1404/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1404/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α΄, 2 εδ. β του κυρωθέντος με την 256/7-5-1946 Π.Υ.Σ. ν. 1859/1944, β) 2 παρ. 1 εδ. α΄ και 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β΄ του από 23/30-7-1946 β. δ/τος, όπως το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 το β. δ/τος της 18-8/2-9 1953, γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985, δ) 14, 56 και 58 παρ. 1 της 27346/1990 κοινής αποφάσεως των Υπ. Γεωργίας και Εργασίας, όπως το εδ.
Full text
Απόφαση 1404 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1404/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο. Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Αυγούστου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου (β΄ σκέλος) και δεύτερου (β΄ σκέλος) λόγων της αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται και προτείνονται από τον Εισηγητή, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ. 1 Κ.Πολ.
Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ( ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο (α΄ και β΄ σκέλη), δεύτερο και τέταρτο, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση - που, μετ' απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσία την ένδικη αγωγή - διότι παραβίασε κατ' ευθείαν τις διατάξεις των άρθρων α) 3 παρ. 1 εδ.
α΄, 2 εδ. β του κυρωθέντος με την 256/7-5-1946 Π.Υ.Σ. ν. 1859/1944, β) 2 παρ. 1 εδ. α΄ και 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β΄ του από 23/30-7-1946 β. δ/τος, όπως το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 το β. δ/τος της 18-8/2-9 1953, γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985, δ) 14, 56 και 58 παρ. 1 της 27346/1990 κοινής αποφάσεως των Υπ. Γεωργίας και Εργασίας, όπως το εδ.
ε΄της παρ. 1 του άρθρου 58 αυτής προστέθηκε με την 22.222/1992 απόφαση των ιδίων Υπουργών, ε) 46 του ν. 2169/1993, στ) 669, 671 Α.Κ., ζ) 5 του ν. 3198/1955 , 2 παρ. 6 του ν. 1387/1983, καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 και 3, 22 παρ. 1 του Συν/τος, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 99/70/ΕΚ της 28-6-1999. Όμως, στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνον το ιστορικό της υπόθεσης, το κατά τις απόψεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος πραγματικό και νομικό μέρος αυτής και (αποσπασματικά) τα συμπεράσματα ή η καταληκτική κρίση του Εφετείου στα ζητήματα που έκρινε, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων ανήκε στο έκτακτο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και ότι η συνδέουσα αυτόν με την τελευταία εργασιακή σχέση, που αρχικώς ήταν ορισμένου χρόνου ( ενός έτους) και δεν μετετράπη σε σύμβαση αορίστου χρόνου, παρά τις διαδοχικές (παράνομες) ανανεώσεις της και το γεγονός ότι αυτός εχρησιμοποιείτο προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως της εναγομένης, εφ' όσον από τον νόμο επιβάλλεται η από την τελευταία, ως αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, πρόσληψη έκτακτου προσωπικού μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου , ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου – του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα – δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίοι πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως αόριστος.
Εξάλλου, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο παρέλειψε να εξετάσει τον , προταθέντα, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμό του περί της καταχρηστικής ασκήσεως από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος της για απόλυσή του, αντί της θέσεώς του σε διαθεσιμότητα, ακολουθώντας κοινωνικά κριτήρια στην επιλογή των απολυομένων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Διότι , το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, ερεύνησε και απέρριψε στην ουσία τον ισχυρισμό αυτό.
Επειδή, η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338 – 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα απ' αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του, ιδιαιτέρως και διεξοδικώς.
Η στάθμιση δε της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με το θέμα της αποδείξεως απόκειται στην ελεύθερη κρίση του. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά την βεβαίωση ότι έλαβε τα αποδεικτικά μέσα και τα εξετίμησε, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων μη αναφερομένων ονομαστικώς, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη της όλα τα ανωτέρω προσαχθέντα και επικληθέντα έγγραφα προς σχηματισμό της κρίσεώς του.
Από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε «από την δέουσα εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρος που προτάθηκε από τον ενάγοντα … περιεχόμενης εις τα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, καθώς και από πάντα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι», σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η ένδικη εργασιακή σχέση ήταν αορίστου χρόνου, καθώς και το κύρος της καταγγελίας αυτής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Κατά συνέπεια, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ΄ του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2004 αίτηση του ..., για αναίρεση της 505/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ