1404/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1404/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το αντίστοιχο πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε και δη του άρθρου 23Π.Κ., είναι απαράδεκτος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1404/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σπηλιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2. Π. συζ. Χ. Κ. το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 3. Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 4. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη, και οι 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2004 αγωγή των ήδη πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2173/2007 του ίδιου Δικαστηρίου 1504/2010 μη οριστική και 1370/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-6-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 282/2010).
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το αντίστοιχο πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε και δη του άρθρου 23Π.Κ., είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ, "η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Δηλαδή ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνος δικαίου ή για να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1306/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: "Την 13-9-2002 και περί ώρα 15.00 ο πρώτος των εφεσιβλήτων-εκκαλών Θ. Κ., οδηγώντας ... -ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη τη σύζυγό του Γ. Κ., εκινείτο επί της Π.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας με κατεύθυνση προς Λαμία. Φθάνοντας ...
στο 49° χιλιομετρικό σημείο της εν λόγω οδού ... πραγματοποίησε υπέρβαση ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Π. Κ., με συνοδηγό τον πατέρα του Χ. Κ.. Την υπέρβαση αυτή ο ως άνω οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου θεώρησε αντικανονική και ως εκ τούτου ανέπτυξε ταχύτητα και με τη χρήση των φώτων και των ηχητικών οργάνων του αυτοκινήτου του έκανε σήμα στον ...
Θ. Κ. να σταματήσει. Ο τελευταίος μετά από 500 μέτρα περίπου στάθμευσε το αυτοκίνητό του στο δεξιό άκρο της οδού επί του ερείσματος και στη συνέχεια ο οδηγός του φορτηγού στάθμευσε και αυτός το δικό του αυτοκίνητο σε μικρή απόσταση πιο μπροστά (περίπου 10 μέτρα ). Αμέσως κατέβηκε από το όχημα του ο οδηγός του φορτηγού Π.
Κ. και κατευθύνθηκε προς το μέρος του ... Θ. Κ., ο οποίος στο μεταξύ είχε κατεβεί και αυτός από το αυτοκίνητό του. Εκεί ο Π. Κ. άρχισε να φωνάζει και να υβρίζει τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου ... ενώ ταυτόχρονα του επιτέθηκε κτυπώντας τον με τα χέρια του στο θώρακα και στην αριστερή ζυγωματική χώρα και προκαλώντας του εκδορές θώρακα, θλάση θώρακα, εκδορές αριστερής παρειάς, ρήξη τυμπανικού υμένα, οίδημα πτερυγίου και ζυγωματικής χώρας αριστερά.
Υπό τις συνθήκες αυτές, που πληρούν τις προϋποθέσεις της από τις διατάξεις των άρθρων 284 του ΑΚ και 22 του ΠΚ άδικης και παρούσας επίθεσης, ο ... Θ. Κ., αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, προκειμένου να αποτρέψει τη συνεχιζόμενη άδικη και παρούσα επίθεση που δέχθηκε και απειλούσε τη σωματική του ακεραιότητα.
Έτσι, λοιπόν κατάφερε μια γροθιά εναντίον του θύματος και συγκεκριμένα στο πρόσωπο του, η οποία (γροθιά) ήταν το αναγκαίο μέσο άμυνας για την υπεράσπισή του από την παρούσα και άδικη επίθεση που δέχθηκε, χωρίς να προκύπτει υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου άμυνας, καθόσον αφορά το μέσον που χρησιμοποίησε, δηλαδή τη γροθιά του.
Πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει τέτοια υπέρβαση καθόσον αφορά την ένταση του κτυπήματος, η οποία ήταν μεγαλύτερη της αναγκαίας (το κτύπημα έγινε κατά τρόπο εντονότερο του αναγκαίου) για την αντιμετώπιση της επιθετικής ενέργειας του θύματος, δηλαδή ο πρώτος των εφεσιβλήτων-εκκαλών χρησιμοποίησε υπέρτερη δύναμη και ισχύ από την απαιτουμένη για την απόκρουση της επίθεσης.
Τούτο δε ενισχύεται και από το ότι το θύμα από τη γροθιά που δέχθηκε και εξ αιτίας αυτής ωθήθηκε βίαια και απότομα και κατέπεσε στο οδόστρωμα. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ώθηση και βίαιη πτώση του θύματος στο οδόστρωμα οφείλεται στην απώλεια εκ μέρους του της ισορροπίας, λόγω παλαιού κατάγματος στο αριστερό του πόδι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ...
Θ. Κ., δεδομένου ότι το παλαιό αυτό κάταγμα είχε πορωθεί, το θύμα οδηγούσε χωρίς κανένα πρόβλημα και δραστηριοποιείτο επιτυχώς σε ατομική βιοτεχνία επεξεργασίας ξηρών καρπών. Επιπλέον, υπέρβαση προκύπτει και καθόσον αφορά το μέρος του σώματος στο οποίο τον κτύπησε, δηλαδή το πρόσωπο, που είναι το πιο ευαίσθητο και ευπαθές σημείο του σώματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση δε το αναγκαίο μέτρο, το οποίο αρκούσε για να αποτρέψει ... ο Θ. Κ. την απειλούμενη με την επίθεση βλάβη του, συνίστατο σε κτύπημα με τη γροθιά του μεν, κατά ηπιότερο τρόπο όμως, ώστε να μην ωθηθεί ο παθών βίαια προς το οδόστρωμα και σε λιγότερο ευπαθή και ευαίσθητα σημεία, όπως ο θώρακας ή το στομάχι (κανείς δεν ωθείται ούτε ζαλίζεται δεχόμενος γροθιά στο θώρακα ή το στομάχι), τα οποία ήταν λιγότερο επικίνδυνα αλλά πρόσφορα για την απόκρουση της επίθεσης.
Λόγω δε της έντασης του κτυπήματος αυτού και μάλιστα σε τόσο ευαίσθητο σημείο, δηλαδή το κεφάλι, καθ' υπέρβαση κατά τα ως άνω του αναγκαίου μέτρου, το θύμα ωθήθηκε προς το οδόστρωμα αλλά και ζαλίστηκε, λόγω δε της ώθησης και της ζάλης έπεσε στο οδόστρωμα, σε απόσταση 1,45 μέτρων από το χωμάτινο έρεισμα κάθετα προς τον άξονα αυτού και συγκεκριμένα από τη μέση το σώμα του βρέθηκε εντός του οδοστρώματος.
Κατά την ίδια δε χρονική στιγμή της πτώσεως του διερχόταν από το σημείο εκείνο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό την Μ. Κ., που τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε θανάσιμα ... Περαιτέρω, με βάση τα πιο πάνω εκτεθέντα, η κατά τα άνω υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας δεν οφείλεται σε πρόθεση του ... Θ. Κ., αλλά σε αμέλεια του, δεδομένου ότι δεν επέδειξε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρισκόταν υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και μπορούσε ο ίδιος, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, γνώσεις και ικανότητες, να καταβάλει, προκειμένου να αποτρέψει τη συνεχιζόμενη παρούσα και άδικη επίθεση που δεχόταν από τον επιτιθέμενο, χτυπώντας αυτόν με τη γροθιά του σε λιγότερο ευπαθή σημεία, όπως στο θώρακα ή το στομάχι, αλλά κτύπησε το θύμα με τη γροθιά του, κατά τρόπο εντονότερο του αναγκαίου, στο πρόσωπο (το πλέον ευπαθές και ευαίσθητο σημείο), χωρίς να προβλέψει το ως άνω θανατηφόρο αποτέλεσμα που τελικά επήλθε.
Επίσης, το εν λόγω αποτέλεσμα βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πιο πάνω πράξη του ... Θ. Κ., δεδομένου ότι κατά ως άνω εκτεθέντα αποτέλεσε τον αναγκαίο όρο αυτού (αποτελέσματος). Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος υπερέβη τα όρια της άμυνας εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση από το θύμα, ενόψει μάλιστα και του ότι αυτό ήταν άοπλο, αφού δεν έφερε μαζί του όπλο, ήτοι μαχαίρι ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, κατάλληλο για επίθεση ...".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως προς την υπέρβαση των ορίων της άμυνας (αφού απέκλεισε την περίπτωση υπερβάσεως των ορίων της άμυνας εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής την οποία προκάλεσε στον αναιρεσείοντα η επίθεση του παθόντος) και ειδικότερα όχι όσον αφορά το χρησιμοποιηθέν μέσον (γροθιά), αλλά 1) όσον αφορά την ένσταση του κτυπήματος, η οποία ήταν μεγαλύτερη της αναγκαίας, σε σημείο ώστε να προκαλέσει ζάλη και πτώση του παθόντα στο οδόστρωμα και 2) όσον αφορά το σημείον του σώματος το οποίο επλήγη, κρίναν το Εφετείο ότι θα ήταν λιγότερο επικίνδυνο το κτύπημα με την γροθιά εάν επεχειρείτο στον θώρακα ή στο στομάχι του παθόντος, καθόσον "κανείς δεν ωθείται ούτε ζαλίζεται δεχόμενος γροθιά στο θώρακα ή στο στομάχι", δεν παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 23 Π.Κ.
και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτό. Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 300 εδ.α'Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο καθορισμός του ποσοστού μειώσεως ή η μη επιδίκαση αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα, μετά παραδοχή ότι στη ζημία του συντέλεσε και δικό του πταίσμα, υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς το ζήτημα τούτο αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 677/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόρισε τα ποσοστά συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος και του θανόντος σε 70% και 30% αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π. 19/2011).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει σφάλμα στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δεν περιέχει αιτιολογίες και ειδικότερα δεν προκύπτει, πως καθόρισε το επιδικασθέν ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως στο ύψος των 40.000 ευρώ, αφού προηγουμένως δεν προσδιόρισε το εύλογο ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως, ώστε ακολούθως να το μειώσει κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητος του παθόντος, είναι απαράδεκτος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι για απαιτήσεις από αδικοπραξίες εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να διατάξει ή μη την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον είναι αποδεδειγμένη η απαίτηση, αρκεί δε η υποβολή σχετικού αιτήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο ο οφειλέτης να στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστού. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 546/2011, ΑΠ 76/2008). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την φερεγγυότητα ή μη αυτού εν σχέσει προς την απαγγελθείσα σε βάρος του προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως εκείνης, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ως "ζητήματα", των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 1255/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, με τον δεύτερο λόγο και κατά το τέταρτο σκέλος του της αιτήσεως αναιρέσεως, την πλημμέλεια για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος, ότι η απόφαση είναι εντελώς αναιτιολόγητη, διότι ενώ κάποιες αποφάσεις των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και μία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρονται σε συμπλοκή τριών προσώπων, "εν τούτοις (η προσβαλλομένη) αυθαίρετα αποφαίνεται, καίτοι κάνει μνεία περί συνεπιβαίνοντος, ότι κατέβηκε μόνο το θύμα και συνεπλάκη με εμένα, χωρίς να κάνει καμμία μνεία για την συμπεριφορά του πατρός".
Τα ανωτέρω όμως, δεν αποτελούν "ζήτημα" υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια και συνεπώς ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απαράδεκτος.
Επειδή η προσβαλλομένη απόφαση, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη, Μ. Κ., διέλαβε τα εξής: "Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο πιο πάνω θανάσιμος τραυματισμός του Π. Κ. οφείλεται σε αμέλεια της παραπάνω οδηγού ... Μ. Κ.. Η τελευταία, στο πιο πάνω σημείο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα περίπου 40 χιλιομέτρων την ώρα ακολουθώντας το προπορευόμενο σε μικρή απόσταση όχημα που οδηγούσε ο Π. Σ. και, παρά την ελαφρά κλίση (κίνηση) του αυτοκινήτου της προς τα αριστερά, δεν μπόρεσε να αποφύγει την παράσυρση του θύματος, ενόψει της εντελώς αιφνίδιας, απότομης και από πολύ μικρή απόσταση πτώσης του θύματος στο οδόστρωμα στην πορεία της ... Επίσης, η πιο πάνω οδηγός ... με ... απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδας, που έχει καταστεί αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώα για την αποδοθείσα σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ...". Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά την συμπεριφορά της τρίτης αναιρεσίβλητης οδηγού κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το αυτοκίνητό της παρέσυρε τον παθόντα και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και κατά το πέμπτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Από την βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, ήτοι α) την υπ' αριθ. 122, 123, 124/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδος, β) την υπ' αριθ. 2173/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την υπ' αριθ. 769/1-6-2006 βεβαίωση του Δήμου Θηβών και δ) την από 29-6-2009 απόφαση του Ο.Α.Ε.Δ., από τα οποία μάλιστα η υπό στοιχείον β'απόφαση είναι αυτή επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως απόφαση του Εφετείου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1370/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ