Legislator Case Law & Legislation
1404/2007 AI generated

1404/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1404/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1404/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή κοινότητα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού δε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, εκδόθηκε επί ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων κατά πίνακα κατάταξης, μη υφισταμένης, μεταξύ των περισσοτέρων καθών η ανακοπή, αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1404 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1404/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο,, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 , και 2. Χ2 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ζ1, 2. Ζ2, 3. Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4.Κοινότητας Αρκίτσης-Λοκρίδος, που εκπροσωπείται νόμιμα, α)από τον πρόεδρο της Κοινότητας και β)από τον προϊστάμενο της ΔΥΟ Αταλάντης, 5.Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ Αταλάντης, 6. Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού που εδρεύει στην Αθήνα και εκρποσωπείται νόμιμα και 7. Ζ2, ....., το μεν ατομικώς , το δε ως οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης εταιρείας με την επωνυμία "Επιχειρήσεις Διεθνών Τουριστικών Συναλλαγών Ανώνυμος Εμπορική, Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Ναυτιλιακή Εταιρία" και με τον διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΡΑΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ". Οι 1ος, 2η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Μπακανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η 4η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, το 5ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ανδρέα Χαρλαύτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο 6ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο και ο 7ος παρατάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις ανακοπές των ανακοπτόντων διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/1999, 162/1998, 164/1998,170/1998 182/1998, 184/1998,185/1998, 186/1998, 187/1998, 171/1998, 172/1998, 143/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8137/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 30-11-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και τη παραδοχή του δευτέρου εκ των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τέτοιο δε είναι, κατά το άρθρο 61 ΑΚ και το νομικό πρόσωπο. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ιδίου κώδικα), παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου, αφότου αυτό έπαυσε να υπάρχει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Εξ άλλου, με το νόμο 2539/1997 "Συγκρότηση της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης" ορίζονται και τα εξής:α) στο άρθρο 1, ότι οι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Δήμοι και Κοινότητες σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΔ 410/1995) συγκροτούνται ανά νομό ως εξής 1....46. Νομός Φθιώτιδος συστήνεται Δήμος Δαφνουσίων με έδρα τις Λιβανάτες, στον οποίο συνενώνεται και η πρώην Κοινότητα Αρκίτσας β) στο άρθρο 2 παρ.3, ότι οι Δήμοι και οι κοινότητες που καταργούνται λόγω συνένωσης με τους νέους Δήμους εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι τη λήξη της δημοτικής και κοινοτικής περιόδου 1995-1998 και πάντως μέχρι την εγκατάσταση των νέων δημοτικών και κοινοτικών αρχών γ) στο άρθρο 2 παρ.4, ότι οι νέοι Δήμοι και κοινότητες που συνιστώνται αρχίζουν να λειτουργούν από την εγκατάσταση των αρχών τους, η οποία γίνεται την 1.1.99, οι οποίες θα προκύψουν από τις γενικές δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του Οκτωβρίου 1998 δ) στο άρθρο 2 παρ. 11, ότι οι νέοι Δήμοι και Κοινότητες που προκύπτουν από συνένωση άλλων Δήμων και Κοινοτήτων καθίστανται από την έναρξη της λειτουργίας τους καθολικοί διάδοχοι των καταργούμενων Δήμων και Κοινοτήτων και υπεισέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνενωθέντων Δήμων και Κοινοτήτων.

Οι εκκρεμείς δίκες, στις οποίες διάδικο μέρος είναι συνενωθείς Δήμος ή κοινότητα, συνεχίζονται επ' ονόματι του νέου δήμου, χωρίς άλλη διατύπωση μη επερχόμενης βιαίας διακοπής τούτων εκ της άνω διαδοχής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το ν.π.δ.δ. της πρώην κοινότητας Αρκίτσας που συνενώθηκε στο νέο Δήμο Δαφνουσίων έπαυσε να υπάρχει από 1.1.1999 και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτοδικαίως ο Δήμος Δαφνουσίων, ο οποίος έκτοτε είναι ικανός να είναι διάδικος και συνεχίζει τις δίκες στις οποίες διάδικος ήταν η πρώην κοινότητα Αρκίτσας, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 23.09.2003 αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά της πρώην Κοινότητας Αρκίτσας, η οποία και δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Το νομικό όμως πρόσωπο της αναιρεσίβλητης αυτής κοινότητας έπαυσε να υπάρχει από 1.1.1999 με τη συνένωση της στον συσταθέντα ως άνω Δήμο Δαφνουσίων και επομένως αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως δεν ήταν ικανή να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και επομένως διάδικος, νομιμοποιουμένου έκτοτε του παραπάνω Δήμου Δαφνουσίων.

Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή κοινότητα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού δε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, εκδόθηκε επί ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων κατά πίνακα κατάταξης, μη υφισταμένης, μεταξύ των περισσοτέρων καθών η ανακοπή, αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Από τις υπ' αριθμ. α) 4.936Γ/31.7.2006 και 4937Γ/31.7.2006, β) 4.932Γ/31.7.2006 και 4.933Γ/31.7.2006, εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ....., προκύπτει, ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ιωάννου Σταμούλη, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης από 23.09.2003 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.137/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αυτής και της από 31.03.2006 κλήσης, με τις κάτω από αυτές πράξεις κατάθεσης δικογράφων και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους Ζ1, και Ζ2. Επομένως και αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, (27.11.2006), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Το άρθρο 975 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμοι στην προκειμένη περίπτωση χρόνο που καταρτίστηκε ο ανακοπτόμενος 2917/23-4-1997 πίνακας κατάταξης δανειστών, του Σ/φου Αταλάντης Ζ1, όριζε, ότι " η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά: Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονταιαιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατατάσσονται 1.....5.οι απαιτήσεις δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα, εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση". Με το άρθρο 31 ν. 1545/85, χωρίς να θιγεί η παραπάνω διάταξη του αρ.5 άρθρου 975 αντικαταστάθηκε ο αριθμός 3 του άρθρου αυτού και ορίστηκε, , ότι "στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής".

Επακολούθησε ο ν.2479/1997, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 16, η ισχύς της οποίας άρχισε από 06.05.1997, όριζε τα εξής: "Στις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 υπάγονται οι απαιτήσεις από αμοιβές , έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή.

Προκειμένου περί εμμίσθων δικηγόρων υπάγονται και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής. Η παρ.5 του άρθρου 975 του ΚΠολΔ καταργείται μεταβαλλόμενης αναλόγως της αριθμήσεως των επομένων παραγράφων του ιδίου άρθρου" Από τις ρυθμίσεις των διατάξεων αυτών, η δεύτερη των οποίων διευρύνει χρονικά, εν σχέσει με την πρώτη, τις προνομιακώς κατατασσόμενες απαιτήσεις των δικηγόρων, αφού σ' αυτές υπάγονται απαιτήσεις που γεννήθηκαν εντός της πριν τον πλειστηριασμό ή την κήρυξη της πτώχευσης διετίας, αλλά και προσδίδει σ' αυτές το προνόμιο χωρίς την προϋπόθεση της τελεσίδικης επιδίκασης αυτών, όπως απαιτούνταν με την προηγούμενη διάταξη, ανακύπτει θέμα διαχρονικού δικαίου, δηλαδή ως προς το χρόνο εφαρμογής του νέου προνομίου, το οποίο όμως θα κριθεί σύμφωνα με τον νόμο (που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάταξης, κατά τον οποίο συγκρινόμενες οι αναγγελθείσες από τους δανειστές απαιτήσεις κατατάσσονται στην αρμόζουσα σειρά και τάξη, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης που κατατάσσεται, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 21/1994) Συνεπώς το νέο προνόμιο των απαιτήσεων των δικηγόρων) που καθιερώθηκε με το άρθρ. 16 παρ. 6 του Ν. 2479/1997 ισχύει για τους πίνακες κατάταξης που συντάσσονται από την έναρξη της ισχύος της νέας ρύθμισης (6.5.1997) και όχι και για τους πίνακες που έχουν συνταχθεί πριν τη χρονολογία αυτή (ΑΠ 681/04 και 1474/05), μη εφαρμοζόμενης της γενικής ρυθμίσεως του άρθρου 533 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, το εφετείο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύεται η πρωτόδικη απόφαση, διότι το δικαστήριο επιλαμβανόμενο ανακοπής κατά του πίνακα ερευνά την ορθότητα της γενόμενης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατάταξης των απαιτήσεων σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε όταν συντάχτηκε ο πίνακας που προσβάλλεται με την ανακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, αυτό δέχτηκε τις εφέσεις των ανακοπτόντων (ήδη αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε τις ανακοπές των κατά του ανακοπτομένου υπ' αριθμ. 2917/23.04.1997 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Αταλάντης Ζ1, απέρριψε αυτές, δεχόμενο τα εξής:

Ότι με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός την 31.07.1996 ακινήτου της οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "Επιχειρήσεις Διεθνών Τουριστικών Συναλλαγών Ανώνυμος Εμπορική, Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Ναυτιλιακή Εταιρία" και με διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΑΡΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", η ποία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την υπ' αριθμ.616/21.02.1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ότι για τη συμμετοχή τους στη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας και του επιτευχθέντος από τον παραπάνω πλειστηριασμό πλειστηριάσματος ανήγγειλαν απαιτήσεις τους εις βάρος της καθής η εκτέλεση και οι ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι. Ειδικότερα ο 1ος εξ αυτών Χ1 ανήγγειλε απαίτηση του συνολικού ποσού 68.331.500 δραχμών για αμοιβές και έξοδα του από ενέργειες του ενώπιον δικαστηρίων, ως δικηγόρου της καθής η εκτέλεση, που έγιναν από αυτόν ενώπιον δικαστηρίων και εκτός αυτών, κατά το προηγούμενο της κηρύξεως της πτωχεύσεως έτος, ο δε 2ος άναιρεσείων δικηγόρος Χ2 ανήγγειλε απαιτήσεις για αμοιβές και έξοδα εις βάρος της καθήςη εκτέλεση, για ενέργειες του ενώπιον δικαστηρίων κατά το προ της πτωχεύσεως έτος, συνολικού ποσού 74.680.512 δρχ., το οποίο ποσό είχε επιδικασθεί σ' αυτόν τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 257/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω το εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμες τις ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, με τις οποίες ζητούσαν να μεταρρυθμισθεί ο ανακοπτόμενος πίνακας, ως προς τους καθών οι ανακοπές τους και ήδη αναιρεσίβλητους και να καταταγούν οι αναγγελθείσες ως άνω απαιτήσεις αυτών ως απολαύουσες γενικού προνομίου, δεχόμενο, ότι η απαίτηση του ανακόπτοντος δικηγόρου Χ1, ναι μεν εν μέρει αναφέρονταν σε ενέργειες αυτού ως δικηγόρου ενώπιον δικαστηρίων κατά το έτος που προηγήθηκε της κηρύξεως της οφειλέτιδας σε κατάσταση πτώχευσης, πλην όμως οι απαιτήσεις αυτές δεν είχαν επιδικασθεί τελεσιδίκως, όπως απαιτείτο κατά το άρθρο 975 αρ.5 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο που συντάχθηκε ο ανακοπτόμενος πίνακας, η απαίτηση δε του ανακόπτοντος Χ2 είχε απλώς αναγνωρισθεί με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση και δεν είχε επιδικασθεί με καταψηφιστική διάταξη.

Το εφετείο έκρινε ότι η νέα διάταξη του άρθρου 975 αρ.3, όπως ίσχυε από 06.05.1997, μετά δηλαδή την τροποποίηση της με το άρθρο 6 παρ. 16 του ν.2479/1997, δεν εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση, διότι δεν ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο που συντάχθηκε ο ανακοπτόμενος πίνακας (23.04.1997). Έτσι που έκρινε το εφετείο απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο ανακοπής των αναιρεσειόντων και μη εφαρμόζοντας τη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αρ.3, όπως τροποποιήθηκε με το προαναφερόμενο άρθρο 6 παρ.6 ν.2479/1997, δεν υπέπεσε σύμφωνα με τα παραπάνω στην από το άρθρό 559 αρ. 1 πλημμέλεια,(μη εφαρμογή ουσιαστικού νόμου που έπρεπε να εφαρμοσθεί), όπως με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η, έχουσα αυτόν ως μοναδικό λόγο, αναίρεση του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1.

Κατά το άρθρο 975 αρ.5 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο συντάξεως του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης, στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου αυτού, κατατάσσονται οι απαιτήσεις δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα, εφόσον όλα αυτά προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της πτώχευσης του οφειλέτη ενώπιον δικαστηρίων και έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι προϋποθέσεις του προνομίου αυτού των απαιτήσεων των δικηγόρων, είναι α) τα γενεσιουργά των απαιτήσεων αυτών γεγονότα να έλαβαν χώρα εντός του προδιαρρεύσαντος του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως έτους β) να έχουν ως αιτία ενέργειες του δικηγόρου ενώπιον δικαστηρίων και όχι για εξώδικες υπηρεσίες του δικηγόρου και γ)να έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Ο όρος "επιδίκαση" στη διάταξη αυτή νοείται με την ευρεία έννοια της τελεσίδικης δικαστικής βεβαίωσης της απαίτησης επί αντιστοίχου αιτήματος του δικαιούχου, που υποβλήθηκε προς διάγνωση ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο με απόφαση του βεβαίωσε την απαίτηση έστω και με αναγνωριστική διάταξη του, μη απαιτουμένης μόνο καταψηφιστικής, αφού και με την αναγνωριστική δικαστική διάταξη, το δικαστήριο, μετ' έλεγχο της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων, προβαίνει σε επιδίκαση του ασκηθέντος με την αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αιτήματος, το οποίο μπορεί να συνίσταται και στην αναγνώριση ορισμένου δικαιώματος αιτούντος και της αντίστοιχης υποχρέωσης του καθού η αίτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο και εν αυτώ την ανακοπή του δεύτερου αναιρεσείοντος Χ2, δεχόμενο ότι η αναγγελθείσα προς κατάταξη απαίτηση αυτού προέρχονταν μεν από ενέργειες ενώπιον δικαστηρίων κατ' εντολή της καθής η εκτέλεση, που έγιναν εντός του προ της κηρύξεως της πτωχεύσεως έτους και ότι με την υπ' αριθμ. 275/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο που συντάχθηκε ο ανακοπτόμενος πίνακας, η απαίτηση αυτή του αναγγελθέντος είχε απλώς αναγνωρισθεί χωρίς να έχει επιδικασθεί με καταψηφιστική διάταξη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ παραβίαση διότι ερμηνεύοντας εσφαλμένα την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 παρ. 5 ΚΠολΔ, απαίτησε για την εφαρμογή της και ειδικότερα για την κατάταξη της απαίτησης του εν λόγω αναιρεσείοντος περισσότερα στοιχεία από εκείνα που κατά νόμο απαιτούνται.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει αν γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και μόνο καθ' όσον απέρριψε την ανακοπή του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, και μόνο όσον αφορά την έφεση του αναιρεσείοντος Χ2, ενώπιον του ιδίου εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

Απορρίπτει την από 23.09.2003 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 8.137/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς την αναιρεσίβλητη Κοινότητα Αρκίτσας. Β)

Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2003 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 8.137/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Γ)

Αναιρεί εν μέρει την παραπάνω αναφερόμενη 8.137/2000 απόφαση του εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε η από 02.09.1997 ανακοπή του αναιρεσείοντος Χ2.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Δ) Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ