1404/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ παραγραφή διακόπτεται αφότου έγινε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα, για τον εναγόμενο, κάτοικο Γερμανίας (άρθρα 134 και 136 Κ Πολ Δ) και όχι αφότου έγινε η πραγματική επίδοση στον εναγόμενο.
Legislator headnote
AI generated1404/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1404 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η παραγραφή διακόπτεται αφότου έγινε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα, για τον εναγόμενο, κάτοικο Γερμανίας (άρθρα 134 και 136 Κ Πολ Δ) και όχι αφότου έγινε η πραγματική επίδοση στον εναγόμενο.
Αριθμός 1404/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γερμανικού Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "DEUTSCHE RENTENVERSICHERUNG, KNAPPSCHAFT-BAHN-SEE", πρώην "DIEBUNDESKNAPPSCHAFT", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) H. ("H.") S. του J., κατοίκου ..., 2) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 18/1/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6368/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4895/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6368/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/1/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 25/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση: α)από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 5312 Ε/23.4.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με συνημμένη πιστή μετάφρασή της στην γερμανική γλώσσα, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (4.3.2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Γερμανικού Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, για τον γνωστής διαμονής στη Γερμανία, πρώτο των αναιρεσιβλήτων H. (H.) S. του J., β)από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. DR I 26/10 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Ειρηνοδικείου Γκέλντερν Φερχέιν, προκύπτει η πραγματική επίδοση του κοινοποιηθέντος ως άνω δικογράφου στον ως άνω αναιρεσίβλητο στις 11.5.2010 και γ)από το προσκομιζόμενo με επίκληση από 14.9.2010 αποδεικτικό επίδοσης με συστημένο και απόδειξη παραλαβής δια του ταχυδρομείου από τον ως άνω αναιρεσίβλητο, προκύπτει εκ περισσού η πραγματική επίδοση σε αυτόν του ως άνω δικογράφου. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, κατά τα προαναφερθέντα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση του αναιρεσείοντoς από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης, ως προς τη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Commercial Value AAE), που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, είναι νόμιμη και επιφέρει την κατάργηση της δίκης, ως προς την άνω δευτέρα των αναιρεσιβλήτων. Η διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοστεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 31/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ,από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 9 παρ.1 και 2 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 261 εδάφ.α' του ΑΚ, κατά το οποίο, "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής".
Κανόνας ουσιαστικού δικαίου, είναι και οι κανονισμού, που αποτελούν την κυριότερη πηγή του δευτερογενούς Ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και έχουν γενική ισχύ, είναι δε δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος (άρθρ. 189 Συνθ.ΕΟΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο Ζ 60 Συνθ.ΕΕ).
Έτσι η παραβίασή τους ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που άρχισε να ισχύει από τις 31/5/2001 και είναι άμεσης εφαρμογής (ΑΠ 149/2003, 144/2003), με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1).
Όταν όμως στα πλαίσια κινηθείσας ή εκκρεμούσας διαδικασίας στο κράτος μέλος περιέλευσης, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Η επίδοση της πράξης από την υπηρεσία παραλαβής προς τον παραλήπτη γίνεται το συντομότερο δυνατόν με βάση το εσωτερικό δίκαιο του κράτους παραλαβής ή με τον ειδικό τρόπο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης εφόσον αυτός δεν αντιβαίνει στο εσωτερικό δίκαιο του κράτους παραλαβής (άρθρο 7 παρ. 1 του κανονισμού).
Ως υπηρεσία δε διαβίβασης η Ελλάδα έχει ορίσει με σχετική ανακοίνωσή της στην Επιτροπή, που δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 23 του κανονισμού, τις εισαγγελίες και των τριών βαθμών δικαιοδοσίας. Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη παραγραφής), γι' αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν.
Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία.
Γι' αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης.
Ενόψει των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού 1348/2000, στην περίπτωση που η αγωγή στρέφεται κατά προσώπων που κατοικούν σε χώρα της Ε.Ε., ως χρόνος ασκήσεως αυτής και επέλευσης όλων των ουσιαστικών και δικονομικών συνεπειών κατά το ελληνικό δίκαιο νοείται εκείνη της πλασματικής επίδοσης του σχετικού δικογράφου στον εισαγγελέα, κατ' άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 289/2005).
Με το άρθρο 25 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, καταργήθηκε ο ως άνω κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, που ίσχυε στην προκειμένη ένδικη υπόθεση και ο νέος κανονισμός άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 26 αυτού, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (επίσημη εφημερίδα αριθ. L 324 της 10.12.2007 σ. 0079-0120).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε ως παραγεγραμμένη την από 2.4.2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλοδαπού Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης Ανθρακωρύχων, που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και με την οποία αξίωνε το αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή) ποσό, που είχε καταβάλει ως ασφαλιστικός φορέας, σε ασφαλισμένο του, ο οποίος, τραυματίστηκε εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, προκληθέντος, από υπαιτιότητα του ανωτέρω οδηγού. Όμως, η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, διεκόπη, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, με την πλασματική επίδοση της υπό κρίση αγωγής στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (στις 19.4.2004), για τον πρώτο εναγόμενο, κάτοικο Γερμανίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη υπ' αριθμ. 5714-Δ'/ 19.4.2004 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ήτοι εντός της πενταετίας από το ένδικο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 24.5.1999.
Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που υπολόγισε την ανωτέρω πενταετή παραγραφή με χρόνο έναρξης την πραγματική επίδοση της αγωγής στον αναιρεσίβλητο που έλαβε χώρα στις 9.7.2004, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 9 παρ.1 και 2 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 261 εδ. α' του ΑΚ.
Επομένως, είναι βάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί τη δίκη ως προς τη δευτέρα αναιρεσίβλητη.
Αναιρεί την 6368/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ