειξη του προϊόντος "..." με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα. Στις ενδείξεις της παραγωγού εταιρίας αναγράφεται η επωνυμία της εναγομένης ("..."), ενώ το πλαστικό καπάκι πάνω από το μεταλλικό φέρει σκούρο κόκκινο (βυσσινί) χρώμα.

Από την σύγκριση των προϊόντων και των συσκευασιών των δύο διαδίκων εταιρειών προκύπτει ότι υπάρχει ομοιότητα ως προς το σχήμα και το μέγεθος του προϊόντος, δηλαδή της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), καθώς και ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας τους (όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κυτίο που κλείνει αεροστεγώς και έχει εύκολο άνοιγμα, ενώ, όπως προαναφέρεται, το επιπλέον πλαστικό καπάκι που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί μετά το άνοιγμα του μεταλλικού καπακιού δεν αποτελεί καν μέρος του σήματος της ενάγουσας).

Τα χρησιμοποιούμενα από την εναγομένη σημεία δεν είναι όμως ταυτόσημα με τα σήματα της ενάγουσας, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, διότι τα σημεία αυτά δεν περιλαμβάνουν, χωρίς προσθήκη, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τα δεύτερα, αφού η χρήση των συγκεκριμένων σημείων γίνεται σε συνδυασμό και με την προσθήκη της ονομασίας "..." καθώς και με αρκετά άλλα διαφορετικά στοιχεία (χρωματικό φόντο δοχείου, διαφορετική εικαστική αναπαράσταση των πούρων κλπ)".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, ερευνώντας τη σωρευόμενη βάση της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 125 § 3 περ. α' του ν. 4072/2012, που δεν απαιτεί κίνδυνο σύγχυσης, έκρινε αυτήν απορριπτέα. Συνεχίζοντας δε διέλαβε τα εξής: "Αντιθέτως, στην κρινόμενη περίπτωση υφίσταται χρησιμοποίηση όμοιων σημείων για όμοια προϊόντα (περ.

β' του ως άνω άρθρου) και η προστασία των προγενέστερων σημάτων είναι σχετική, κατά τα προεκτιθέμενα, απαιτείται δε για την παροχή της ως πρόσθετο στοιχείο να συντρέχει κίνδυνος σύγχυσης ή έστω συσχέτισης σημάτων και σημείων. Παρότι τα σήματα που κατοχύρωσε η ενάγουσα δεν είναι σύνθετα, αυτά χρησιμοποιούνται εκ μέρους της, όπως προαναφέρεται, σε συνδυασμό με άλλα σήματα και σημεία της και συγκεκριμένα μαζί με την ονομασία "..." και το λογότυπο "Π.", καθώς και με ιδιαίτερους προπεριγραφόμενους χρωματικούς συνδυασμούς.

Αυτά δε τα επιπλέον σημεία και στοιχεία ως λεκτικά στοιχεία, ως εικαστικές απεικονίσεις και ως χρωματικοί συνδυασμοί κυριαρχούν στη συγκεκριμένη περίπτωση στη συνολική εντύπωση και διακρίνουν τα προϊόντα της, διότι έχουν ιδιαίτερα έντονο διακριτικό χαρακτήρα, ενώ ταυτοχρόνως ιδίως τα λεκτικά σημεία καθιστούν απολύτως σαφή την προέλευση των προϊόντων από την εταιρία της.

Αντιστοίχως και τα όμοια προς τα σήματα της ενάγουσας σημεία, που χρησιμοποιεί η εναγομένη, τα χρησιμοποιεί και αυτή σε συνδυασμό με την, κυρίαρχη και με προέχουσα θέση στις ως άνω απεικονίσεις, ονομασία "...", εντελώς διαφορετική από την ονομασία τη χρησιμοποιούμενη από την ενάγουσα. Ενόψει δε και της συνολικής διαφορετικής οπτικής εικόνας που εμφανίζουν οι δύο απεικονίσεις, η οποία οφείλεται, πέραν της κυρίαρχης θέσης των εντελώς διαφορετικών αμέσως προαναφερόμενων λεκτικών σημείων και πέραν των επιμέρους άλλων, ελάσσονος σημασίας, διαφορών (όρθια και πλάγια θέση γκοφρετών, λίγο μικρότερο ύψος δοχείου συσκευασίας κλπ), και στη σημαντική, από την άποψη της προκαλούμενης συνολικής εντύπωσης, διαφοροποίηση των κυρίαρχων χρωμάτων (κυρίαρχο χρώμα της συσκευασίας της ενάγουσας το κόκκινο με άσπρο καπάκι/ κυρίαρχο χρώμα της συσκευασίας της εναγομένης το καφέ με βυσσινί καπάκι), αλλά και της κυκλοφορίας επί δεκαετίες στο εμπόριο κυλινδρικών γκοφρετών με γέμιση εντός μεταλλικών κυλινδρικών δοχείων με το προπεριγραφόμενο άνοιγμα από σειρά διαφορετικών, ασχολούμενων με το εμπόριο τροφίμων, εταιριών, γεγονός που κατέστη, ακριβώς εξαιτίας του μακρού χρόνου του φαινομένου, γνωστό στον μέσο, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις, ακόμη και άπειρο, καταναλωτή τέτοιων προϊόντων αλλά και στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, το μη ασχολούμενο συστηματικώς με την ενημέρωσή του ως προς την προέλευση των προϊόντων που καταναλώνει, το δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τις αμέσως προαναφερόμενες ομοιότητες σημάτων και σημείων αλλά και προϊόντων, δεν δημιουργείται στην κρινόμενη περίπτωση κίνδυνος σύγχυσης του ανωτέρω μέσου καταναλωτή ως προς την προέλευση των προϊόντων της εναγομένης, τα οποία δεν είναι δυνατό να τα εκλάβει ως προερχόμενα από την επιχείρηση της ενάγουσας, ούτε κίνδυνος συσχέτισης μεταξύ των δύο εταιριών υπό την έννοια ότι μπορεί να σχετίζεται η πρώτη οργανικώς ή έστω σε επίπεδο συνεργασίας με την δεύτερη, εταιρίες αμφότερες γνωστές αλλά και απολύτως διακριτές μεταξύ τους στο ευρύ καταναλωτικό κοινό λόγω του μακρού χρόνου ευδόκιμης δραστηριοποίησης τους στην παραγωγή τροφίμων.

Ούτε κίνδυνος εκμετάλλευσης της φήμης της ενάγουσας υφίσταται από την κυκλοφορία των ανωτέρω προϊόντων της εναγομένης, δεδομένου ότι τα προϊόντα της ενάγουσας επικράτησε τελικώς, με βάση και τις δικές της επιλογές για την προώθησή τους, να διακρίνονται στις συναλλαγές από την ονομασία "..." και τους ανωτέρω διασχηματισμούς".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, ερευνώντας τη σωρευόμενη βάση της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 125 § 3 περ. β' του ν. 4072/2012, έκρινε και αυτήν απορριπτέα. Περαιτέρω όμως το Εφετείο προσέθεσε και επάλληλη αιτιολογία, δεχόμενο ότι αποδεικνυόταν η βασιμότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρο 281 ΑΚ), που είχε προβάλει η εναγομένη και η οποία στηρίζεται στην αποδυνάμωσή του λόγω μη ασκήσεώς του για μεγάλο χρονικό διάστημα και στις επαχθείς συνέπειες που θα είχε η ικανοποίησή του για την ίδια.

Ειδικότερα διέλαβε στη συνέχεια ως αποδεικνυόμενα τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα [αναιρεσείουσα] παράγει γκοφρέτες-πουράκια συσκευασμένες εντός της προπεριγραφόμενης μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας από το έτος 1978, κατέθεσε όμως αιτήσεις για κατοχύρωση των δύο επίσης προπεριγραφόμενων σημάτων της μόλις το έτος 1993.

Οι αιτήσεις της, μετά τις αρχικές απορρίψεις τους από την Επιτροπή Σημάτων και την προπαρατιθέμενη πορεία που ακολούθησαν λόγω ασκήσεως των προσφυγών που άσκησε, έγιναν τελικώς δεκτές και τα σήματά της καταχωρίσθηκαν κατά τα έτη 1999 (αυτό για τις γκοφρέτες) και 2001 (αυτό για τη συσκευασία). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και πολύ περισσότερο κατά τις δεκαετίες του 1990 και 2000, σειρά πολλών εταιριών δραστηριοποιούμενων στην παραγωγή και εμπορία ειδών διατροφής διέθεσαν στην αγορά κυλινδρικές γκοφρέτες με γέμιση σε σχήμα πούρου εντός συσκευασίας όρθιου κυλινδρικού μεταλλικού δοχείου με "εύκολο άνοιγμα", όπως αναλυτικώς προδιαλαμβάνεται.

Η ενάγουσα όμως, παρά την τελική κατοχύρωση των σημάτων της από το 1999 και 2001, δεν στράφηκε εναντίον των ανταγωνιστών της με αγωγές στηριζόμενες στα ανωτέρω σήματά της μέχρι το έτος 2004, αλλά άσκησε κατά ορισμένων από αυτές αγωγές στηριζόμενες στον αθέμιτο ανταγωνισμό, επικαλούμενη προσβολή του ιδιαίτερου διασχηματισμού των προϊόντων της και της συσκευασίας τους, οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς της συνιστούσαν διακριτικό γνώρισμα της προέλευσής τους από την εταιρία της.

Έτσι αυτή, μεταξύ άλλων, στράφηκε κατά της "...", που κυκλοφόρησε εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας τις "..." το 1999, με την από 26-7-2000 αγωγή της στηριζόμενη αποκλειστικά στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού (ενώ ήδη το πρώτο της σήμα, που αφορούσε τις γκοφρέτες, είχε καταχωρισθεί από το 1999), η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν σε πρώτο βαθμό με την 1110/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της "...", που κυκλοφόρησε εντός όρθιου κυλινδρικού μεταλλικού κουτιού τις γκοφρέτες- πουράκια ...

το 2001, την από 14-3-2001 αγωγή της τη στηριζόμενη αποκλειστικά στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού (ενώ ήδη το πρώτο της σήμα, που αφορούσε γκοφρέτες, είχε καταχωρισθεί από το 1999), η οποία έγινε δεκτή σε πρώτο βαθμό με την 5519/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της "....", που κυκλοφόρησε τις γκοφρέτες- πουράκια ιδιωτικής ετικέτας " ... ..." και " ... ...", εντός μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας, το έτος 2002, με την από 31-3-2003 αγωγή της τη στηριζόμενη αποκλειστικά στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού (παρότι ήδη και τα δύο σήματά της είχαν καταχωρηθεί το ένα προ τετραετίας και το άλλο προ διετίας περίπου), η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν σε πρώτο βαθμό με την 894/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Μόνον δε από το 2004 και μετά η ενάγουσα άρχισε να στηρίζει πλέον τις αγωγές της κατά των ανταγωνιστριών της επιχειρήσεων και στα ανωτέρω δύο σήματά της (έτσι π.χ. άσκησε την από 14-10-2004 αγωγή της κατά της επιχείρησης της διατηρούσας την αλυσίδα σουπερμάρκετ ..., που στηριζόταν και στον αθέμιτο ανταγωνισμό και στα σήματα).

Οι βάσεις των αγωγών της ενάγουσας που στηρίζονταν στον αθέμιτο ανταγωνισμό δεν ευδοκίμησαν τελικώς (βλ. και ΑΠ 1477/2011, στην οποία αναφέρεται ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα η ΑΠ 1731/2014). Η ενάγουσα είχε στραφεί και κατά της εναγομένης εταιρίας με τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού 10162/18-3-1999 αγωγή της (ήτοι μικρό χρονικό διάστημα πριν την παραδοχή του ανωτέρω πρώτου σήματός της, που έλαβε χώρα χώρα τον Απρίλιο του 1999, και ενώ η προσφυγή της κατά της αρχικής αποφάσεως είχε ήδη γίνει δεκτή από το 1997), ζητώντας να αποσυρθούν από την αγορά τα πουράκια-γκοφρέτες που είχε κυκλοφορήσει τότε η εναγομένη, εντός όρθιας κυλινδρικής μεταλλικής συσκευασίας και πάλι, με την ονομασία ....

Επ' αυτής της αγωγής εκδόθηκε η 27673/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αγωγή και που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη, με την 2659/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, της έφεσης την οποία είχε ασκήσει τότε η νυν ενάγουσα. Η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, διότι κρίθηκε ότι το σχήμα της γκοφρέτας και του κουτιού συσκευασίας τους δεν παρουσίαζαν οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα, που να τους προσδίδει κάποιο ευδιάκριτο, προστατευτέο κατά το ν. 146/1914, διακριτικό γνώρισμα, ενόψει και της πληθώρας τέτοιων προϊόντων σε όμοιες συσκευασίες που κυκλοφορούσαν στην αγορά από διάφορες επιχειρήσεις.

Περαιτέρω, η εναγομένη [αναιρεσίβλητη] παρήγαγε από το έτος 2002 έως το έτος 2007 νέα γκοφρέτα-πουράκι με την ονομασία "...", την οποία διέθετε στην αγορά εντός κυλινδρικού όρθιου μεταλλικού δοχείου και πάλι. Το προϊόν αυτό της εναγομένης δεν προοριζόταν μόνον για εξαγωγές, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά διατίθετο κανονικά και μάλιστα ευρέως στην εσωτερική αγορά (σε όλη την επικράτεια), γεγονός που αυτή γνώριζε.

Για την κυκλοφορία του προϊόντος και στην Ελλάδα κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης, αποσαφηνίζοντας πλήρως ότι αυτό ήταν και για την εξαγωγική αγορά και για την εσωτερική, ενώ αυτή η κυκλοφορία του αναφέρεται ως αποδειχθέν περιστατικό και στην 6195/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών..., που εκδόθηκε σε αντιδικία μεταξύ της ενάγουσας και της "...", όπου, κατά λέξη, αναγράφεται: "ο ...διασχηματισμός του προϊόντος της ενάγουσας χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια από διάφορες ελληνικές εταιρίες ειδών διατροφής, οι οποίες διαθέτουν στο καταναλωτικό κοινό πανομοιότυπες κυλινδρικές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου με διάφορες ονομασίες, όπως οι γκοφρέτες "..." της εταιρίας ... ...".

Η εναγομένη προμήθευε τις γκοφρέτες "...", μεταξύ άλλων, στην "..." (...) το 2002, στην "..." στη … το 2002, στην "..." στην … το 2003, στην "..." στη … το 2003, στη Λ. Ζ. στην … το ίδιο έτος, στην "..." στην …(...) το 2004, στην "..." στον … το 2005, στην "..." στη … το 2005, στη "..." στο … κατά το ίδιο έτος και κατά το 2006, στην "..." στην … το 2005 επίσης, στην "...

ΑΕ" (θυγατρική της) στην … το 2006, στην "...." στον … το 2007, στη "..." στο 11° χλμ … το 2008 κλπ..... Κατά την εξαετή κυκλοφορία των ανωτέρω γκοφρετών "..." από την εναγομένη (2002-2007), η ενάγουσα δεν στράφηκε κατ' αυτής δικαστικώς ζητώντας την προστασία των σημάτων της, αφήνοντας την εναγομένη δικαιολογημένα να πιστεύσει, ενόψει και όλης της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί με την απόρριψη της προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας κατ' αυτής της στηριζόμενης στον αθέμιτο ανταγωνισμό, την απόρριψη των ανωτέρω σημάτων σε κοινοτικό επίπεδο, την περιπετειώδη πορεία της διοικητικής αναγνώρισης των σημάτων της στην Ελλάδα και την κυκλοφορία πληθώρας όμοιων προϊόντων και όμοιων συσκευασιών και από διάφορες τρίτες επιχειρήσεις, ότι δεν θα επιδίωκε την προστασία των σημάτων της έναντι αυτής.

Έτσι, ενόσω η ενάγουσα στήριζε τις αγωγές της κατά των ανταγωνιστών της στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού από το 1999 έως το 2004, παρότι είχε ήδη κατοχυρώσει το πρώτο σήμα από το 1999 και το δεύτερο το 2001, και ενόσω αυτή αδρανούσε να ασκήσει κατά της εναγομένης αγωγή στηριζόμενη στα σήματά της κατά τα έτη από 2002 έως 2007 για το προϊόν της "...", που κυκλοφόρησε ευρέως, η εναγομένη εταιρία, πιστεύοντας ευλόγως ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς επιχειρηματικό κίνδυνο και ειδικότερα χωρίς η ενάγουσα να επιδιώξει να της στερήσει τη δυνατότητα να παράγει και να διαθέτει στην αγορά γκοφρέτες-πουράκια, στηριζόμενη σε δικαιώματά της από τα ως άνω δύο σήματα, προέβη σε σημαντικές επενδύσεις για την παραγωγή γκοφρετών με κυλινδρικό σχήμα.

Αυτή προέβη σταδιακώς κατά τα έτη 1999 έως το 2008 στην προμήθεια 17 μηχανημάτων παραγωγής κυλινδρικών γκοφρετών (συγκροτημάτων μηχανών) από την αυστριακή εταιρία "...", συνολικής αξίας 6.800.000 ευρώ (400.000 ευρώ της καθεμίας τους), αγοράζοντας απευθείας ορισμένες απ' αυτές και με συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης τις υπόλοιπες, αυτή θα υποστεί δε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία αν της απαγορευθεί η διάθεση των ανωτέρω προϊόντων της στην εγχώρια αγορά, η οποία είναι η πιο εύκολα προσβάσιμη αγορά για την ίδια, εφόσον έχει την έδρα της και τις μονάδες παραγωγής της στην Ελλάδα.

Η αδράνεια της ενάγουσας ήταν προδήλως εσκεμμένη, προκειμένου να είναι βέβαιη ότι τα σήματά της θα καθίσταντο απρόσβλητα, σε περίπτωση υποβολής αιτήσεων διαγραφής τους εκ μέρους της εναγομένης, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από την καταχώρισή τους (ιδίως του πρώτου που αφορούσε το σχήμα των γκοφρετών, που καταχωρίσθηκε ήδη από το 1999), εφόσον βεβαίως κρινόταν ότι η καταχώριση ήταν ο κρίσιμος χρόνος για την έναρξη της πενταετίας αυτής, κατά τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 17 παρ. 6 ν. 2239/1994, διάταξη που ερμηνεύθηκε όμως διαφορετικά από τα διοικητικά δικαστήρια, καθόσον αυτά έκριναν πως ως καταχώριση νοείται η δήλωση κατάθεσης του σήματος (ακόμη κι όταν αυτά δεν είχαν γίνει αρχικώς δεκτά), από την οποία και αρχίζει αναδρομικώς η προστασία τους εφόσον αυτά γίνουν τελικώς δεκτά, με συνέπεια την απόρριψη γι' αυτή την αιτία των αιτήσεων διαγραφής τους που υποβλήθηκαν από την εναγομένη με τις 946 και 947/2006 αποφάσεις της Επιτροπής Σημάτων, που επικυρώθηκαν με τις 13778 και 13782/2012 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου [Αθήνας] και τις 5180 και 5181/2014 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας.

Το χρονικό διάστημα από το 1999 έως το 2008, κατά το οποίο η ενάγουσα αδράνησε να ασκήσει τα δικαιώματα της από τα ανωτέρω σήματα κατά της εναγομένης, ενώ μάλιστα η τελευταία προσέβαλε τα σήματα αυτά, ζητώντας τη διαγραφή τους, ήτοι το διάστημα των εννέα ετών που δεν ζήτησε την προστασία τους έναντι αυτής, παρότι η τελευταία παρήγαγε και κυκλοφορούσε στην αγορά τα προϊόντα της κυλινδρικής γκοφρέτας με γέμιση (πουράκι) εντός κυλινδρικής μεταλλικής συσκευασίας με εύκολο άνοιγμα (στην αρχή με την ονομασία "..." και στη συνέχεια με την ονομασία "...") , είναι μεγάλο για τον τομέα του εμπορίου και της βιομηχανίας παραγωγής προϊόντων, ο οποίος παρουσιάζει, λόγω της φύσης του, γρήγορες εξελίξεις και στον οποίο απαιτείται η ταχεία λήψη αποφάσεων για επενδυτικές δραστηριότητες, με συνέπεια να διακυβεύονται, εξαιτίας της παρόδου ενός τέτοιου διαστήματος, σοβαρότατα οικονομικά συμφέροντα.

Ενόψει όλων αυτών των περιστάσεων, που κατά κύριο λόγο συνδέονται με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, δευτερευόντως δε και με άλλα γεγονότα (απορρίψεις των αγωγών της ενάγουσας από τα δικαστήρια για προστασία των ως άνω διασχηματισμών βάσει των διατάξεων του αθέμιτου ανταγωνισμού, με αιτιολογίες που δεν δέχονταν ιδιαίτερο διακριτικό χαρακτήρα αυτών) θα γινόταν επομένως δεκτό ότι το δικαίωμά της προς προστασία των σημάτων της έναντι της εναγομένης αποδυναμώθηκε και ότι η άσκησή του, συνεκτιμωμένων των επαχθών συνεπειών που θα είχε η απαγόρευση διάθεσης των προϊόντων της εναγομένης στην αγορά αλλά και του τρόπου με τον οποίο αυτή επέλεξε να τα διαθέτει (με εντελώς διαφορετική ονομασία και συνολική οπτική εικόνα, διαφοροποιούμενη από την εικόνα με την οποία διατίθενται στην αγορά τα προϊόντα της ενάγουσας, ώστε η διαφορά τους να γίνεται αντιληπτή ακόμη και από αδαή καταναλωτή), υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα τιθέμενα από την καλή πίστη, και τα χρηστά ήθη.

Απλώς δε επιπροσθέτως θα κρινόταν και ότι η άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων της ενάγουσας προς προστασία των σημάτων της, υπό όλες τις προπαρατιθέμενες συνθήκες, υπερβαίνει προφανώς και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό τους, εφόσον τα σήματα (διαφοροποιούμενα ως προς αυτό από τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας ή πνευματικής ιδιοκτησίας) προορίζονται εξ ορισμού να διακρίνουν προϊόντα και υπηρεσίες ως προερχόμενα από ορισμένη επιχείρηση και όχι να αποκλείουν σε τρίτους την παραγωγή προϊόντων, έστω και όμοιων με αυτά για τα οποία κατοχυρώθηκε το σήμα, εφόσον είναι ευδιάκριτη για τον ανωτέρω μέσο καταναλωτή η προέλευσή τους από διαφορετική επιχείρηση, εγκαθιδρύοντας μονοπωλιακή διάθεσή τους στην αγορά εκ μέρους του σηματούχου".

Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές έκρινε το Εφετείο ότι ήταν βάσιμη η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος λόγω αποδυναμώσεώς του και συνεπώς και εξ αυτού ακόμη του λόγου ήταν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η αγωγή. Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι με αυτήν λόγοι αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου ποινικού ή διοικητικού ή των διοικητικών αρχών. Εξαιρείται ο παρεμπίπτων έλεγχος, εκτός αν υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου.

Επίσης, δεν αποκλείεται ο παρεμπίπτων έλεγχος όταν το πολιτικό δικαστήριο κρίνει τη διοικητική πράξη με βάση άλλη ιστορική και νομική αιτία (Ολ.ΑΠ 89/1971, ΑΠ 1477/2011). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121, 125 §§ 1, 2 και 3 και 150 § 1 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86), όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 4155/2013 (ΦΕΚ Α' 120), συνάγονται τα ακόλουθα:

Σήμα μπορεί να αποτελέσει κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Μπορούν να αποτελέσουν σήμα ιδίως λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα (slogans).

Η καταχώριση του σήματος παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσης αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει της παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, τους τιμοκαταλόγους, τις αγγελίες, τις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.

Ως χρήση του σήματος θεωρείται επίσης: α. η χρήση του σήματος που γίνεται υπό μορφή που διαφέρει ως προς τα στοιχεία του, τα οποία όμως δεν μεταβάλλουν το διακριτικό χαρακτήρα αυτού, β. η επίθεση του σήματος σε προϊόντα ή στη συσκευασία της στην Ελλάδα με προορισμό αποκλειστικά την εξαγωγή, γ. η χρήση του σήματος με τη συγκατάθεση του δικαιούχου, καθώς και η χρήση συλλογικού σήματος από δικαιούμενα προς τούτο πρόσωπα.

Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδειά του: α. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί, β. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης, γ.

σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του σημείου θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού, ανεξάρτητα αν το σημείο προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος, ενώ όποιος κατά παράβαση του άρθρου 125 χρησιμοποιεί ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο προσβάλλει σήμα που ανήκει σε άλλον, μπορεί να εναχθεί για άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση.

Στην πρώτη από τις αμέσως ανωτέρω περιπτώσεις το χρησιμοποιούμενο από τρίτον σημείο ταυτίζεται καθ' όλα τα στοιχεία με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επικλήσεως και αποδείξεως κινδύνου συγχύσεως (βλ.

ΔΕΚ υπόθ. C-206/2001 Arsenal). Στη δεύτερη περίπτωση είτε το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες όμοιες με το τελευταίο, είτε αυτό ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτιζόμενες με το τελευταίο.

Εάν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο για την παροχή της να συντρέχει κίνδυνος συγχύσεως ή συσχετίσεως σήματος και σημείου (ΑΠ 62/2013, 344/2013). Η τρίτη τέλος από τις άνω περιπτώσεις απαγορεύσεως καθορίζει την προστασία του αποκαλούμενου σήματος φήμης, η έννοια του οποίου δεν προσδιορίζεται ειδικώς στο νόμο?είναι πάντως εκείνο το οποίο είναι γνωστό σε σημαντικό τμήμα του οικείου κοινού από τα προϊόντα ή υπηρεσίες που καλύπτει (ΣτΕ 2370/2012).

Όταν πρόκειται για σήμα φήμης στην Ελλάδα, ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα αυτό, ιδίως με μορφή επωνυμίας ή διακριτικού γνωρίσματος της δικής του επιχείρησης, έστω και αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί, εφόσον η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος θα προσπόριζε σ' αυτόν, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού (άρθρα 124 παρ. 1 γ' και 125 παρ. 1 ν. 4072/2014).

Η διεύρυνση αυτή της προστασίας του σήματος φήμης, πέραν των όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας του έντονου διακριτικού του χαρακτήρα ή της φήμης του. Για να υπάρχει, όμως, σήμα φήμης και, επομένως, ανάγκη διευρυμένης προστασίας, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) αυξημένος βαθμός καθιέρωσής του στις σχετικές συναλλαγές, β) μοναδικότητα του σήματος, με την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) να εμφανίζει το σήμα ορισμένο βαθμό ιδιοτυπίας (στην εμφάνισή του, στην εκφραστική του δύναμη κ.ά.) και δ) να υπάρχει μία θετική εκτίμηση του κοινού (παραστάσεις ποιότητας) σχετικά με τα προϊόντα που διακρίνει (ΣτΕ 2812/1998, ΑΠ 486/2015).

Εκτός από αυτές τις σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις συνεκτιμώνται για τον σχηματισμό της κρίσης περί της ύπαρξης σήματος φήμης και το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του και η γεωγραφική έκταση εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (βλ.

ΔΕΚ υπόθ. C-375/1997 General Motors, πρβλ. και ΔΕΚ υπόθ. C-301/2007 PAGO GmbH, ΑΠ 249/2014). Επί των σημάτων φήμης δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης, αλλά απλώς συσχέτισης (πρβλ ΔΕΚ C-32/2010 απόφ. της 9-3-2012 Ella Valley Vineyards [Adulam] Ltd). Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο.

Ειδικότερα, ενόψει της ως άνω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υπόσκαψης δεν συναρτάται οπωσδήποτε από τη διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό.

Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή η συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιούμενου σημείου και του σήματος φήμης από το καταναλωτικό κοινό (βλ. ΑΠ 371/2012, 1030/2008). Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή στα εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει, την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός (ο τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά.

Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Αυτή επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Η βλάβη που μπορεί να προκληθεί στον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος, συνίσταται στην εξασθένηση της ικανότητάς του να υποδηλώνει ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία καταχωρίσθηκε και χρησιμοποιείται, προέρχονται από τον δικαιούχο του, στο μέτρο που η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος συνεπάγεται την αποδόμηση τόσο της ταυτότητας του όσο και του αντίκτυπου που έχει στο κοινό.

Η πιθανότητα βλάβης ή αθέμιτου οφέλους αξιολογείται συνολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση και έχει ως προϋπόθεση τον κίνδυνο μεταβολής της οικονομικής συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή των προϊόντων για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα (βλ.

ΔΕΚ υποθ. C-252/2007 Intel Corporation Inc). Τέλος τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 158 του ν. 4072/2014, όμοιο με το προϊσχύσαν άρθρο 32 του ν.2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος, έστω και αν υποπέσει στην αντίληψή τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του (ΑΠ 1477/2011, 1585/1991).

Περαιτέρω κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού άνθρωπου για το δίκαιο και την ηθική, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργήθηκε στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, μ' αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη εύλογα την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 33/2005, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 613/2008, 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1321/2011, 1507/2011).

Κατά την έννοια αυτή η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος οφείλεται ειδικότερα στην αποδυνάμωσή του, η οποία είναι ασφαλώς νοητή και όταν πρόκειται για δικαίωμα στο σήμα. Έτσι το δικαίωμα στο σήμα αποδυναμώνεται και η άσκησή του είναι πλέον καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ, όταν ο δικαιούχος του σήματος, παρόλο που γνώριζε την προσβολή του, αδράνησε για μακρό χρόνο να αντιδράσει, συντρέχουν δε ειδικές περιστάσεις, από τις οποίες συνάγεται αφενός μεν η ανοχή του δικαιούχου και η δημιουργία εύλογης προσδοκίας στον αντιποιούμενο το σήμα ότι ο δικαιούχος και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, αφετέρου δε η δημιουργία κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον αντιποιούμενο το σήμα (ΑΠ 1724/2014).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά τα οικεία σκέλη του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τη βάση της αγωγής της με την οποία επιδιώκει την προστασία των σημάτων της ως σημάτων φήμης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 124 § 1 γ', 125 § 3 γ' και 158 του ν. 4072/2012.

Ωστόσο το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τα σήματα της αναιρεσείουσας "στερούνται μοναδικότητας, αφού έχουν φθαρεί χρησιμοποιούμενα κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, ο δε διασχηματισμός της συσκευασίας χρησιμοποιούμενος ευρύτατα ακόμη και σε ανόμοια προϊόντα" και ότι "τα συγκεκριμένα σήματα δεν εμφανίζουν ιδιαίτερο βαθμό ιδιοτυπίας", με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι τα σήματα της αναιρεσείουσας δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως "σήματα φήμης", καθιστώντας έτσι εφικτό τον έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος κατά το ως άνω μέρος του ο αναιρετικός αυτός λόγος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αγωγή, δεν επιλήφθηκε υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία της Δ.Ε.Σ.

ή διοικητικού δικαστηρίου ούτε ήλεγξε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής των σημάτων. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις που η αναιρεσείουσα προσκόμισε, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι επέτυχε δικαστικώς την απόσυρση των προϊόντων στα οποία γινόταν χρήση των σημάτων της, η οποία είναι αβάσιμη, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα παραπάνω έγγραφα.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 125 § 3 περ. β' του ν. 4072/2012, όσον αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο απορρίφθηκε η βάση της αγωγής της που στηρίζεται στη συνδρομή κινδύνου συγχύσεως.

Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της πληττόμενης αποφάσεως το Εφετείο δεν παρεβίασε την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα, την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δικαιολογούσαν οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της ότι, "παρά τις προαναφερόμενες ομοιότητες σημάτων και σημείων αλλά και προϊόντων, δεν δημιουργείται στην κρινόμενη περίπτωση κίνδυνος σύγχυσης του ανωτέρω μέσου καταναλωτή ως προς την προέλευση των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, τα οποία δεν είναι δυνατό να τα εκλάβει ως προερχόμενα από την επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ούτε κίνδυνος συσχέτισης μεταξύ των δύο εταιριών υπό την έννοια ότι μπορεί να σχετίζεται η πρώτη οργανικώς ή έστω σε επίπεδο συνεργασίας με την δεύτερη, εταιρίες αμφότερες γνωστές αλλά και απολύτως διακριτές μεταξύ τους στο ευρύ καταναλωτικό κοινό λόγω του μακρού χρόνου ευδόκιμης δραστηριοποίησης τους στην παραγωγή τροφίμων.

Ούτε κίνδυνος εκμετάλλευσης της φήμης της ενάγουσας υφίσταται από την κυκλοφορία των ανωτέρω προϊόντων της εναγομένης, δεδομένου ότι τα προϊόντα της ενάγουσας επικράτησε τελικώς, με βάση και τις δικές της επιλογές για την προώθησή τους, να διακρίνονται στις συναλλαγές από την ονομασία "..." και τους ανωτέρω διασχηματισμούς".

Επομένως, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την επάλληλη αιτιολογία, την οποία παραθέτει το Εφετείο, δεχόμενο ότι σε κάθε περίπτωση η αγωγή ήταν απορριπτέα λόγω της βασιμότητας της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας (άρθρο 281 ΑΚ), εξαιτίας αποδυναμώσεώς του, που είχε προβάλει πρωτοδίκως η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός παρίσταται ως αλυσιτελής, αφού -κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα- ανεπιτυχώς πλήττεται η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της αποφάσεως κρίση του Εφετείου ότι τα σήματα της αναιρεσείουσας δεν τυγχάνουν προστασίας ούτε ως σήματα φήμης ούτε λόγω κινδύνου συγχύσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 548/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ