1404/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1404/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προσκομιζόμενο από τους διαδίκους από 1-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό). Έτσι, ως συνομολογείται από τους διαδίκους, οι ως άνω συναλλαγματικές, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, δεν εξοφλήθηκαν κατά τη λήξη τους, και πληρωθείσας συνεπώς της διαλυτικής αιρέσεως ανετράπη η σύμβαση της ανανεώσεως χρέους μη ισχύουσα πλέον, ενώ επανήλθε η προηγούμενη καταργηθείσα με αυτήν ενοχή από το δάνειο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1404/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Πασσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2079/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5551/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2003 αίτησή της και τους από 29-9-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 7-5-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 29-12-2003 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτά ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 29-9-2009 πρόσθετοι λόγοι αυτής, αντίγραφο των οποίων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει τούτο από την υπ' αριθμ. 1615β/4-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....
Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Για να είναι όμως ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος και ως εκ τούτου να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αυτού. Είναι αυτονόητο ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο, κατ' επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 202, 207, 173, 200 και 288 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου. Ομοίως, απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, είναι ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας προβάλλεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον δεν καθορίζεται ποια είναι τα διδάγματα αυτά.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 341/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με βάση, άκυρη, λόγω ελλείψεως χαρτοσημάνσεως, συναλλαγματική, ισχύουσας κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους και για τον ανακόπτοντα, τριτεγγυητή αυτής, ως εγγύηση του κοινού δικαίου και ακυρώθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής.
Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκδότρια της επίδικης συναλλαγματικής καθ' ης η ανακοπή (και ήδη αναιρεσείουσα) είχε απαίτηση έναντι του αποδέκτη αυτής Κ από δάνειο και ενόψει αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της περιουσίας του (εκπλειστηριασμός την 1-3-2000 της οικογενειακής οικίας του) την 1-3-2000 συνήψαν εγγράφως σύμβαση ανανέωσης χρέους με την οποία αντικαταστάθηκε η παλαιά ενοχή με σκοπό την κατάργηση της και συμφωνήθηκε να οφείλεται πλέον η νέα, ύψους 80.000.000 δραχμών, χάριν καταβολής του οποίου η καθ' ης εξέδωσε και ο Κ αποδέχθηκε αυθημερόν δύο (2) συναλλαγματικές, μία των 60.000.000 δραχμών, λήξεως 31-5-2000 και η άλλη των 20.000.000 δραχμών, λήξεως την 31-12-2000, στην οποία τελευταία τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη αυτού ο ανακόπτων (και ήδη αναιρεσίβλητος), ενώ οι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν επιπροσθέτως ρητώς ότι η σύμβαση αυτή ανανέωσης χρέους τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής του χρέους (εξόφληση συναλλαγματικών) και ότι σε περίπτωση πλήρωσης της αιρέσεως αυτής και μη εξοφλήσεως των συναλλαγματικών κατά τη λήξη τους θα ίσχυαν οι προηγούμενες οφειλές ως είχαν κατά το χρόνο της ανανέωσης (βλ.
προσκομιζόμενο από τους διαδίκους από 1-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό). Έτσι, ως συνομολογείται από τους διαδίκους, οι ως άνω συναλλαγματικές, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, δεν εξοφλήθηκαν κατά τη λήξη τους, και πληρωθείσας συνεπώς της διαλυτικής αιρέσεως ανετράπη η σύμβαση της ανανεώσεως χρέους μη ισχύουσα πλέον, ενώ επανήλθε η προηγούμενη καταργηθείσα με αυτήν ενοχή από το δάνειο.
Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, και αφού η υποκείμενη αιτία της εκδόσεως της επίδικης συναλλαγματικής, δηλαδή η σύμβαση ανανέωσης χρέους, εξέλιπε και δεν επακολούθησε, δεν οφείλεται και η ενοχή από την επίδικη συναλλαγματική η οποία κατά μετατροπή λόγω ελλείψεως χαρτοσήμανσης ισχύει ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους και λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως δεν ευθύνεται ο ανακόπτων ως εγγυητής της εξοφλήσεως της ενοχής αυτής, αφού η οφειλή για την οποία είχε εγγυηθεί απεσβέσθη και οφείλεται πλέον στην καθ' ης μόνον η παλαιά που αναβίωσε και για την οποία δεν είχε εγγυηθεί ο ανακόπτων.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ούτε αμέσως αλλά ούτε και εμμέσως προέβη σε διαπίστωση κενού στις περιεχόμενες στο από 1-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό δηλώσεις βουλήσεως ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των δηλώσεων αυτών και το αντικείμενο τους, αφού δέχθηκε ότι σαφώς προκύπτει από αυτό ότι η σύμβαση ανανέωσης χρέους τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της εξόφλησης των συναλλαγματικών από τον αποδέκτη κατά τη λήξη τους και ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθούν θα ίσχυαν οι κατά το χρόνο της ανανέωσης προηγούμενες οφειλές του αποδέκτη.
Εξάλλου, με την προαναφερθείσα κρίση του περί υπάρξεως διαλυτικής αιρέσεως στην ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την εφαρμοστέα εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ την οποία και εφάρμοσε και 421 ΑΚ, την οποία, ως μη εφαρμοστέα, δεν εφάρμοσε.
Επομένως οι περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, μέμφεται το εφετείο για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 202 ΑΚ με την εσφαλμένη εφαρμογή τους και του άρθρου 421 ΑΚ με την μη εφαρμογή του, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του, θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το εφετείο ότι με το να δεχθεί την ύπαρξη διαλυτικής αιρέσεως με τον προαναφερθέντα όρο του συμφωνητικού, ενώ, κατ' αυτήν, από το σαφές περιεχόμενο του όρου αυτού προκύπτει ότι είχε το δικαίωμα ως δανειστής, να αξιώσει, είτε την εκ της ανανεώσεως απαίτησή της κατά του αναιρεσιβλήτου είτε παραλλήλως προς αυτή την παλαιά αξίωση της από τον πρωτοφειλέτη Κ, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-3-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, με τα διαλαμβανόμενα σ' αυτόν, είναι προφανές ότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, με την απόδοση σ' αυτό σφάλματος ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του σχετικού όρου και όχι σφάλματος ως προς την ανάγνωση αυτού, είναι δε αδιάφορο αν κατέληξε σε πόρισμα που η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ορθό.
Ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προβολή στο εφετείο από τον εκκαλούντα με την έφεση νέων ισχυρισμών μη προταθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη, εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής προϋπόθεσης από το άρθρο 269 παρ.2 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ προβάλλονται οι αιτιάσεις: α) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον επί του άρθρου 207 ΑΚ ερειδόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με την μη καταβολή του ποσού της επίδικης συναλλαγματικής από τον αναιρεσίβλητο, προκλήθηκε από τον ίδιο η πλήρωση της αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη, ισχυρισμό τον οποίο πρόβαλε πρωτοβαθμίως και επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως και β) παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτού και ακολούθως τον απέρριψε.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, ως προς μεν την υπό στοιχείο α' αιτίαση, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό αυτό, ως προς δε την υπό στοιχείο β', διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοβαθμίων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αυτή δεν πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο παρόμοια ένσταση.
Με μόνη την επικαλούμενη για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής περικοπή των πρωτοβαθμίων προτάσεων της, ".....αφού ερμηνεύει (ο αναιρεσίβλητος) το δικαίωμά μου (αναιρεσείουσας) για είσπραξη της συναλλαγματικής...ως δικό του δικαίωμα άρνησης πληρωμής και μάλιστα άρνηση εξ αρχής γεγενημένης ήτοι ως γεγονός αποκείμενο αποκλειστικά στη δική του βούληση..." δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκτίθενται πραγματικά περιστατικά αντίθετης προς την καλή πίστη συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου που προκάλεσε την πλήρωση της αιρέσεως.
Συνεπώς το εφετείο που κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό αυτό, λόγω βραδείας επίκλησης και μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια. Εξάλλου, απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο εφετείο έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού, διότι ο λόγος αυτός, προϋποθέτει έρευνα κατ' ουσίαν και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον θεμελιούντα ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό ως απαράδεκτο.
Με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το εφετείο ότι με το να δεχθεί ομολογία της αναιρεσείουσας περί μη εξοφλήσεως της συναλλαγματικής των 60.000.000 δραχμών από τον πρωτοφειλέτη Κ, ενώ από κανένα έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προέκυπτε τοιαύτη ομολογία, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αλυσιτελής, προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον, διότι η αποδοχή από τον πρωτοφειλέτη Κ της ως άνω συναλλαγματικής των 60.000.000 δραχμών, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της παρούσης δίκης και συνεπώς η απόδειξη πληρωμής ή μη αυτής δεν συνιστά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση και το από 29 Σεπτεμβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5551/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ