Legislator Case Law & Legislation
1403/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination, remanding case for further trial on breach of trust.

Case Number 1403/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the company's appeal against the First Instance Court's dismissal of the employee's claim. The court found the employee's long-term service without disciplinary issues insufficient to justify termination without a formal disciplinary process. Consequently, the court declared the appeal admissible, set aside the lower court's decision, and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may admit an appeal if the lower court's decision violates the principle of proportionality or lacks a disciplinary procedure, remanding the case for further trial.

Keywords

AI generated
labor contract termination disciplinary procedure principle of proportionality breach of trust appeal admissibility remittal for retrial employment law

Cited Legislation

AI generated
Articles 147, 552, 553, 556, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 652, 288 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1403 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1403/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μουτζουρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ξ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πασιατά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 928/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3302/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 31-3-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31.3.2022 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 2671/252/1.4.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμ. 3302/16.7.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 1.7.2020 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 56586/4532/2020) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 928/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 22.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 76488/2165/2018) αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 4 Μαρτίου 2022 (βλ.σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ.

Κ.) η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης έλαβε χώρα στις 1 Απριλίου 2022, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της ένδικης από 22.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 76488/2165/2018) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:

Ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] εξέθεσε στην αγωγή του ότι προσλήφθηκε στις 21.1.2003 ως εργατοτεχνίτης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη [αναιρεσείουσα] εταιρεία, στην οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες του έως την 24.5.2018, οπότε η τελευταία του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του με κοινοποίηση σε αυτόν εγγράφου, με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι λόγω μη επιβεβαίωσης της γνησιότητας του τίτλου σπουδών του (απολυτηρίου δημοτικού) που προσκόμισε κατά την πρόσληψή του, διακόπτεται η σχέση εργασίας του.

Ότι λόγω ακυρότητας της καταγγελίας αυτής για τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή λόγους ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να τον απασχολεί στη θέση που είχε πριν την καταγγελία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 928/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 1.7.2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3302/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 630/2020, 1889/2017, 1683/2012).

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 641/2021, 630/2020).

Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΟλΑΠ 8/2007, 43/2002, ΑΠ 630/2020, 1173/2017, 244/2017, 769/2016, 601/2013, 904/2012).

Ειδικότερα για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή/και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν (ΑΠ 380/2019).

Περαιτέρω κατά το Π.Δ. 121/1995: "Αξιολόγηση μαθητών Δημοτικού Σχολείου": (ΦΕΚ Α 75), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση των άρθρων 4 παρ.11 και 24 παρ.2 του Ν.1566/1985, στο άρθρο 3 παρ. 3 ορίζεται: "Όσοι συμπλήρωσαν το όριο ηλικίας της υποχρεωτικής φοίτησης και για αντικειμενικούς λόγους αδυνατούν να φοιτήσουν σε νυχτερινό σχολείο, μπορούν να πάρουν μέρος σε εξέταση για να αποκτήσουν τίτλο σπουδών του Δημοτικού Σχολείου.

Οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων υποβάλλονται στη Διεύθυνση ή στο Γραφείο Π.Ε. που υπάγεται το σχολείο, στη σχολική περιφέρεια του οποίου διαμένουν. Οι εξετάσεις διεξάγονται το πρώτο δεκαήμερο των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Δεκεμβρίου, Φεβρουαρίου, Απριλίου και Ιουνίου. Ο Προϊστάμενος της διεύθυνσης ή του Γραφείου Π.Ε.

συγκεντρώνει τις αιτήσεις και με πράξη του ορίζει το σχολείο που θα γίνουν οι εξετάσεις. Ο Διευθυντής του σχολείου συγκροτεί την τριμελή εξεταστική επιτροπή και αν οι εξετάσεις είναι επιτυχείς εκδίδει τον τίτλο σπουδών, μετά την έγκριση του πρακτικού της επιτροπής από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης ή του Γραφείου Εκπαίδευσης".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ27/1998, ΑΠ 58/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "... ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] προσελήφθη από την εναγόμενη [αναιρεσείουσα] εταιρεία στις 21.1.2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργάστηκε, δε, ως εργατοτεχνίτης, έως την από 24.5.2018 καταγγελία της σύμβασής του από αυτήν, επειδή, κατόπιν ελέγχου της γνησιότητας και νομιμότητας των τίτλων σπουδών των εργαζομένων της, κατά τις υπ' αρ. ....2013 και ....2014 εγκυκλίους του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του τίτλου σπουδών του, αφού ο ενάγων είχε προσκομίσει, κατά την πρόσληψή του, απολυτήριο του 20ου Δημοτικού Σχολείου Αιγάλεω, με ημερομηνία έκδοσης 11.10.1978, όπως απαιτείτο κατά την από 21.11.2001 προκήρυξη του ΑΣΕΠ για όσους είχαν αποφοιτήσει έως και το έτος 1980 - ενώ για όσους είχαν αποφοιτήσει μετά το 1980 απαιτείτο απολυτήριο Τριτάξιου Γυμνασίου ή ισοδύναμος απολυτήριος τίτλος κατώτερης Τεχνικής Σχολής του Ν.Δ. 580/1970-, όπως όμως προέκυψε από το υπ' αρ. ....2017 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής, ο ενάγων κατείχε, μεν, απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου, το οποίο, ωστόσο, δεν είχε εκδοθεί στις 11.10.1978, αλλά στις 11.10.1995, ήτοι, κατά την ως άνω προκήρυξη, σε χρόνο - μετά το 1980 - που απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης θεωρείτο πλέον το απολυτήριο του Γυμνασίου και όχι του Δημοτικού, διευκρινίζεται, μάλιστα, ότι "για τους υποψηφίους που κατατάσσονται στην κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κύριο κριτήριο της κατάταξης είναι ο χρόνος κτήσεως του αντίστοιχου τίτλου σπουδών, δηλαδή του δημοτικού σχολείου ή τριτάξιου γυμνασίου αναλόγως του χρόνου αποφοιτήσεως" - με τη διαφορά, στην προκειμένη περίπτωση, ότι ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1963, πρέπει να θεωρηθεί πως εμπίπτει στην κατηγορία των προ του 1980 αποφοίτων δημοτικού, το γεγονός δε ότι έλαβε το εν λόγω απολυτήριο το έτος 1995 δε σημαίνει και ότι τότε αποφοίτησε από το δημοτικό, αλλά μόνο εξετάστηκε, κατ' άρθρο 3 παρ. 3 Π.Δ. 121/1995, για να αποκτήσει τίτλο σπουδών Δημοτικού Σχολείου και εντεύθεν πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Περαιτέρω, η κατά τα προδιαληφθέντα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που φέρεται ότι έγινε λόγω της παραποίησης από αυτόν αντιγράφου του απολυτηρίου του, ως προς τον χρόνο έκδοσής του, ελέγχεται, κατά το άρθρο του 281 ΑΚ, ως καταχρηστική, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, έχει παραβιαστεί με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη η αρχή της αναλογικότητας - αρχή που ερείδεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης - μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι μεταξύ της επίδικης καταγγελίας και της διαφύλαξης των συμφερόντων της εργοδότριας εταιρίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγων, ο οποίος, για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια (από τον Ιανουάριο του 2003 έως τον Μάιο του 2018), προσέφερε ευδόκιμα τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, δίχως ποτέ να υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, υπέστη ανυπολόγιστη ζημία από την απώλεια της θέσης εργασίας του, μένοντας άνεργος σε ηλικία 55 ετών, η δε εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασής του, αναφερόμενη στον "πλαστό τίτλο σπουδών" με τον οποίον προσελήφθη, ενώ θα μπορούσε να του επιβάλει μια πειθαρχική ποινή εκ των προβλεπομένων στον Κανονισμό Προσωπικού της ποινών, πλην της οριστικής απόλυσης, δεδομένου και ότι ο ενάγων κατείχε το απαιτούμενο για την πρόσληψή του απολυτήριο Δημοτικού - το οποίο, εάν και εκδόθηκε το 1995, αφορούσε σε χρόνο πριν το 1980, κατά τα προεκτεθέντα-, μη δικαιολογούμενης, εν προκειμένω, της απόλυσης του ενάγοντος, εφόσον υπήρχαν άλλα, ηπιότερα αυτής μέτρα - όπως, επί παραδείγματι, η επιβολή προστίμου ή η υποχρεωτική αποχή από την εργασία -, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν ήταν, άραγε, η από 24.5.2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγόμενης εταιρίας και επομένως τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, αναφορικά με την οποίαν εξετάζεται, υποχρεούμενης, κατά συνέπεια, της εναγομέvης να δέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, με τους όρους που ίσχυαν πριν την άκυρη καταγγελία της σύμβασής τoυ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3302/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Π.Δ 121/1995 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 669 παρ. 2, 174 και 180 του ΑΚ, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη περίπτωσης καταχρηστικότητας της από 24.5.2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσιβλήτου εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας, επαγομένης ακυρότητα αυτής και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, υποπτίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του ΠΔ.121/1995, η οποία έχει εφαρμογή για όσους συμπλήρωσαν το όριο ηλικίας της υποχρεωτικής φοίτησης και για αντικειμενικούς λόγους αδυνατούν να φοιτήσουν σε νυχτερινό σχολείο και οι οποίοι πρέπει να λάβουν μέρος σε εξετάσεις ενώπιον τριμελούς εξεταστικής επιτροπής και αν είναι επιτυχείς εκδίδεται ο τίτλος σπουδών, ο οποίος κατά συνέπεια ανάγεται στο χρόνο έκδοσής του, ενώ στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 21.1.2003, είχε προσκομίσει απολυτήριο του 20ου Δημοτικού Σχολείου Αιγάλεω, με ημερομηνία έκδοσης 11.10.1978, η οποία δεν ήταν γνήσια, αφού είχε εκδοθεί στις 11.10.1995, σύμφωνα δε με την από 21.11.2001 προκήρυξη του ΑΣΕΠ, για όσους είχαν αποφοιτήσει μετά το έτος 1980, απαιτείτο απολυτήριο Τριτάξιου Γυμνασίου ή ισοδύναμος τίτλος κατώτερης Τεχνικής Σχολής του Ν.Δ.580/1970.

Είναι δε τελείως αδιάφορο το ότι ο αναιρεσίβλητος, που γεννήθηκε το έτος 1963, εάν φοιτούσε κανονικά στο δημοτικό σχολείο, θα είχε περατώσεις τις μαθητικές του σπουδές και θα είχε λάβει το απολυτήριο του δημοτικού πριν από το έτος 1980. Περαιτέρω, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσιβλήτου εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η τελευταία παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, η οποία θα μπορούσε να προβεί σε ηπιότερα μέτρα ήτοι επιβολή προστίμου ή υποχρεωτική αποχή από την εργασία, δεν διέλαβε στο σκεπτικό του παραδοχές περί του ότι στο πλαίσιο λειτουργίας της αναιρεσείουσας εταιρείας προβλεπόταν κάποια πειθαρχική διαδικασία, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιλέξει η τελευταία για τον κολασμό της παραβίασης της πιο πάνω συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού ούτε για το είδος των πειθαρχικών παραπτωμάτων και των προβλεπομένων γι' αυτά πειθαρχικών ποινών.

Μόνο δε το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφερε τις υπηρεσίες του ευδόκιμα για δέκα πέντε και πλέον έτη χωρίς να υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, δεν αρκεί από μόνη της χωρίς την προσθήκη και άλλων περιστατικών για να καταστήσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού άκυρη, ως αντικειμένη στην αρχή της αναλογικότητας, καθότι το μεν η προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου αποτελεί υποχρέωση αυτού έναντι του εργοδότη κατά τα άρθρα 648, 652 και 288 ΑΚ, το δε με βάση τις ως άνω παραδοχές ο αναιρεσίβλητος προέβη σε αθέμιτες και ποινικώς αξιόποινες ενέργειες, προκειμένου να εγκαθιδρύσει μία σχέση εξαρτημένης εργασίας με την αναιρεσείουσα, ποριζόμενος οφέλη από αυτήν, σε βάρος συνυποψηφίων του που είχαν τα κατά την προκήρυξη οριζόμενα προσόντα για διορισμό, γεγονός ικανό για τον κλονισμό της μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσης εμπιστοσύνης.

Επομένως, οι περί τούτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 19 και όχι από τον αριθμό 8) λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι είναι επαρκώς ορισμένοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού παρέλκει η έρευνα του πέμπτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του της αίτησης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω λόγων της αίτησης, πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 31.3.2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. 2671/252/1.4.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3302/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3302/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ