1404/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27661/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 826/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/9/2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1404/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1404/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "AMBASSADOR", που εδρεύει στο Πλαγιάρι Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γκότζη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27661/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 826/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/9/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.
Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.
Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και τη δυνατότητας εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η εκκαλούσα (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που διατηρεί στο Πλαγιάρι Θεσσαλονίκης, και προσέλαβε την εφεσίβλητη (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη), την 1.11.2002, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί στις εκεί εγκαταστάσεις της ως βοηθός σερβιτόρου.
Η σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη, καθώς η εφεσίβλητη εφοδιάστηκε, ενόσω η σύμβαση διαρκούσε, με βιβλιάριο υγείας και έτσι κατέστησε από την αρχή έγκυρη, την αρχικώς άκυρη σύμβαση εργασίας της. Η εφεσίβλητη εργαζόταν με πλήρες και κυλιόμενο ωράριο, πραγματοποιώντας νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές.
Όσο διαρκούσε η σύμβαση εργασίας της απέκτησε δυο παιδιά και για το λόγο αυτό είχε δικαίωμα να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, δικαίωμα το οποίο η εκκαλούσα ικανοποίησε μετά από διαμαρτυρίες της για διάστημα μόνο δέκα μηνών, μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού. Μάλιστα η δεύτερη εγκυμοσύνη της εφεσίβλητης προκάλεσε δυσαρέσκεια στους εκπροσώπους της εκκαλούσας, η οποία μεγάλωσε όταν η εφεσίβλητη προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Μεταξύ των λόγων της ως άνω προσφυγής της ήταν, εκτός από τη μη καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής για την εργασία της τις Κυριακές και τις νυκτερινές ώρες, και το γεγονός ότι ενώ φοίτησε επί δίμηνο στη σχολή μετεκπαίδευσης τουριστικών επαγγελμάτων του ΟΤΕΚ Μακεδονίας και προσκόμισε το οικείο πιστοποιητικό του Οργανισμού στην εκκαλούσα, η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει το σχετικό επίδομα πτυχίου που ανέρχεται σε 10% επί του βασικού μισθού, όπως αυτός διαμορφώνεται από την προϋπηρεσία του υπαλλήλου.
Ωστόσο, η υποχρέωσή της αυτή προκύπτει από το άρθρο 4 παρ. 3 της ΔΑ 20/ 1997 που κηρύχτηκε υποχρεωτική από 8.5.1997 με την 12161/11-6-1997 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΦΕΚ Β' 523/25-6-1997), σύμφωνα με την οποία χορηγείται ποσοστιαίο επίδομα τουριστικής εκπαίδευσης, το οποίο υπολογίζεται στο άθροισμα των αποδοχών των άρθρων 3 και 4 παρ. 1 (εκάστοτε βασικός + προϋπηρεσία) στους αποφοίτους Σχολών Μετεκπαίδευσης σε ποσοστό 10%.
Σε σχετική συζήτηση που έγινε ενώπιον της επιθεωρήτριας εργασίας Δ. Φ. και για την οποία συντάχθηκε το από 10.6.2008 δελτίο εργατικής διαφοράς συστήθηκε στον παριστάμενο διευθυντή της επιχείρησης Γ. Α. να καταβάλει το επίδομα πτυχίου, στην εφεσίβλητη η οποία προσκόμισε αντ' αυτού στην εκκαλούσα βεβαίωση σπουδών ωσότου εκδοθεί ο κανονικός τίτλος σπουδών της, μετά την επικύρωση των αποτελεσμάτων από το ΔΣ του ΟΤΕΚ. 'Ομως, παρά τις διευκρινίσεις που δόθηκαν κατά την ως άνω συζήτηση για την ταυτότητα των δύο τίτλων, διευκρινίσεις τις οποίες παρέσχε εγγράφως και ο διευθυντής του ΟΤΕΚ στο Γ.
Α., η εκκαλούσα όχι μόνο δεν κατέβαλε το επίδομα στην εφεσίβλητη, αλλά δρομολόγησε και την καταγγελία της συμβάσεώς της με βλαπτική μονομερή μεταβολή των συνθηκών εργασίας της, τροποποιώντας το ωράριό της, ώστε να μην εργάζεται Κυριακές και νυκτερινές ώρες και μειώνοντας έτσι τις αποδοχές της. Στις 16. 2. 2009 η εκκαλούσα γνωστοποίησε εγγράφως στην εφεσίβλητη, ότι της χορηγεί αναγκαστικά από 16.2.2009 έως τις 3.3.2009 το υπόλοιπο της ετήσιας άδειας αναψυχής και ότι στις 4.3.2009 θα λυθεί με καταγγελία η σύμβαση εργασίας της και να προσέλθει να λάβει το έγγραφο της καταγγελίας και τη νόμιμη αποζημίωσή της.
Τελικώς τής κοινοποίησε, στις 5.3.2009, το έγγραφο της καταγγελίας και της πρόσφερε την αποζημίωσή της από 5.024,79 ευρώ, την οποία τελικώς παρακατέθεσε στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων, στις 6.3.2009, λόγω της άρνησης της εφεσίβλητης να τη λάβει. Ως προς τους λόγους καταγγελίας της συμβάσεως η εκκαλούσα, αντικρούοντας τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης ότι αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως, ισχυρίζεται ότι κατήγγειλε τη σύμβαση αφενός επειδή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα αφετέρου επειδή η εφεσίβλητη εκτελούσε πλημμελώς την εργασία της.
Ως προς τον πρώτο λόγο που επικαλείται η εκκαλούσα, για την απόδειξη του οποίου προσκομίζει αποσπάσματα από το βιβλίο απογραφών και ισολογισμών, καταχωρίσεις κρατήσεων δωματίων κλπ, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης έγινε λίγο πριν ξεκινήσει η περίοδος αιχμής της τουριστικής κίνησης και ότι, όπως αποδεικνύεται από τους θεωρημένους πίνακες προσωπικού της, μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εφεσίβλητης, προσέλαβε με την ειδικότητα του βοηθού σερβιτόρου άλλα τέσσερα άτομα.
Και ναι μεν επικαλείται ότι οι νεοπροσληφθέντες, από τους οποίους η πρώτη, Ε. Ν., είχε σοβαρό ατύχημα στις 13.6.2009 που την κατέστησε ανίκανη για εργασία έως τις 31.7.2009, ενώ οι άλλοι τρεις που προσλήφθηκαν την 1.7.2009 συμφωνήθηκε να παρέχουν την εργασία τους με καθεστώς μερικής απασχόλησης, ωστόσο γίνεται δεκτό ότι η καθιέρωση της μερικής απασχόλησης μπορεί να λειτουργήσει ως μια εναλλακτική της απόλυσης λύση, όταν εξαιτίας της επιχειρηματικής απόφασης του εργοδότη δεν εξαλείφεται πλήρως η δυνατότητα απασχόλησης του εργαζομένου.
Συνεπώς, εφόσον επρόκειτο να προσληφθεί άλλο άτομο στη θέση της εφεσίβλητης με μερική απασχόληση, θα έπρεπε να της προταθεί, προκειμένου να μη χάσει τη θέση εργασίας της, να δεχθεί αυτή να εργαστεί με μειωμένο ωράριο. Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης Ι. Π., που δεν αντικρούστηκε από άλλα στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη ήταν από τους αρχαιότερους υπαλλήλους της επιχείρησης και ως έγγαμη με δυο παιδιά είχε σημαντικά οικογενειακά βάρη, συνεπώς δεν θα έπρεπε να επιλεγεί ως το μέλος του προσωπικού του οποίου θα καταγγελλόταν η σύμβαση εργασίας, εάν αυτή οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους.
Ως προς τον ισχυρισμό δε ότι εκτελούσε πλημμελώς την εργασία της, αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθώς, εκτός από γενικές κι αόριστες αναφορές στην πλημμελή εργασία της ενάγουσας, δεν αναφέρεται ούτε ένα συγκεκριμένο συμβάν ή ένα μέτρο που έλαβε η εκκαλούσα σε βάρος της, όπως η επίπληξη, και ειδικότερα δεν αιτιολογείται πώς, με τόσο κακή απόδοση, δεν απώλεσε νωρίτερα τη θέση εργασίας της.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεώς της οφείλεται στο γεγονός ότι διεκδίκησε δυναμικά τα δικαιώματά της, γεγονός που ανάγκασε τον εκπρόσωπο της εκκαλούσας Γ. Α. να δηλώσει κατά τη συζήτηση της δεύτερης προσφυγής της εφεσίβλητης στην Επιθεώρηση Εργασίας, στις 30.3.2009, ότι "πέρα από τους οικονομικούς λόγους επλήγη ανεπανόρθωτα το αίσθημα αμοιβαίας εμπιστοσύνης".
Για τους λόγους αυτούς, αποδείχτηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης και συνακόλουθα η ακυρότητά της, εξ αιτίας της οποίας η εκκαλούσα κατέστη από τότε υπερήμερη στην αποδοχή της εργασίας της.
Συνεπώς της οφείλονται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5.3.2009 έως τις 4.3.2010 το ποσό των 10.452 ευρώ (871 καταβαλλόμενος κατά το χρόνο της καταγγελίας μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), καθώς και το επίδομα δώρου Χριστουγέννων 2009 από ευρώ 907,29 (871 + προσαύξηση από 0,04166 της αναλογίας του επιδόματος αδείας), συνολικά δε 11.359,29 ευρώ.
Η εκκαλουμένη απόφαση που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα δεν έσφαλε και ο σχετικός με την κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεύτερος λόγος της έφεσης αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος....... Περαιτέρω, (συνεχίζει το Εφετείο), δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη μπορούσε να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, κατά το χρόνο που η εκκαλούσα ήταν υπερήμερη στην αποδοχή της εργασίας της, ωστόσο δεν το έπραξε από κακοβουλία." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 669 και 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του συνεπτυγμένες μεν αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αφού εξέθεσε τα αντικειμενικά κριτήρια (αρχαιότητα, οικογενειακή κατάσταση κλπ) τα οποία προσέδιδαν στον αναιρεσίβλητη προβάδισμα στη διατήρηση της θέσεως εργασίας της, έστω και με μειωμένο ωράριο, η μη τήρηση των οποίων συνιστούσε προφανή υπέρβαση των ορίων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και δεύτερος από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου και Κώδικα, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών σε σχέση με την προβληθείσα από αυτήν ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη παρέμεινε αδικαιολόγητα και κακόβουλα άνεργη κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασής της μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, γιατί και για το ζήτημα αυτό η πληττόμενη απόφαση έχει συνεπτυγμένη μεν, αλλά πλήρη αιτιολογία.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε (η αναιρεσείουσα) και δεν ήταν προσχηματική, ενώ τα τέσσερα άτομα που προσέλαβε μετά την απόλυση της αναιρεσίβλητης αποτελούσαν εποχιακό προσωπικό και όχι μόνιμο και β) ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε λόγω πλημμελούς εκτελέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των καθηκόντων της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί, που προαναφέρθηκαν, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της αγωγής περί καταχρηστικής καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς και επομένως δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ΚΠολΔ., που κατά το άρθρο 674 παρ. 2 του ιδίου κώδικα εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδάφ. α' του ίδιου κώδικα, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Επομένως, το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που έγιναν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έως τη συζήτηση της εφέσεως. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την ένορκη βεβαίωση 1297/11.5.2010 των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Γ. Λ. και Ι. Π., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε και προσκομίσθηκε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση η παραπάνω ένορκη βεβαίωση αποτελούσε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, που παραδεκτώς υποβλήθηκε και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "Δ. Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "AMBASSADOR" για αναίρεση της 826/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ