1404/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1404/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για παρεχόμενη κατά το Σάββατο εργασία που δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 § 1 του ν.δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), έστω και αν κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος εργάστηκε (ο μισθωτός) λιγότερες ώρες από το εβδομαδιαίο ωράριο του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1404 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1404/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Καούτσκη. Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριέττα Κουκά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5496/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπερεργασία είναι η παρεχόμενη εργασία πέρα του ωραρίου, που καθορίζεται με ατομική συμφωνία ή με συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση, και μέχρι του ανώτατου ορίου του νόμιμου ωραρίου του μισθωτού, ενώ υπερωριακή εργασία ή υπερωρία είναι η απασχόληση του μισθωτού πέρα από το ανώτατο όριο του νόμιμου ωραρίου του, υπάρχει δε υπερωρία και όταν δεν γίνεται υπέρβαση του νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου, αλλά μόνο του νόμιμου ημερησίου ωραρίου.
Ειδικότερα, όταν ισχύει, όπως επί του προκειμένου, για τους μισθωτούς των καταστημάτων ( άρθρο 42 § 4 ν. 1892/1990), στους οποίους υπάγονται και οι εργαζόμενοι στα κομμωτήρια, το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, τότε με βάση την από 4-2-1984 ΕΓΣΣΕ και τα άρθρα 3 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, 6 § 2 της 6/1979 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1082/1980, και την 1/1982 απόφαση του ίδιου Διαιτητικού Δικαστηρίου, που κυρώθηκε με το Ν. 1346/1983, υπερεργασία είναι η εργασία που παρέχεται εβδομαδιαίως κατά το εν λόγω πενθήμερο πέρα των 40 ωρών και μέχρι της 45ης ώρας, ενώ υπερωριακή είναι η εργασία η παρεχόμενη κατά το ίδιο πενθήμερο πέρα των 45 ωρών εβδομαδιαίως ή των 9 ωρών ημερησίως.
Αν ο μισθωτός απασχολήθηκε και πέρα του ως άνω πενθημέρου, η επιπλέον εργασία του αυτή, δηλ. η απασχόλησή του κατά την έκτη ή την έβδομη ημέρα της εβδομάδας (ημέρες αναπαύσεως), δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία του, προκειμένου να εξευρεθεί αν πραγματοποίησε υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία.
Επομένως, αφού η υπερεργασία υπολογίζεται μόνο επί εβδομαδιαίας βάσεως, η εργασία, που παρέχει μισθωτός, υπαγόμενος στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως, πέρα του πενθημέρου αυτού, δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση υπερεργασία, ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας αλλά και επί ημερήσιας βάσεως, μπορεί η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για καθεμία από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη ή έβδομη), να συνιστά υπερωρία, αν υπερβαίνει για καθεμία από αυτές το γενικό νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας, ήτοι το 8ωρο.
Για παρεχόμενη κατά το Σάββατο εργασία που δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 § 1 του ν.δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), έστω και αν κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος εργάστηκε (ο μισθωτός) λιγότερες ώρες από το εβδομαδιαίο ωράριο του.
Εξάλλου, προκειμένου για μισθωτούς που υπάγονται στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η εργασία κατά το Σάββατο λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της υπερεργασίας και συναριθμείται με την εργασία των άλλων ημερών στην περίπτωση εργασίας κατά το Σάββατο ως πέμπτης ημέρας, αν η ημέρα αναπαύσεως του εργαζομένου λόγω του πενθημέρου καθορίζεται άλλη ημέρα της εβδομάδας με ατομική συμφωνία ενόψει και του άρθρου 42 § 5 του Ν. 1892/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από 19-7-1991 με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991, που ορίζει ότι η ημέρα ανάπαυσης των εργαζομένων λόγω πενθημέρου καθορίζεται κυλιόμενη, εκτός εάν ρυθμίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις ή με ατομική συμφωνία.
Τέλος, από 1-4-2001, με το Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι των 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% ( §§ 2 και 4 του άρθρου 4). Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου (σύμφωνα με την § 5 του άρθρου 4).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα εξής που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση: Με προφορική σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 5-11-1996, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος στην επιχείρηση κομμωτηρίου που διατηρεί ο εναγόμενος στον Πειραιά.
Το αντικείμενο της εργασίας της συνίστατο στη γραμματειακή υποστήριξη της επιχειρήσεως, υποδοχή των πελατών, διευθέτηση των "rendezvous" δια τηλεφώνου, εξυπηρέτηση των προσερχομένων πελατών, έκδοση αποδείξεως από ταμειακή μηχανή και είσπραξη αμοιβής από τους πελάτες. Η ενάγουσα εργάστηκε μέχρι τις 26-10-2004, που λύθηκε η σύμβασή της με έγκυρη καταγγελία αυτής από τον εναγόμενο.
Η ενάγουσα εργαζόταν σε πενθήμερη βάση από Δευτέρα έως και Σάββατο, λαμβάνοντας όμως ενδιαμέσως ως ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως την Τετάρτη. Το ωράριο εργασίας του κομμωτηρίου ήταν: τη Δευτέρα (και Τετάρτη) 08:30'- 16:30', την Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή 08:30'- 19:00 και το Σάββατο 08:00'-17:30', ήτοι 49 ώρες συνολικά. Η ενάγουσα δεν εργάστηκε πέραν των 40 ωρών κατά τις πέντε ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα μέχρι Παρασκευή) ούτε πέραν των 8 ωρών ημερησίως αλλά, επειδή εργαζόταν και τα Σάββατα, πρέπει να προστεθούν ακόμη 8 ώρες για κάθε εβδομάδα.
Και για μεν το διάστημα μέχρι την ισχύ του Ν. 2874/2000, δηλ. μέχρι τις 31-3-2001, οι πρώτες 5 από τις 8 ώρες εργασίας του Σαββάτου (41η έως 45η) αποτελούσαν υπερεργασία, αφού κριτήριο για τη συνδρομή αυτής αποτελεί η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, για τη οποία (υπερεργασία) η αμοιβή είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, ενώ οι λοιπές 3 ώρες είναι παράνομες υπερωρίες, που αμείβονται με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
Από 1-4-2001 όμως, που άρχισε η ισχύς του άνω νόμου, με το άρθρο 4 του οποίου καταργήθηκε η υπερεργασία, ενώ δόθηκε η ευχέρεια στον εργοδότη να απασχολεί το μισθωτό για 3 ώρες την εβδομάδα μετά τη συμπλήρωση των 40 ωρών, η απασχόληση αυτή των πρώτων 3 ωρών (41η έως 43η) χαρακτηρίζεται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή και αμείβεται με προσαυξημένο κατά 50% ωρομίσθιο, ενώ η πέραν των ωρών αυτών εργασία θεωρείται παράνομη και αμείβεται με το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%.
Όμως η ενάγουσα από τις 5 αυτές ώρες ( 44η έως 48η) του Σαββάτου προβάλλει για το μετά το από 1-4-2001 διάστημα απαίτηση μόνο για τις 2 1/2 ώρες, δεσμεύοντας έτσι το Δικαστήριο κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ στα πλαίσια του αιτήματός της. Στη συνέχεια, το Εφετείο, έχοντας προηγουμένως εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλα τα κεφάλαιά της, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κεφάλαια της αγωγής περί ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσίβλητης, μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ως αμοιβές για υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως και για παράνομη υπερωρία 3 ωρών εβδομαδιαίως, μετά δε την 1-4-2001 για ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία 3 ωρών εβδομαδιαίως και παράνομη υπερωριακή εργασία 2 1/2 ωρών εβδομαδιαίως (σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής) τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου και με συνυπολογισμό της εργασίας του Σαββάτου για τον υπολογισμό των ωρών υπερεργασίας και των ωρών της υπερωριακής απασχόλησης σε εβδομαδιαία βάση, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα της αγωγής για πληρωμή αμοιβής υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ορθά μεν, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ενόψει της Τετάρτης ως ημέρας αναπαύσεως της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι η εργασία του Σαββάτου συναριθμείται με την απασχόληση των άλλων εργάσιμων ημερών για τον προσδιορισμό της εβδομαδιαίας απασχολήσεως αυτής και την εξεύρεση της υπερεργασίας της, παραβίασε, ωστόσο, ευθέως τις ίδιες διατάξεις, γιατί, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν εργαζόταν περισσότερο από 40 ώρες την εβδομάδα (μαζί με το Σάββατο) ούτε περισσότερο από 8 ώρες την ημέρα, επιδίκασε αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή (δηλαδή και ως προς τα επηρεαζόμενα κεφάλαια του βασικού μισθού κλπ), να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 123/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ