1404/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1404/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Full text
Απόφαση 1404 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1404/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ρ. (R.) Ν. (D.) του Ι. (Y.), κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Πετρίχου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 57/2016 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κροκεών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/8/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26.7.2010 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα R. D., ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Ε. Κ., να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.754,14 ευρώ, το οποίο αφορά μισθούς υπερημερίας και υπερωριακή απασχόληση για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2005 έως και Μάιο 2007, κατά το οποίο απασχολήθηκε από αυτόν ως εργάτρια γης σε κτήματα και οικιακή βοηθός στην οικία του εναγομένου στα πλαίσια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 59/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κροκεών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο στην καταβολή των 4.820 ευρώ. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων από αμφότερα τα διάδικα μέρη εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 295/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας, έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου και ακολούθως αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση για εκδίκαση έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος στην καταβολή του ποσού των 1.489,25 ευρώ.
Κατά το άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ., η επίδοση της κλήσης για την πρώτη συζήτηση της αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον έχει υπογράψει αυτά ως πληρεξούσιος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 96, 97, 104 ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, που υπέγραψε την αγωγή ή το ένδικο μέσο, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο θεωρείται μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο ότι είναι ο πληρεξούσιος και αυτοδικαίως αντίκλητος του ενάγοντα ή του ασκήσαντα το ένδικο μέσο για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με την αγωγή ή το ένδικο μέσο δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση για την πρώτη συζήτηση αυτών.
Επομένως, η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση αυτών, μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει τα δικόγραφα αυτά ως πληρεξούσιος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητος για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία, να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε, απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (ΑΠ 52/2013, ΑΠ 320/2012, 1935/2006, 454/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Μετά την έκδοση της ως πρωτοβάθμιας απόφασης (επί της ως άνω αναφερομένης αγωγής) ο εναγόμενος επέδωσε την ασκηθείσα έφεσή του προς τον δικηγόρο Σπάρτης Γ. Σ., που είχε διοριστεί, κατά τα διατάξεις περι της παροχής νομικής βοήθειας, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας και είχε παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την 27.09.2013.
Η επίδοση αυτή ήταν, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, νόμιμη αφού ο ως άνω δικηγόρος που υπέγραψε την αγωγή είναι πληρεξούσιος και αυτοδικαίως αντίκλητος της ενάγουσας για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με την αγωγή ή το ένδικο μέσο δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση για την πρώτη συζήτηση αυτών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με το οποίο η ενάγουσα προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη μη νόμιμη επίδοση είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 560 παρ.5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013,14/2004, 2/1989).
Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η ενάγουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.5 ΚΠολΔ ισχυριζομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι ο δικηγόρος Γ. Σ. καθ’ ον χρόνο του επιδόθηκε η έφεση του εναγομένου δεν ήταν πληρεξούσιος και αντίκλητος και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν είχε δεχθεί τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης στον παραπάνω δικηγόρο θα είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως του εναγομένου.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, έκρινε και απέρριψε αιτιολογημένα το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: "Απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης, περί απαραδέκτου της κοινοποίησης της έφεσης του εκκαλούντος Ε.
Κ. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας Γ. Σ., επειδή αυτός είχε ορισθεί ως δικηγόρος της σύμφωνα με τις διατάξεις περί νομικής βοήθειας μόνο για την άσκηση της αγωγής και τη συζήτησή της και όχι για την άσκηση ή τη συζήτηση εφέσεως, καθώς σύμφωνα με τον ν. 3226/2004, ο διορισμός δικηγόρου στα πλαίσια παροχής νομικής βοήθειας ισχύει και για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και ακόμα και μέχρι την εκτέλεση".
Επομένως, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Kατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 78/2016 ).Εξάλλου από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για παραμόρφωση εγγράφου (ΑΠ 765/2008 AΠ 477/2006, AΠ 1263/1998 ΤΝΠ Νόμος).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης εσφαλμένα δέχθηκε: α) ότι δεν υφίσταται οφειλή του εναγομένου για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο έως και Δεκέμβριο του 2006, β) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν έγκυρη, παρότι ουδέποτε αυτή της γνωστοποιήθηκε/επιδόθηκε, και ότι συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας για την μη επίδοση της καταγγελίας επειδή αυτή είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα και είχε εγκατασταθεί στην πατρίδα της (Βουλγαρία).
Ενόψει αυτών, η ενάγουσα επικαλούμενη εσφαλμένη παραδοχή για την εγκυρότητα της καταγγελίας λόγω της μη κοινοποίησης αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμελεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της πλημμέλειας που προβλέπεται από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττει στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και ειδικότερα πλήττουν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο από τις αποδείξεις ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπήρξε έγκυρη.
Τέλος, η ενάγουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.5 ΚΠολΔ ,ισχυριζομένη ότι το δικαστήριο της ουσίας και δη το Μονομελες Πρωτοδικείο Σπάρτης έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας για την μη κοινοποίηση στην ενάγουσα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, της επιδοθείσης στον Επόπτη Εργασίας, λόγω αναχωρήσεως αυτής στη Βουλγαρία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης τον ισχυρισμό αυτό είχε προβάλει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εναγόμενος.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση. Όσον αφορά δε τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, που έχει τύχει νομικής βοήθειας, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Με το Ν. 3226/2004 προβλέπεται η Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος. Ειδικότερα ορίζεται: "1. Δικαιούχοι νομικής βοήθειας είναι οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δικαιούχοι είναι, επίσης, οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν, νομίμως, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση" (άρθρο 1). "1. Η νομική βοήθεια παρέχεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου. Η αίτηση αναφέρει συνοπτικά το αντικείμενο της δίκης ή της πράξης και τα στοιχεία που βεβαιώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την παροχή βοήθειας" (άρθρο 2). "2.
Η νομική βοήθεια μπορεί να ανακληθεί ή να περιορισθεί με απόφαση του αρμόδιου δικαστή, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι προϋποθέσεις της παροχής είτε δεν υπήρχαν είτε εξέλιπαν είτε μεταβλήθηκαν ουσιωδώς" (άρθρο 4). "1. Η παροχή νομικής βοήθειας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα συνίστανται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και εφόσον, ειδικώς ζητηθεί, στο διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπιστούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν τη βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις". 2. "Η απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, το τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζόμενου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά". "Η παροχή νομικής βοήθειας δεν επηρεάζει την υποχρέωση καταβολής των εξόδων που επιδικάσθηκαν στον αντίδικο" (άρθρο 9 παρ. 6).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1403/2012, ΑΠ 1419/2000, ΑΠ 964/1975).
Κατ’ ακολουθία, ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικασθεί λόγω της ήττας της (176 και 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (βλ. ΑΠ 1403/2012), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.08.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 295/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, διαδικασίας εργατικών διαφορών
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 18 Ιουλίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Αυγούστου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ