1404/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1404/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Full text
Απόφαση 1404 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1404/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καλογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννάκι.
Κοινοποιουμένη προς την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία : "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 21-7-2003 πρόσθετη παρέμβασή της "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6650/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8384/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 81 εδ. γ Κ.Πολ.Δ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνο που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη από 558 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται μεν κατά τον προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν είναι κύριος διάδικος, πρέπει όμως αυτός να καλείται σε συζήτηση της αναίρεσης. Σε αντίθετη περίπτωση η εκτέλεση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1314/02, ΑΠ 902/02).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως μετά της επ' αυτού πράξεως προσδιορισμού δικασίμου και της κάτωθι αυτής κλήσεως προς συζήτηση, στην προσθέτως παρεμβάσα υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος (τότε εφεσίβλητου) κατά τη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία, "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", προσκομίζει και η σχετική υπ' αριθ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .... .Πρέπει επομένως παρά την απουσία της να χωρίσει παραδεκτώς η συζήτηση της υποθέσεως.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, περί αποζημιώσεως της αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί πραγμάτων (άρθρ. 561, ΚΠολΔ τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, με τις εξής αιτιολογίες κατά τα κύρια σημεία αυτών.
Τον Αύγουστο του έτους 1999 η ενάγουσα επισκέφτηκε στο ιατρείο του στην Αθήνα τον ιατρό πλαστικό χειρουργό Χ1 - εναγόμενο όπου, αφού τον ενημέρωσε ότι έπασχε από συγγενή (εκ γενετής) σημαντική πτώση του άνω βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού, προς αποκατάσταση της οποίας είχε υποβληθεί στο παρελθόν σε δύο ανεπιτυχείς εγχειρήσεις, αποφάσισε, μετά συζήτηση μαζί του, να υποβληθεί στις 6.9.1999 σε νέα βλεφαροπλαστική εγχείρηση στο δεξιό οφθαλμό.
Κατά την παραπάνω ενημέρωση, η ενάγουσα είπε στον εναγόμενο ότι η πρώτη από τις δύο εγχειρήσεις έγινε το έτος 1987 στην Ελλάδα από τον πλαστικό χειρουργό ...., όταν ήταν 14 ετών χωρίς όμως ομαλή μετεγχειρητική πορεία, διότι προκλήθηκε εντρόπιο, που αποκαταστάθηκε με άμεση χειρουργική επέμβαση και ότι η δεύτερη εγχείρηση έγινε το έτος 1991 στο Λονδίνο από τον ειδικό οφθαλμοπλαστικό Γ1.
Την 6.9.1999 ο εναγόμενος χειρούργησε την ενάγουσα στο ιδιωτικό Θεραπευτήριο "ΙΑΣΩ", που βρίσκεται στην Αθήνα, με τοπική αναισθησία, εφαρμόζοντας την τεχνική της πρόσθιας προσπέλασης. Το βράδυ της ίδιας ημέρας αυτή επέστρεψε στην οικία της στη ....., αφού έλαβε από τον εναγόμενο οδηγίες για θεραπευτική αγωγή, που έπρεπε προληπτικά να ακολουθήσει και αφορούσε χρήση αλοιφής και αντιβιοτικού κολλυρίου ώστε να λιπαίνεται ο οφθαλμός και να μην ξεραίνεται ο κερατοειδής, ενόψει και του ότι ο εγχειρισμένος οφθαλμός παρέμενε ανοικτός 3-4 χιλιοστά λόγω του μετεγχειρητικού οιδήματος. Την μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας παρακολούθησε ο εναγόμενος στο ιατρείο του σε προγραμματισμένες επισκέψεις στις 7, 8 και 9 Σεπτεμβρίου 1999, οπότε και όρισε την επόμενη επίσκεψη για τις 20.9.1999. Κατά τις παραπάνω επισκέψεις στις 7, 8 και 9 Σεπτεμβρίου η ενάγουσα παραπονείτο στον εναγόμενο για πόνο στο δεξιό οφθαλμό, όμως αυτός την καθησύχαζε αποδίδοντας τον πόνο στο οίδημα του βλεφάρου λόγω της εγχείρησης και της συνέστησε για την αντιμετώπιση του πόνου να λαμβάνει παυσίπονα lonarid.
Ακολούθως δέχθηκε το εφετείο ότι κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 9.9.1999 μέχρι 20.9.1999, δηλαδή από την τελευταία επίσκεψη της ενάγουσας στον εναγόμενο μέχρι και την προγραμματισμένη επίσκεψη της σ' αυτόν, ο πόνος στο δεξιό οφθαλμό της ενάγουσας γινόταν όλο και πιο έντονος. Για την εξέλιξη αυτή τόσο η ίδια η ενάγουσα όσο και η αδελφή της και μάρτυράς της Ψ1 επανειλημμένα ενημέρωσαν τον εναγόμενο τηλεφωνικά, αλλά αυτός εμφανίστηκε και πάλι καθησυχαστικός και της συνέστησε να εξακολουθεί να λαμβάνει παυσίπονα lonarid, το οποίο η ενάγουσα και έπραξε χωρίς να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα, διότι ο πόνος στο δεξιό οφθαλμό εξακολουθούσε να είναι πολύ έντονος.
Στις 20.9.1999 η ενάγουσα μετέβη στο ιατρείο του εναγομένου για την προκαθορισμένη επίσκεψη. Ο εναγόμενος, αφού την εξέτασε, ανήσυχος την παρέπεμψε αμέσως προς εξέταση στον γνωστό του οφθαλμίατρο ....., ο οποίος με τη σειρά του την παρέπεμψε στον οφθαλμίατρο Γ2 ως ειδικό σε προβλήματα κερατοειδούς. Ο τελευταίος, όταν στις 21.9.1999 εξέτασε την ενάγουσα, διαπίστωσε ότι αυτή είχε ένα έλκος στο πάνω μέρος του κερατοειδούς και ότι είχε δημιουργηθεί εντρόπιο (οι βλεφαρίδες δηλαδή του πάνω βλεφάρου γύριζαν προς τα μέσα και ακουμπούσαν στον κερατοειδή), το οποίο (εντρόπιο) είχε προκληθεί από την ύπαρξη οιδήματος στο πάνω δεξιό, ι βλέφαρο λόγω της εγχείρησης.
Η περίπτωση κρίθηκε κατεπείγουσα, γι' αυτό και στις 22.9.1999 διατάχθηκε από τον εναγόμενο, μετά συνεννόηση με τον ιατρό Γ2, η άμεση εισαγωγή αυτής στο Θεραπευτήριο "ΙΑΣΩ", όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση στο βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού" κατά την οποία τοποθετήθηκε ένα εξωτερικό ράμμα για να διατηρείται ο οφθαλμός συνεχώς ανοικτός και να μη ακουμπούν οι βλεφαρίδες σ' αυτόν.
Επίσης, καθ' υπόδειξη του ιατρού Γ2 έγινε κάποια τομή για να διορθωθεί το εντρόπιο και της χορηγήθηκε ισχυρή αντιβίωση για την αντιμετώπιση της μόλυνσης. Μετά τριήμερη παραμονή εξήλθε από το Θεραπευτήριο "ΙΑΣΩ", όπου επανέρχονταν προκειμένου να της τοποθετηθούν από τον εναγόμενο ράμματα εξωτερικά που θα εμπόδιζαν τις βλεφαρίδες να ακουμπούν στον κερατοειδή.
Το τελευταίο είχε σαν συνέπεια να μην κλείνει τελείως ο οφθαλμός και να παραμένει ο κερατοειδής εκτεθειμένος. Προς αποκατάσταση του αμέσως παραπάνω προβλήματος (δεν έκλεινε τελείως το άνω δεξιό βλέφαρο) τον Μάρτιο του 2000 η ενάγουσα μετέβη στο Λονδίνο, όπου υποβλήθηκε από τον ιατρό Γ1 σε διορθωτική επέμβαση στο δεξιό άνω βλέφαρο, όπως το τελευταίο προκύπτει κυρίως από την με ημερομηνία.......
ιατρική έκθεση του ιατρού Γ1, που προσκομίζεται μαζί με το ξενόγλωσσο κείμενο σε επίσημη μετάφραση, όπως και από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας Ψ1. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε σχετικά ότι μετά την 2α επέμβαση δεν έκλεινε ο δεξιός οφθαλμός της ενάγουσας και δημιουργήθηκε λαγόφθαλμο, γι' αυτό και μετέβη στην Αγγλία για τη διόρθωση του προβλήματος.
Δέχθηκε ακόμα το εφετείο ότι το έλκος στον κερατοειδή του δεξιού οφθαλμού της ενάγουσας προκλήθηκε κυρίως από την εμφάνιση μετεγχειρητικά εντρόπιου στο άνω δεξιό βλέφαρο αυτής αλλά και από ένα εσωτερικό ράμμα που είχε υποχρεωτικά τοποθετηθεί στο άνω δεξιό βλέφαρο, το οποίο λόγω χαλάρωσης ακουμπούσε στον κερατοειδή. Αποτέλεσμα του προκληθέντος έλκους ήταν η μείωση της όρασης της ενάγουσας από τον δεξιό οφθαλμό κατά ποσοστό 84%.
Το γεγονός ότι ο εναγόμενος προτού προβεί στη χειρουργική" επέμβαση (βλεφαροπλαστική) είχε ενημερωθεί από την ενάγουσα για το βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό της, καθώς και ότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε από 9 μέχρι 20.9.1999 αυτός δεν εξέτασε την ενάγουσα παρά τα παράπονα της για έντονους και συνεχώς αυξανόμενους πόνους στο δεξιό οφθαλμό, προκύπτουν κυρίως από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας - αδελφής της Ψ1. Η μάρτυρας αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι βρισκόταν συνεχώς δίπλα στην αδελφή της, ότι της έβαζε το κολλύριο στο μάτι, το οποίο ήταν κόκκινο, ότι η αδελφή της πονούσε τόσο πολύ στο μάτι της σε σημείο που δεν το άντεχε, ότι η κατάσταση επιδεινώνονταν όσο περνούσαν οι μέρες, ότι είχαν ενημερώσει σχετικά από το τηλέφωνο τον ίδιο τον εναγόμενο όπως και τις βοηθούς του αλλά η απάντηση του ήταν ότι πρόκειται για μετεγχειρητική κατάσταση και είναι επόμενο να έχει πόνους όπως και ότι το μάτι ήταν κόκκινο αλλά σταδιακά αυτό θα υποχωρούσε.
Αυτά δε δεν αντικρούονται από τον μάρτυρα του εναγομένου ιατρό Γ2.
Η δημιουργία έλκους στο επάνω μέρος του δεξιού οφθαλμού της ενάγουσας και η εμφάνιση εντροπίου προκύπτουν κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Γ2, οφθαλμιάτρου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εξέτασε την ενάγουσα την 21.9.1999 και θεώρησε μάλιστα την κατάστασή της κατεπείγουσα.
Στην κρίση ότι το έλκος στον κερατοειδή οφείλονταν κυρίως στην πρόκληση εντροπίου αλλά και στη χαλάρωση του εσωτερικού ράμματος το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του: 1) Την από ..... ιατρική έκθεση του προαναφερόμενου Άγγλου ιατρού Γ1, ο οποίος, κατά τα ως άνω, ήταν εκείνος που προέβη σε διορθωτική εγχείρηση του άνω δεξιού βλεφάρου, διότι δεν έκλεινε εντελώς και άφηνε εκτεθειμένο τον κερατοειδή.
Στην έκθεσή του, η οποία προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση μαζί με το ξενόγλωσσο κείμενο, αναφέρει ότι "αποτέλεσμα της εγχείρησης ήταν η εμφάνιση εντροπίου του δεξιού άνω βλεφάρου και συστολή βλεφάρου που είχε ως αποτέλεσμα ουλή κερατοειδούς" και 2) Την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Γ2, ο οποίος δέχεται ότι είχε δημιουργηθεί μικρό εντρόπιο, ότι οι βλεφαρίδες και στο μικρό εντρόπιο ακουμπάνε στον κερατοειδή και ότι η περίπτωση της ενάγουσας θεωρήθηκε κατεπείγουσα, γι' αυτό και εισήχθη αμέσως για εγχείρηση στο βλέφαρο προκειμένου να της τοποθετηθεί ράμμα και να διορθωθεί το εντρόπιο. Κατά τη γνώμη βέβαια αυτού, το έλκος στο πάνω μέρος του κερατοειδούς, προκλήθηκε είτε από ένα εσωτερικό ράμμα που είχε τοποθετηθεί υποχρεωτικά στο άνω δεξί βλέφαρο για να το κρατάει, είτε από έναν ουλώδη ιστό που είχε δημιουργηθεί εκεί λόγω των δύο προηγουμένων εγχειρήσεων, στις οποίες είχε υποβληθεί η ενάγουσα και όχι από το εντρόπιο, διότι αυτό (εντρόπιο) ήταν μικρό, χωρίς όμως και να αποκλείει την περίπτωση του εντροπίου. Το ότι υπήρξε χαλάρωση του εσωτερικού χειρουργικού ράμματος το δέχεται και ο εναγόμενος στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αποδίδοντας τη χαλάρωση του ράμματος είτε στην υποχώρηση του μετεγχειρητικού οιδήματος, είτε σε τρίψιμο από την ενάγουσα του βλεφάρου της.
Η μείωση της όρασης της ενάγουσας από τον δεξιό οφθαλμό κατά το άνω ποσοστό προκύπτει κυρίως από την προαναφερόμενη ιατρική έκθεση του ιατρού Γ1, σύμφωνα με την οποία η όραση της ενάγουσας στο δεξιό οφθαλμό όταν αυτός την είχε εγχειρήσει τον Νοέμβριο του 1991 ήταν 6/9, ενώ την 8.3.2000 η όραση της είχε μειωθεί σε 6/60, δηλαδή κατά 84%. Αυτό ενισχύεται και από την κατάθεση της μάρτυρας της ενάγουσας - αδελφής της Ψ1, η οποία αναφέρει ότι από το δεξιό οφθαλμό η αδελφή της, όπως η ίδια της λέει, δεν βλέπει να κάνει τίποτε, αλλά και από τον μάρτυρα και οφθαλμίατρο Γ2, ο οποίος καταθέτει ότι το έλκος στον κερατοειδή έγινε πριν 2-3 ημέρες από την ημέρα που εξέτασε την ενάγουσα και ότι το μάτι από το έλκος τρυπάει σε δύο ημέρες.
Η προαναφερόμενη σωματική βλάβη της ενάγουσας (απώλεια της όρασης της κατά ποσοστό 84%) οφείλονταν σε αμέλεια του εναγομένου πλαστικού χειρουργού ιατρού, ο οποίος δεν ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας περί την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της ασθενούς, δηλαδή δεν ενήργησε όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις κάθε συνετός και επιμελής ιατρός.
Ειδικότερα, αυτός, αν και γνώριζε το βεβαρημένο ιστορικό της ενάγουσας, που επέβαλε συχνή παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας αυτής ιδίως μετά τα παράπονα της για έντονους και συνεχώς αυξανόμενους πόνους στον δεξιό οφθαλμό της, γεγονός που αποτελούσε ένδειξη πρόκλησης φλεγμονής με άμεσο κίνδυνο δημιουργίας έλκους του κερατοειδούς, παρέλειψε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ 9 και 20.9.1999, αν και όφειλε ως κάθε συνετός και επιμελής ιατρός και μπορούσε, να την εξετάσει, οπότε θα διαπίστωνε έγκαιρα την εμφάνιση φλεγμονής λόγω του εντροπίου και της χαλάρωσης του εσωτερικού ράμματος ώστε με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή να αποφεύγονταν η πρόκληση έλκους του κερατοειδούς που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της όρασης της ενάγουσας από τον δεξιό οφθαλμό κατά το ως άνω ποσοστό.
Το ότι ο εναγόμενος όφειλε, κατά τους κανόνες της ιατρικής, να εξετάσει αμέσως την ενάγουσα μόλις ενημερώθηκε για την κατάσταση της υγείας της (δηλαδή για τους έντονους και συνεχώς αυξανόμενους πόνους), ενόψει και του βεβαρημένου ιστορικού της, προκύπτει και από την κατάθεση του μαρτυρά του ιατρού οφθαλμίατρου Γ2, ο οποίος καταθέτει ότι η πιθανότητα εμφάνισης έλκους είναι πολύ μεγάλη στις περιπτώσεις της βλεφαροπλαστικής γι' αυτό και παρακολουθούν στενά τον ασθενή, ότι όταν υπάρχει έλκος κερατοειδούς το μάτι είναι κατακόκκινο και πονάει πάρα πολύ έντονα, τα δε συμπτώματα είναι αφόρητα, καθώς και ότι η ουλή στον κερατοειδή είναι ένα έλκος μετά από μία φλεγμονή και δεν νοείται έλκος χωρίς έντονους και συνεχώς αυξανόμενους πόνους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και εξαιτίας της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ποσών 7.329,99 ευρώ θετική ζημία και ποσόν 70.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου.
Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο οδηγήθηκε σε απόλυτα σαφές αποδεικτικό πόρισμα με πλήρεις και όχι αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εκφερομένη κρίση του σχετικά με το προαναφερόμενο ουσιαστικό ζήτημα της αμέλειας του εναγομένου η οποία συνίστατο στην παράλειψη της επιμελούς παρακολούθησης της μετεγχειρητικής πορείας της ασθενούς ενάγουσας η οποία (παράλειψη) είχε ως συνέπειας την μην αποτροπή της δημιουργίας έλκους στο κερατοειδή του δεξιού οφθαλμού, που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της όρασης της ενάγουσας από το δεξιό οφθαλμό και επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο εμφανίσεως του έλκους του κερατοειδούς και περαιτέρω δεν καθίσταται βέβαιο ότι στην πρόκληση της βλάβης στην ενάγουσα συνετέλεσε η εκ μέρους του εναγομένου επιλεγείσα χειρουργική μέθοδος της βλεφαροπλαστικής ή η παράλειψή του για παρακολούθηση της μεταγχειρητικής πορείας της εναγούσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ με το 2ο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο με το να επιδικάσει το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην ενάγουσα ήτοι 70.000 ευρώ ευθέως παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον κατά την σταθερή νομολογία του Αρείου πάγου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του οφειλέτη στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ούτε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (αριθ. 19 του ίδιου άρθρου) και επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στο καθορισμό του ύψους της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου μέσω της αρχής της αναλογικότητας, η οποία δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από το Δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου, διότι αυτή οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο (ΑΠ 1670/06, ΑΠ 163/07, ΑΠ 634/07).
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης της.
Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια αόριστη νομική έννοια είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατά συνέπεια και με το θέμα απόδειξης που τάχθηκε (ΑΠ 1065-6/03 ΑΠ 1781/06).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ως αποδεικτικό του πόρισμα, ότι αιτία της δημιουργίας του έλκους κερατοειδούς ήταν η εμφάνιση εντροπίου που αναφέρετο στην αγωγή και η χαλάρωση του ράμματος στο άνω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού, ως αποδειχθείσα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η εν λόγω αυτούς συγκεκριμενοποίηση αυτούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, με βάση τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ως αυτούς την αμέλεια του αναιρεσείοντος κατά την ανωτέρω σωρευτική αιτία κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνιστούν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση αυτούς δίκης και λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν υπό την έννοια του άρθρου 8 περ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως το εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση αυτούς δίκης, που δεν προτάθηκαν. Είναι λοιπόν αβάσιμος ο αντίθετος από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ 3ος λόγος αναιρέσεως.
Για αυτούς λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 27-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8384/06 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ