Legislator Case Law & Legislation
1404/2015 AI generated

1404/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1404/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1404/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης θέμα της άσκησης ή μη διακατοχικών πράξεων από τις ίδιες (αναιρεσείουσες) στα επίδικα ακίνητα δέχθηκε αντιφατικές αιτιολογίες.

Keywords

AI generated
right to know one's descendants statutory rights of heir deprivation of parental authority vehicle keeper disinheritance of an insolvent heir legacy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1404 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1404/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1)Ε. Γ. του Σ., συζ. Μ. Κ., κατοίκου ..., 2)Μ. Γ. του Σ., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., 3)Α. Γ. του Σ., συζ. Δ. Α., κατοίκου ..., 4)Ι. Γ. του Σ., συζ. Π. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Ανδρεουλάκου.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Έ. συζ. Ν. Δ. το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., 2)Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3)Β. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 4)Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 5)Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων της Α. χας Σ. Σ. το γένος Ν. Β., κατοίκου εν ζωή ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Κατερίνα Ζερβομπεάκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2006 και 10-4-2006 αγωγές των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 282/2011 Εφετείου Πατρών και 14/2015 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 15-4-2015 αίτησή τους και τους από 30-9-2015 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 23-10-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Διονυσίας Μπιτζούνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολο της από 15-4-2015 αίτησης αναίρεσης καθώς και του από 30-9-2015 πρόσθετου λόγου της υπ’ αριθμ 14/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ’ αυτής, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης θέμα της άσκησης ή μη διακατοχικών πράξεων από τις ίδιες (αναιρεσείουσες) στα επίδικα ακίνητα δέχθηκε αντιφατικές αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις ένδικες από 10-3-2006 και 10-4-2006 αγωγές, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Κατά τον μήνα Μάιο του 1944 απεβίωσε στην ... χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Ν. Β. του Α. και κατέλιπε εγγύτερους συγγενείς του τη σύζυγό του Α. Χα Ν.

Β. και τα μετ’ αυτής αποκτηθέντα νόμιμα τέκνα του, Α. Σ., αρχικώς ενάγουσα και γεννηθείσα την 5η Σεπτεμβρίου 1928, στη δικονομική θέση της οποίας λόγω θανάτου υπεισήλθαν οι εφεσίβλητοι και η Τ. Τ. Χ. Σ. Γ., γεννηθείσα το έτος 1929, δικαιοπάροχος των εκκαλούντων. Κατά το χρόνο θανάτου του ο Ν. Β. είχε στην αδιαμφισβήτητη κατοχή, νομή και κυριότητα του τα πιο κάτω ακίνητα, ήτοι:

α) ένα οικόπεδο μετά της εντός αυτού ευρισκομένης παλαιάς λιθόκτιστης κατοικίας, συνολικής επιφανείας 877,82 μ2, το οποίο κείται εντός των ορίων οικισμού ... και συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 20,50 μέτρων με βατό δρόμο πλάτους δύο μέτρων, νοτιοδυτικώς επί πλευράς 17 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Τ., μεσημβρινώς επί πλευράς 7,70 μέτρων με ιδιοκτησία Ε.

Τ., επί πλευράς 4,60 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Τ. και επί πλευράς 4,60 Τ., νοτιοανατολικώς επί πλευράς 20,30 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Τ., ανατολικώς επί πλευράς 4,30 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Τ. και επί πλευράς 9,30 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Τ., βορειοανατολικώς επί πλευράς 15.80 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Β., βορείως επί πλευράς 25 μέτρων με ρέμα και βορειοδυτικούς επί πλευράς 13 μέτρων με δρόμο, β) ένα ξηρικό αγρόκτημα εκτάσεως 6000 μ 2, που κείται εκτός οικισμού στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας ..., το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.

Β., μεσημβρινώς επί πλευράς 200 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Α., ανατολικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 200 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Β., γ) ένα ξηρικό αγρόκτημα, συνολικής εκτάσεως 4.500 μ2, το οποίο κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας ... και συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με δυτική έκταση, μεσημβρινώς επί πλευράς 150 μέτρων με ιδιοκτησία Ι.

Λ., ανατολικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 150 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Β., δ) ένα ξηρικό αγρόκτημα, συνολικής εκτάσεως 300 μ2, που κείται στη θέση "Τ." της κτηματικής περιφερείας ..., το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 10 μέτρων με ιδιοκτησία Τ., μεσημβρινώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία Ξ., ανατολικώς επί πλευράς 10 μέτρων με ιδιοκτησία Τ.

Λ. και αρκτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. Α., ε) ένα ξηρικό αγρόκτημα, συνολικής εκτάσεως 5.500 μ2, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας ..., το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ιδιοκτησία Ζ., μεσημβρινώς επί πλευράς 100 μέτρων με ρέμα, ανατολικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ιδιοκτησία Χ.

Μ. και αρκτικώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Α., στ) ένα ξηρικό αγρόκτημα, συνολικής εκτάσεως 2.000 μ2, κείμενο στη θέση "..." ..., το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 40 μέτρων με ιδιοκτησία Τ., μεσημβρινώς επί πλευράς 50 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Λ., ανατολικώς επί πλευράς 40 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 50 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.

Β., ζ) ένα ξηρικό αγρόκτημα, συνολικής εκτάσεως 3.000 μ2, κείμενο στην θέση "..." ..., το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Λ., μεσημβρινώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Ζ., ανατολικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Β. και αρκτικώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία Τ. Λ. και η’ ) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 5.500 μ2, κείμενο στη θέση "..." ..., το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ιδιοκτησία Β.

Λ., μεσημβρινώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Α., ανατολικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Β.. Στην κληρονομιά του άνω αποβιώσαντος εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι αυτός κληρονομήθηκε από την σύζυγο του Α. Χα Ν. Β., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, υπεισήλθε στην κληρονομιά αυτή δι’ αναμείξεως, εκδηλώνοντας σαφώς την πρόθεσή της να είναι κληρονόμος, και τις ανήλικες θυγατέρες του, Α.

Σ. και Τ. ή Τ. Γ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη, οι οποίες ως υπεξούσιες ανήλικες και τελούσες υπό την άμεση πατρική εξουσία του κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του (sui), υπεισήλθαν αυτοδικαίως στην κληρονομιά του πατέρα τους, κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε β.ρ. δικαίου. Οι τελευταίες και μετά την ενηλικίωσή τους συνέχισαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις επί των επιδίκων ακινήτων ως εξ αδιαιρέτου συγκύριες κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, ασκώντας διακατοχικές πράξεις επ’ αυτών και με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα κανενός.

Την 28η Απριλίου 1955 η Α. Β. τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Σ. Σ. και έκτοτε εγκαταστάθηκε στη ... επισκεπτόμενη την πατρική της οικία στην ..., όπου ζούσε η μητέρα της Α. Β. σε τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι και το 1975 που απεβίωσε, μετέπειτα δε περιορίστηκαν οι επισκέψεις της στο ελάχιστο. Την 7η Νοεμβρίου 1965 η Τ. Β. τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Σ.

Γ. και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, απέκτησε δε από το γάμο της αυτό τις εκκαλούσες (νυν αναιρεσείουσες). Την 26η Νοεμβρίου 1975 αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η μητέρα των δικαιοπαρόχων των διαδίκων Α. Χα Ν. Β., κατέλιπε δε ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τις προαναφερόμενες θυγατέρες της, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, με την άπρακτη πάροδο της προβλεπόμενης προς αποποίηση προθεσμίας.

Επιπλέον, η Α. Σ. δυνάμει της .../2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Προσχίου Ε. Μπαλτά, νόμιμα μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, αποδέχθηκε και ρητώς την άνω κληρονομική της μερίδα. Την 1η Μαρτίου 1993 αποβίωσε στην Αθήνα η Τ. Γ., η οποία με την υπ’ αριθμ. .../24.8.1992 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ...

Νικ. Παπαναστασόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 40/1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατέστησε κληρονόμους της στο σύνολο της προαναφερόμενης κληρονομιάς του Ν. Β. τις εκκαλούσες και σε διακριτά μέρη καθεμιά επί ενός εκάστου εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα στην από 10.4.2006 αγωγή τους διαλαμβανόμενα.

Την κληρονομιά αυτή οι εκκαλούσες αποδέχθηκαν με την .../22.4.2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ιλίου Αγάπης Κοσμίδου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Προσχίου. Με βάση την άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και με επιπλέον ιστορικό μεταβίβασης του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας στην μητέρα τους Τ.

Γ. από τη γιαγιά τους Α. Β., δυνάμει άτυπης δωρεάς, που έλαβε χώρα κατά το έτος 1966, την άσκηση έκτοτε πράξεων νομής και κατοχής από την μητέρα τους μέχρι το 1993 και μετέπειτα από τις ίδιες ως αποκλειστικές συγκυρίες, οι εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 10.4.2006 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί των επιδίκων ακινήτων, πρόβαλαν δε αντίστοιχα ένσταση αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής ως εναγόμενες επί της από 10.3.2006 αντίθετης αγωγής της θείας τους Α.

Σ., προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και εκείνο των δικαιοπαρόχων τους. Όπως προεκτέθηκε, μετά το θάνατο του Ν. Β. το έτος 1944, η κληρονομιαία περιουσία του επήχθη, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, στη σύζυγο του Α. χα Ν. Β., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομιά του δι’ αναμείξεως και στις υπεξούσιες ως ανήλικες θυγατέρες του (sui), Α.

Σ. και Τ. Γ., κατά ποσοστό 3/8 η καθεμία. Οι τελευταίες μέχρι την τέλεση των γάμων τους (1955 & 1965, αντίστοιχα) ασκούσαν από κοινού με την μητέρα τους ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό των επιδίκων πράξεις νομής και κατοχής διαμένουσες στην λιθόκτιστη οικία του πρώτου των επιδίκων ακινήτων, επισκευάζοντας αυτήν μετά από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε, καλλιεργώντας και συλλέγοντας τους παραγόμενους καρπούς και προστατεύοντας τη συννομή τους έναντι τρίτων.

Μετά την τέλεση των γάμων τους, η μεν πρώτη εγκαταστάθηκε στη ..., η δε δεύτερη στα ... Αττικής, όπου δημιούργησαν και μεγάλωσαν τις οικογένειές τους καθεμία, μεταδημοτεύοντας μάλιστα από την Κοινότητα ... μετά την τέλεση των γάμων τους (βλ. από 13.9.2005 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Α. Β. του Δημάρχου ...).

Έτσι, διακατοχικές επί των επιδίκων πράξεις ασκούσε και για λογαριασμό των λοιπών κοινωνών η μητέρα τους Α. Β. μέχρι και το 1975, που αποβίωσε, συνεπικουρούμενη και από τις θυγατέρες της κατά τις επισκέψεις τους στην ... ιδίως κατά τους θερινούς μήνες. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι μετά το θάνατο της Α.

Β. κάποια εξ αυτών άσκησε αποκλειστικά για τον εαυτό της πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων, γνωστοποιώντας τη βούλησή της αυτή στην άλλη εξ αδιαιρέτου συγκυρία, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούσες. Βέβαια αποδεικνύεται ότι τη χρήση της λιθόκτιστης οικίας του πρώτου τουλάχιστον των επιδίκων ακινήτων είχαν οι εκκαλούσες και ιδιαίτερα η Μ.

αλλά και η Α. Γ. (βλ προσκομιζόμενες βεβαιώσεις περί πληρωμής λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ και τελών ύδρευσης), όμως ουδέποτε γνωστοποιήθηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς στην αρχικώς ενάγουσα ότι οι πράξεις αυτές ασκούνται με διάνοια αποκλειστικής κυριότητος επ’ αυτού. Η επικαλούμενη εκ μέρους των εκκαλουσών άτυπη μεταβίβαση της όλης πατρικής περιουσίας από την Α.

Β. προς την μητέρα τους Τ. Γ. περί το έτος 1966 και η εν συνεχεία άσκηση διακατοχικών πράξεων από την τελευταία με διάνοια αποκλειστικής κυρίας επ’ αυτής μέχρι και το θάνατό της (1993) και έκτοτε από τις ίδιες (εκκαλούσες), καθώς και η εκείθεν δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς της μητέρας τους δεν επάγεται έννομες υπέρ αυτών συνέπειες, καθόσον, όπως προεκτέθηκε:

α) στην κληρονομιαία περιουσία του Ν. Β., ήδη από το θανάτου του, αυτοδικαίως και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου είχε καταστεί συγκληρονόμος η Α. Σ., β) ουδέποτε η τελευταία παραιτήθηκε του κληρονομικού της δικαιώματος με εκούσια παράδοση της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκοινωνών, ενώ ο ισχυρισμός περί παροχής προικώας περιουσίας στην Α.

Σ. με την τέλεση του γάμου της και την εντεύθεν παραχώρηση της νομής των επιδίκων στους λοιπούς συγκληρονόμους δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθώς όλως αορίστως αναφέρονται σε αυτήν οι μάρτυρες χωρίς όμως να περιγράφονται τα προικώα δήθεν περιουσιακά στοιχεία που της μεταβιβάστηκαν, ούτε προσδιορίζεται χρηματικό ποσό που έλαβε ως προίκα, γ) επίσης η Α.

Β. είχε καταστεί συγκυρία της ίδιας κληρονομιάς κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς κατ’ εφαρμογή της αρχής του β.ρ.δ. "ουδείς μετάγει πλέον του ού έχει δικαιώματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ΑΚ, μόνον ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου μπορούσε να μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά στην Τ. Γ., όχι δε το σύνολο της κληρονομιάς, παραγράφοντας τα αυτοδικαίως κτηθέντα δικαιώματα συγκυριότητας τόσο της Α.

Σ. όσο και της Τ.ς Γ.. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι είτε η Τ. Γ. μέχρι το 1993 είτε οι εκκαλούσες έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσαν επί των επιδίκων πράξεις με διάνοια αποκλειστικής κυριότητος. Από μόνο το γεγονός της περιστασιακής χρήσης των ακινήτων για τοποθέτηση κινητών, την επιτήρησή του, την ύπαρξη κατοικίδιων ζώων και τη φύτευση οπωρολαχανικών στα επίδικα, περί των οποίων καταθέτει ο μάρτυρας των εκκαλουσών, αντικρουόμενος σαφώς από τον μάρτυρα των εφεσίβλητων και μη επιβεβαιούμενος από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, δεν αποδεικνύεται και το - αναγκαίο για τη χρησιδεσποσία στοιχείο του animus, δηλαδή ότι ασκούσαν επ’ αυτών τις ως άνω πράξεις με σκοπό εξουσιάσεώς τους ως αποκλειστικές κυρίες.

Ακόμη και αν ήθελε εκληφθεί η εκ μέρους των εκκαλουσών δήλωση φόρου κληρονομιάς και η συμπερίληψη των επιδίκων στο έντυπο δήλωσης ακίνητης περιουσίας (Ε9) από τα έτη 1994 και 1997, αντίστοιχα, ως πράξη νομής με διάνοια αποκλειστικών συγκυριών μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος για την χρησικτησία χρόνος και επομένως οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος, αφού αυτοί ήσαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων με τις ως άνω κληρονομικές διαδοχές και μεταβίβαση από τον προηγούμενο κύριο, και οι συγκληρονόμοι - συγκύριοι εκκαλούσες, ακόμη και αν κατείχαν τα επίδικα, θεωρείται ότι νεμόταν αυτά ως αντιπρόσωποι και των άλλων συγκληρονόμων - συγκυριών, και δη της αρχικώς ενάγουσας και των ήδη υπεισελθόντων στη δίκη κληρονόμων αυτής.

Μόνη η κατοχή των κοινών ακινήτων ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ’ αυτών από τις εκκαλούσες και τη δικαιοπάροχο αυτών Τ. Γ., δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, δεδομένου ότι δεν εκδήλωσαν οι τελευταίοι σαφώς στην αρχικώς ενάγουσα τη βούλησή τους περί αποκλειστικής στο όνομά τους μόνον, νομής των κοινών ακινήτων.

Έτσι, δεν μπορούν να αντιτάξουν κατ’ αυτής ή των δικαιοδόχων της κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), αφού δεν εκδήλωσαν τη βούλησή τους αυτή με οποιονδήποτε τρόπο όσο ζούσε η αρχικώς ενάγουσα μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, γιατί τα νέμονταν αυτά από το έτος 1966 μέχρι και το 1993 η δικαιοπάροχος μητέρα τους και μετέπειτα οι ίδιες μέχρι και την άσκηση της αγωγής είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση της νομής του μεριδίου της Α.

Σ. επί των επιδίκων, με παράδοση αυτής ούτε και αντιποίηση της νομής του μεριδίου της εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών, που επέρχεται εφόσον καταστήσει γνωστό ότι νέμεται αποκλειστικά το κοινό πράγμα ή κατά μεγαλύτερο μερίδιο, ούτε αποδείχθηκε άτυπη διανομή γενόμενη μεταξύ των συγκληρονόμων - συγκυριών.

Έτσι, οι εκκαλούσες, τις οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις τους στα επίδικα τις διενήργησαν και ως αντιπρόσωποι της αρχικώς ενάγουσας - συγκληρονόμου, κατά της οποίας δεν μπορούν να αντιτάξουν κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) και θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός τους, που αποτελεί τη βάση της από 10.4.2006 αναγνωριστικής συγκυριότητας αγωγής τους και αντίστοιχα ένστασης περί ιδίας κυριότητας επί της αντίθετης από 10.3.2006 διεκδικητικής αγωγής της αντιδίκου τους να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Με τις σκέψεις αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απέρριψε την ένσταση κτητικής παραγραφής των εκκαλουσών επί των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων και αναγνώρισε το δικαίωμα συγκυριότητας της Α. Σ. επ’ αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως πλην του 4ου αυτών, περί του οποίου αμέσως κατωτέρω, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, με τον 4° λόγο της εφέσεως οι εκκαλούσες πλήττουν την εκκαλούμενη ότι κακώς απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί συμπληρώσεως στο πρόσωπό τους του απαιτούμενου χρόνου για την τακτική χρησικτησία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1133 και 1199 ΑΚ, καθόσον με την μεταγραφή της .../2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της μητέρας τους Τ.

Γ., τα αποτελέσματα της οποίας ανατρέχουν στο χρόνο θανάτου της και ο εν τω μεταξύ διαδρομών χρόνος συνυπολογίζεται στο χρόνο χρησικτησίας των κληρονόμων από το χρονικό σημείο του θανάτου του κληρονομουμένου, ώστε οι ίδιες έχουν καταστεί συγκυρίες των ακινήτων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλουσών που αποτελεί και λόγο εφέσεως περί του ότι από το έτος 1993 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2006) νέμονται και κατέχουν οι ίδιες τα επίδικα, και ότι πριν από αυτές και συγκεκριμένα από το έτος 1966, νεμόταν και κατείχε αυτά η, ως άνω, μητέρα τους Τ. Γ., κρίνεται ως αβάσιμος στην ουσία του και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος, καθόσον η αναδρομική, κατά τα ως άνω, ενέργεια της μεταγραφής της αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβησαν οι εκκαλούσες, δεν επάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα πριν το θάνατο της κληρονομούμενης μητέρας τους και μέχρι το χρόνο της μεταγραφής αυτής, όπως είναι το δικαίωμα κυριότητας που αποκτήθηκε παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής ή πρωτοτύπως με χρησικτησία (ΑΠ 268/2014, Νόμος).

Άλλωστε η αναδρομική κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων προϋποθέτει ότι ο κληρονομούμενος ήταν κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου του, πράγμα όμως που ουδόλως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης ή μη διακατοχικών πράξεων από τις ίδιες (αναιρεσείουσες) και τη δικαιοπάροχό τους (μητέρα τους) στα επίδικα ακίνητα.

Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφει τον τρόπο ασκήσεως διακατοχικών πράξεων όλων των διαδίκων επί των εν λόγω ακινήτων καθόλο το χρονικό διάστημα από του χρόνου θανάτου του απώτερου δικαιοπαρόχου όλων των διαδίκων Ν. Β. (1944), μέχρι της ασκήσεως των κρινόμενων αγωγών (2006) και δεν καταλείπεται κανένα κενό, ασάφεια ή αντίφαση.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού οι αναιρεσείουσες προβάλλουν περαιτέρω την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ως αιτιολογία επί λέξει τα παρακάτω: "... επικαλούμενη εκ μέρους των εκκαλουσών άτυπη μεταβίβαση της όλης πατρικής περιουσίας από την Α. Β. προς την μητέρα τους Τ. Γ. περί το έτος 1966 και η εν συνεχεία άσκηση διακατοχικών πράξεων από την τελευταία με διάνοια αποκλειστικής κυρίας επ’ αυτής μέχρι και το θάνατο της (1993) και έκτοτε από τις ίδιες (εκκαλούσες), καθώς και η εκείθεν δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς της μητέρας τους, δεν επάγεται έννομες υπέρ αυτών συνέπειες, καθόσον, όπως προεκτέθηκε:

α).... β).... γ) επίσης, η Α. Β. είχε καταστεί συγκυρία της ίδιας κληρονομιάς κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της αρχής του β.ρ.δ. "ουδείς μετάγει πλέον του ού έχει δικαιώματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ΑΚ, μόνον ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου μπορούσε να μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά στην Τ.

Γ., όχι δε το σύνολο της κληρονομιάς, η Α. Β. είχε καταστεί συγκύρια της ιδίας (δηλ. της όλης πατρικής περιουσίας) κληρονομιάς κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς κατ’ εφαρμογή της αρχής του βρδ "ουδείς μετάγει πλέον του ού έχει δικαιώματος", μόνο ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου μπορούσε να μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά στην Τ.

Γ. και όχι το σύνολο της κληρονομιάς..." ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα επίδικα ακίνητα και της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειουσών στα ίδια επίδικα ακίνητα, δεν περιέχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ή και αντιφατικές αιτιολογίες.

Αναφέροντας την ανωτέρω αιτιολογία, το Εφετείο δεν αναγνωρίζει ότι η Α. Β. μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην Τ. Γ. το δικό της (2/8) ποσοστό, έτσι ώστε το συνολικό ποσοστό των αναιρεσειουσών να ανέλθει στα 5/8 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας. Απλώς η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποιεί την ως άνω αιτιολογία ως επιχείρημα προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αναιρεσειουσών και αυτή η σκέψη ούτε αντιφατική ούτε ελλιπής είναι.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επί του ως άνω ουσιώδους ζητήματος πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δ.), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 Κ.Πολ.Δ.), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 Κ.Πολ.Δ.) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ. 2, 339 Κ.Πολ.Δ.).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 ν. 1915/2001 και ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, κατά την τακτική διαδικασία, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του Κ.Πολ.Δ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι’ αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγος αναιρέσεως.

Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται.

Τέλος, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 ίδιου κώδικα, εφαρμόζεται και στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στην κατ’ έφεση δίκη, είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που έχουν δοθεί νομίμως μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν η προσαγωγή αυτών αποκρουστεί ρητώς από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (AΠ 1553/08).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής δεν έλαβε υπόψη του τις με αριθμ. … και … 5.10.2009 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Πλατάνου Ειρήνης Γεωργιάδη, καθώς και με αριθμ. .../6.11.2006 όμοιες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιλίου, τις οποίες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει αυτές (εκκαλούσες - νυν αναιρεσείουσες) με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και ενώπιον του Εφετείου Πατρών που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, με αναφορά μάλιστα στο περιεχόμενο των κατατεθέντων, από το οποίο (περιεχόμενο), σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει η αλήθεια των ισχυρισμών τους και η αναλήθεια του ισχυρισμού των αντιδίκων τους, περί του ότι μετά τον θάνατο της Α.

Β. άσκησε κάποια εξ αυτών (αναιρεσειουσών) αποκλειστικά για τον εαυτό τους πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων γνωστοποιώντας τη βούλησή τους αυτή στην άλλη εξ αδιαιρέτου συγκυρία, ή άλλως ότι η Τ. Γ. μέχρι το 1993 και οι ίδιες (αναιρεσείουσες) έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσαν επί των επιδίκων πράξεις με διάνοια αποκλειστικής κυριότητας.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, όπως διατυπώνεται είναι ορισμένος, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή του, πλην όμως, ως προελέχθη, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, και εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 14.10.2014, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα από τις σελίδες 28 και 43, που οι ίδιες στο αναιρετήριο τους επικαλούνται, γίνεται μόνο αναφορά αυτών, χωρίς όμως να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε.

Συνεπώς ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις προσκομιθείσες από τις εκκαλούσες με αριθμ. .../5.10.2009 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου ... Ειρήνης Γεωργιάδη, καθώς και με αριθμ. .../6.11.2006 όμοιες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιλίου, όπως άλλωστε ρητώς αναφέρει "...δεν ελήφθησαν υπόψη, καθότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών με τις προτάσεις της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου...", και ως εκ τούτου απορριπτέος τυγχάνει ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και με τον πρόσθετο λόγο επί της αναιρέσεώς τους κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ’ του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής δεν έλαβε υπόψη του νομίμως επικληθέν έγγραφο περιέχον εξώδικη ομολογία της βασιμότητας των ισχυρισμών τους και ειδικότερα την προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα με αριθμ. …/15.12.2008 ένορκη βεβαίωση της εκ των αντιδίκων τους Έ.

Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πλατάνου Ειρήνης Γεωργιάδου, από την οποία προέκυπτε η βασιμότητα των ισχυρισμών τους, άλλως και από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 14.10.2014, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και το περιεχόμενο των οποίων επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, και συγκεκριμένα από το περιεχόμενο των σελίδων 28 και 43, που οι ίδιες (οι αναιρεσείουσες) στο αναιρετήριό τους επικαλούνται, πράγματι γίνεται επίκληση της με αριθμό …/15.12.2008 ένορκης βεβαίωσης της εκ των αναιρεσιβλήτων Έ.

Δ. ληφθείσα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πλατάνου Ειρήνης Γεωργιάδου. Όμως η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, για την οποία δεν καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων τους ή ότι αυτοί παραστάθηκαν, προφανώς δεν εδόθη από μέρους της βεβαιώνουσας Έ. Δ. για να χρησιμοποιηθεί ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, αφού άλλωστε δεν θα μπορούσε λόγω της ιδιότητάς της ως διαδίκου.

Ορθώς λοιπόν δεν αναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως τοιούτο (ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο) αλλά συμπεριελήφθη στην γενική μνεία της λήψεως υπόψη όλων των επικαλουμένων και νομίμως προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων και εκ του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι συνεκτιμήθηκε με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, απορριπτέος δε τυγχάνει ο, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος επί αυτής κατά το πρώτο σκέλος αυτού. Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίζονται ότι επικαλέστηκαν στο Εφετείο εξώδικη ομολογία της πρώτης εκ των αναιρεσιβλήτων περί αποκλειστικής συγκυριότητας αυτών (αναιρεσειουσών), η οποία μάλιστα αποδεικνυόταν με την ως άνω επίμαχη ένορκη βεβαίωση.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος επί της αναιρέσεώς τους κατά το πρώτο σκέλος αυτού, κατ’ ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την (εξώδικη) ομολογία αυτή πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Επιπροσθέτως δε ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. επικαλούμενος δεύτερος λόγος, είναι και μη νόμιμος, καθόσον η ένορκη βεβαίωση δεν συνιστά πράγμα υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορικοί βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.

ΑΠ 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.ΑΠ 25/2003). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους που αποτελεί και λόγο της εφέσεώς τους και επί λέξει έχει ως εξής: "...ότι η αρχική αντίδικος (Α. Σ.) ουδέποτε επελήφθη της νομής ή συννομής των επιδίκων ακινήτων, ενώ αυτά τα "κατέλαβε" και τα ενέμετο με διάνοια κυρίου, αποκλειστικά και μόνο, από του έτους 1966 και μέχρι του θανάτου της (1993), η μητέρα μας (τους), Τ.

Β. - Γ., έχοντας έτσι συμπληρώσει πέραν των είκοσι (20) ετών στην αποκλειστική τους νομή και κατά συνέπεια καταστάσα κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι, τόσο η αποβιώσασα το έτος 1993 μητέρα μας, Τ. χα Σ. Γ. το γένος Ν. και Α.Β., όσο και εμείς (αυτές), ως εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής, έχουμε (έχουν) αποκτήσει από πολλών ετών (άνω των 40) την κυριότητα των πιο πάνω περιγραφέντων ακινήτων, επί των οποίων ασκούσαμε (και ασκούμε) (ασκούν) όλες τις προσιδιάζουσες σε κυρίους διακατοχικές πράξεις που τεκμηριώνουν βούληση εξουσιάσεως, χωρίς ποτε η κυριότητά μας (τους) αυτή να αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε, ούτε από την αντίδικο, μέχρι προ τίνος που ξαφνικά "εμφανίσθηκε" και παρά το γεγονός ότι ουδέποτε είχε καταστεί νομέας ή συννομέας αυτών προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και άσκηση αγωγής εναντίον μας (τους), ισχυριζομένη αβασίμως ότι είναι συγκυρία των επιδίκων κατά το εξ αδιαιρέτου." Από τις προπαρατεθείσες και αναφερόμενες ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών που αποτελεί και τη βάση της αγωγής τους και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγο της αιτήσεώς τους, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω με τον ίδιο ως άνω λόγο, αλλά και με τον πρόσθετο λόγο επί της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείουσες προσκόμισαν με επίκληση για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) Αντίγραφο των υπ’ αριθ. 40/93 πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, όπου έγινε η δημοσίευση της ενσωματωμένης σε αυτά υπ’ αριθ. .../24.10.1992 δημοσίας διαθήκης της αποβιώσασας την 1.3.1993 μητέρας τους Τ.ς χας Σ.

Γ., 2) Φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ’ αριθ. πρωτ. … της 13.3.1994 βεβαιώσεως του Προέδρου της Κοινότητας ... 3) Φωτοτυπικό αντίγραφο του υπ’ αριθ. πρωτ. 159/31.8.2005 "αντιγράφου εγγραφής βιβλίου αδικημάτων -συμβάντων" του Αστυνομικού Τμήματος ... 4) Φωτοτυπικό αντίγραφο του υπ’ αριθ. πρωτ. .../2005 αντιγράφου από το "βιβλίο αδικημάτων συμβάντων - συλλήψεων και παραπόνων" του Αστυνομικού Τμήματος ...

και 5) Φωτοτυπικό αντίγραφο του υπ’ αριθ. πρωτ. .../2005 αντιγράφου από το "βιβλίο αδικημάτων - συμβάντων -συλλήψεων και παραπόνων" του Αστυνομικού Τμήματος .... Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και συνεκτίμησε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.

Επομένως και ο, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., πιο πάνω (3ος) λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος επί της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος επ’ αυτής λόγος να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. -

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2015 αίτηση των: 1) Ε. Γ., 2) Μ. Γ., 3) Α. Γ. και 4) Ι. Γ. και τον από 30-9-2015 πρόσθετο επ’ αυτής λόγο για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 14/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ