Legislator Case Law & Legislation
1403/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against fifth defendant but remands case for substantive trial regarding demolition permit validity.

Case Number 1403/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appeal filed by the appellant against the fifth defendant but allowed appeals against the first four defendants. The court found the lower court's reasoning regarding the expiration of demolition permits to be contradictory and insufficient for the first four parties. Consequently, the case was remanded to the Supreme Court for a substantive trial to determine the validity of the demolition permits and resulting damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal against one defendant while allowing it against others if the grounds are specific to those parties, and must remand the case for substantive trial when the appeal is deemed admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure demolition permits substantive trial remand for trial contradictory reasoning damages assessment appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3, final clause of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of the third article of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1403 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1403/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Ε. Κ. Τ. Ε." και δ.τ. "Μ. ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., με την ιδιότητα του συμβούλου του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "1", 2) Ι. Μ. του Α., κατοίκου 2, με την ιδιότητα του συμβούλου του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "1) AE", 3) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ... ..., με την ιδιότητα της συμβούλου του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. (F.) AE", 4) Ν. Τ. του Π., κατοίκου Αθηνών και 5) Α. Σ., κατοίκου Ν. ...ς ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Π., ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βιτώρο, ενώ η 5η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 11-5-2010 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. (F.) AE", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 747/2014, όπως αυτή διορθώθηκε με την 142/2015, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 810/2016, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1803/2016, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-5-2016 αίτησή της και τους από 3-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, αλλά και οι 1ος, 2ος και 3η των ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 25-5-2016 αίτησή τους και τους από 21-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, ο 4ος των ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 25-5-2016 αίτησή του και τους από 22-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής και η 5η των ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 23-5-2016 αίτησή της και τους από 13-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 704/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε τις τρεις άλλες αιτήσεις με τους πρόσθετους λόγους αυτών, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 5608/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4337Β'/29-09-2022 έκθεση επίδοσης του Γ. Π., Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς, ακριβές αντίγραφο της από 01-12-2021 αίτησης αναίρεσης, με την υπ' αριθμ. κατάθ. 212/2022 πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο Δικηγόρο και αντίκλητο της πέμπτης (5ης) αναιρεσίβλητης Α.

Σ., Ι. Π., Δικηγόρο Αθηνών. Η τελευταία, όμως, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία της (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 εδ.

α και 576 παρ. 2). Η κρινόμενη από 01-12-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5608/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Επί της από 28-02-2011 αγωγής της εταιρείας Μ.

Α., η οποία συνεκδικάστηκε με την από 11-05-2010 αγωγή της εταιρείας Φ. Α. κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δικ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν 4335/2015), εκδόθηκε η 747/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 142/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η από 11-05-2010 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 28-02-2011 αγωγής ως προς την 1η εναγομένη μισθώτρια εταιρεία, η οποία πτώχευσε μετά την άσκηση της αγωγής, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6η, 8ο και 9ο εναγομένους, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τους 7ο και 10η εναγομένους, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσό του 1.394.658,67 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία τους και 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της αδικοπραξίας τους και με την απαγγελία σε βάρος τους προσωπικής κράτησης ως μέσου εκτέλεσης της απόφασης.

Επί των εφέσεων των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η 810/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διαπιστώθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης επί της έφεσης του Α. Φ., ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας Φ. Α., κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση της έφεσης της εταιρείας Μ.

Α., καθό μέρος στρέφεται σε βάρος του 7ου εφεσίβλητου (8ου εναγομένου), Γ. Α., συνεκδικάστηκαν κατά τα λοιπά οι εφέσεις του Σ. Μ., της Μ. ΑΕ και της Α. Σ., οι οποίες έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά στην από 28-02-2011 αγωγή της Μ. Α. κατά των λοιπών, πλην των 1ης και 8ου (Φ.

Α. και Γ. Α. αντίστοιχα), εναγομένων, διακρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή κατά τούτο, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τους 4ο και 7ο εναγομένους (Α. Α. και Σ. Μ. αντίστοιχα), έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τους 2ο, 3ο, 5ο, 6η, 9ο και 10η εναγομένους, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, ...

ευρώ ως αποζημίωση για τη δαπάνη έκδοσης της τρίτης, κατά σειρά, άδειας κατεδάφισης του μισθίου ακινήτου και 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς τους. Κατά της εφετειακής απόφασης άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης και πρόσθετους λόγους αυτών τόσο η ενάγουσα της από 28-02-2011 αγωγής, εταιρεία Μ.

Α., όσο και οι 2ος, 3ος, 5ος, 6η, 9ος και 10η εναγόμενοι της ίδιας αγωγής. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 704/2017 αναιρετική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον 3ο αναιρεσίβλητο-4ο εναγόμενο Α. Α., συνεκδικάστηκαν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους τους, απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της εταιρείας Μ.

Α., κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 1ου, 2ου, 4ου έως και 8ης αναιρεσίβλητων, έγιναν δεκτές οι λοιπές τρεις αιτήσεις αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους τους, αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση ως προς τα γενόμενα δεκτά με αυτήν κεφάλαια και δη ως προς την περιουσιακή ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας εταιρείας της από 28-02-2011 αγωγής ως προς τους εναγομένους Π.

Ζ.-Μ., Μ. Μ., Ι. Μ., Ι. Γ., Ν. Τ. και Α. Σ. (2ο, 3ο, 5ο, 6η, 9ο και 10η εναγομένους) και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5608/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον εφεσίβλητο Π.

Ζ. - Μ., συνεκδικάστηκαν κατά τα λοιπά οι εφέσεις των διαδίκων και έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της Μ. Α., έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της Α. Σ., εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης και της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία, διακρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η από 28-02-2011 αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά ως προς τους μετέχοντες στην κατ' έφεση δίκη εναγομένους, ήδη αναιρεσίβλητους.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.

Ανάγεται, έτσι, σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 43/2013). Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 919 του ΑΚ είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη.

Τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας.

Δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ' εαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη - επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1669/2022, ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 525/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 28-02-2011 αγωγής της εταιρείας Μ. Α., προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα εξής: Ότι δυνάμει του από 16-07-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης η πρώτη εναγόμενη εταιρεία Φ. Α. μίσθωσε από την αρχική εκμισθώτρια, στην θέση της οποίας εν τω μεταξύ υπεισήλθε αυτή (η ενάγουσα εταιρεία Μ.

Α.) κατά τον αναφερόμενο τρόπο, το περιγραφόμενο ακίνητο που βρίσκεται στο Δήμο Νέας ...ς ... και επί της οδού ..., για να το χρησιμοποιήσει για τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες (παραγωγή CD και συναφών ειδών). Ότι, η διάρκεια της μίσθωσης που είχε οριστεί σε 8,5 έτη, παρατάθηκε για ισόχρονο διάστημα, ήτοι μέχρι τις 30-09-2013, πλην όμως η ενάγουσα ήδη από το 2006 είχε γνωστοποιήσει στους εκπροσώπους της μισθώτριας την πρόθεσή της να προβεί στην κατεδάφιση του μισθίου και την ανέγερση νέου επαγγελματικού κτηρίου, το οποίο είχε ήδη εκμισθώσει σε τρίτον, ήτοι στην αναφερόμενη -μη διάδικο- αλλοδαπή εταιρεία (...

για 15 έτη, αρχής γενομένης από την προς την τελευταία παράδοση της χρήσης του νεοανεγερθησόμενου ακινήτου το αργότερο μέχρι τις 31-12-2010, αιτία για την οποία και είχε επιδιώξει, ανεπιτυχώς, τη συμβιβαστική απόδοση του μισθίου. Ότι, κατόπιν αυτού, άσκησε σε βάρος της εναγομένης την από 22-02-2007 αγωγή της, με την οποία κατήγγειλε την επίμαχη μίσθωση για ανοικοδόμηση και ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη συμπλήρωση 12ετίας.

Ότι, στην προσπάθεια της ενάγουσας να υλοποιήσει την απόδοση στην κοινή χρήση 350 τ.μ. από το ένδικο ακίνητό της, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση άδειας ανοικοδόμησης, παρότι αυτή δέχθηκε την αξίωση της μισθώτριας, η οποία, επικαλούμενη αποφυγή διατάραξης του αύλειου χώρου, είχε ζητήσει να μην καθαιρεθεί ο μαντρότοιχος της επί της ...

πλευράς του μισθίου, γεγονός που σήμαινε τη μη απόδοση στην κοινή χρήση, από τα συνολικά 350 τ.μ., του επιμέρους εδαφικού τμήματος των 6,5 τ.μ., που καλυπτόταν από αυτόν (μαντρότοιχο), ακολούθως η μισθώτρια, αφενός μεν προέβη στις 24 και 25/09-2007 σε καταγγελίες στην Πολεοδομία της Νομαρχίας Αθηνών για τη μη παραχώρηση στην κοινή χρήση του φλοιού του μαντρότοιχου, αφετέρου δε εμπόδισε στις 25-09-2007 το συνεργείο της εκμισθώτριας, επιληφθέν μετά την πληροφόρηση της τελευταίας για την καταγγελία της μισθώτριας, να καθαιρέσει το τμήμα αυτό του μαντρότοιχου δια του εκπροσώπου της (μισθώτριας) ..., ο οποίος κάλεσε προς τούτο την αστυνομία, που επενέβη.

Ότι επί της ανωτέρω αγωγής απόδοσης του μισθίου λόγω ανοικοδόμησης εκδόθηκε η 3038/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη και υποχρέωσε την τότε και νυν εναγόμενη μισθώτρια εταιρεία να της παραδώσει το μίσθιο έξι μήνες μετά την συμπλήρωση της 12ετίας, ήτοι στις 31-3-2009, όρισε δε την καταβλητέα σ' αυτήν αποζημίωση σε 18 μηνιαία μισθώματα.

Ότι η 1η εναγομένη μισθώτρια εταιρεία, όχι μόνον αρνήθηκε να εισπράξει την προσηκόντως προσφερθείσα αποζημίωση και να αποδώσει τη χρήση του κατά την ως άνω ημερομηνία, αλλά τόσον πριν, όσο και μετά από αυτήν, μετήλθε, μέσω των συνεναγομένων νομίμων εκπροσώπων της (2ου έως και 6ου, 8ου και 9ης εναγομένων), που αποτελούσαν το Δ.Σ.

της, αλλά και του 7ου εναγομένου, μετόχου της ίδιας εταιρείας, και 10ης εναγομένης, εργάτριας αυτής, από τους οποίους ο 3ος εναγόμενος, ..., ο 5ος εναγόμενος, ..., η 6η εναγομένη, ..., ο 9ος εναγόμενος, 2, και η 10η εναγομένη, ..., είναι ήδη αναιρεσίβλητοι, τις αναλυτικά περιγραφόμενες παράνομες και υπαίτιες ενέργειες (ψευδείς κατά το περιεχόμενο καταγγελίες προς τις αρμόδιες διοικητικές αρχές επιδιώκοντας την ακύρωση των εκδοθεισών αδειών, υφαρπαγή ψευδών βεβαιώσεων, στα αναληθή στοιχεία των οποίων θεμελίωνε τα ενώπιον των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων ασκηθέντα ένδικα μέσα και βοηθήματα, εκβίαση για καταβολή υπέρογκης αποζημίωσης, ύψους 1.000.000 ευρώ, προκειμένου να αποδοθεί στην εκμισθώτρια το μίσθιο κ.λπ.) αποβλέποντας στη μη απόδοση του μισθίου, ώστε να καταστεί ανέφικτη η ανοικοδόμηση και η παράδοση του νεόδμητου κτηρίου στη (νέα) μισθώτρια αλλοδαπή εταιρεία και να προκαλέσει σ' αυτήν (ενάγουσα) ζημία.

Ότι η μισθώτρια, αφού εξάντλησε κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, τελικά της απέδωσε μετά 6μηνο και συγκεκριμένα στις 03-9-2009, τη χρήση του μισθίου ακινήτου πλην όμως, η ως άνω αντιβαίνουσα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσουν επί εννέα μήνες (από 01-4-2009 έως 28-12-2009) η έναρξη και η ολοκλήρωση των οικοδομικών έργων στο συγκεκριμένο ακίνητό της και η, επί αντίστοιχο χρονικό διάστημα (επί 9μηνο), παράδοση της χρήσης του νεόδμητου κτηρίου στη νέα μισθώτρια, με αποτέλεσμα να υποστεί την πιο κάτω αναφερόμενη περιουσιακή και ηθική ζημία.

Ότι, και μετά την απόδοση του μισθίου (στις 03-9-2009) η 1η εναγόμενη εταιρεία, μέσω των συνεναγομένων εκπροσώπων της (καταστατικών της οργάνων) και της 10ης εναγόμενης-εργάτριάς της, την οποία χρησιμοποίησε για την ευόδωση των σκοπών της, προέβη στις περιγραφόμενες, αντίθετες στα χρηστά ήθη, ενέργειες, επιδιώκοντας τη μη θεμελίωση της νέας οικοδομής εντός 6μήνου από την απόδοση της χρήσης του μισθίου, έτσι ώστε να γεννηθεί στο πρόσωπο της μισθώτριας αξίωση σε βάρος της ενάγουσας (εκμισθώτριας) για καταβολή της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 32 του πδ 34/1995 αποζημίωσης των 30 μηνιαίων μισθωμάτων.

Ότι λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων καθυστέρησε επί 9 μήνες η έναρξη και ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών στο μίσθιο και αντίστοιχα (καθυστέρησε επί 9μηνο ) η παράδοση του νεόδμητου μισθίου στη νέα μισθώτρια - αλλοδαπή εταιρεία, με αποτέλεσμα να μετακυλιστεί επί 9 μήνες η έναρξη της νέας -15ετούς διάρκειας- μίσθωσης και (η έναρξη) της καταβολής στην ενάγουσα του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος.

Ότι και μετά την απόδοση του μισθίου (στις 03-09-2009) οι εναγόμενοι, με τις αναφερόμενες αιτήσεις ακύρωσης και αιτήσεις αναστολής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, συνέχισαν να επιδιώκουν την ακύρωση της οικοδομικής άδειας και να επιχειρούν τη ματαίωση της αξιοποίησης της περιουσίας της. Ειδικά δε για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της 10ης εναγομένης, Α.

Σ., στην αγωγή (43η σελίδα) εκτίθεται, ότι "με υπαιτιότητά της (δόλο ή βαριά αμέλεια ή αμέλεια) δέχθηκε και έγινε "αχυράνθρωπος" της πρώτης εναγομένης", με την άσκηση α) της από 27-10-2008 αίτησης ακύρωσης κατά της υπ' αριθμ. ... άδειας οικοδομής, των από 11-02-2010 Πρόσθετων Λόγων ακύρωσης και αίτησης αναστολής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αποκρύπτοντας την ιδιότητά της ως εργάτριας της πρώτης εναγομένης, καθώς και β) της από 03-02-2010 αίτησης ακύρωσης και της από 03-02-2010 αίτησης αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής.

Ότι από τις ανωτέρω αιτήσεις έγινε δεκτή η από 27-10-2008 αίτηση ακύρωσης και ακυρώθηκε η ... οικοδομική άδεια με την 1899/14-10-2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ενώ όλες οι λοιπές αιτήσεις της απορρίφθηκαν. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενη η ενάγουσα - εκμισθώτρια, τόσο τους όρους της από 16-7-1996 μισθωτικής σύμβασης, όσο και την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, συνεπεία της οποίας υποστήριξε, ότι υπέστη περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, ζήτησε :

Α) να αναγνωριστεί ότι δεν υποχρεούται να επιστρέψει στην πρώτη εναγόμενη - μισθώτρια εταιρεία την εγγυοδοσία που αυτή της κατέβαλε κατά την έναρξη της μίσθωσης, επειδή κατέπεσε, ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα, λόγω παράβασης των αναφερόμενων όρων του μισθωτηρίου, Β) να αναγνωριστεί, ότι δεν οφείλει στην πρώτη εναγόμενη (μισθώτρια εταιρεία) την αποζημίωση του άρθρου 32 του πδ/τος 35/1995, επειδή η καθυστέρηση έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης οφείλεται στην περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, Γ) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη - μισθώτρια εταιρεία να της καταβάλει 45.781,36 ευρώ ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα λόγω καθυστέρησης απόδοσης της χρήσης του μισθίου επί 156 ημέρες, ήτοι, κατά το χρονικό διάστημα από 01-4-2009 έως 03-9-2009, Δ) να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, να της καταβάλουν ως αποζημίωση:

ΔΙ) 1.... ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας, η οποία, κατά τα ιστορούμενα, συνίσταται στη μη είσπραξη (από την ενάγουσα) επί εννέα μήνες νωρίτερα, του συμφωνημένου με τη νέα μισθώτρια μηνιαίου μισθώματος για το εκμισθωθέν στην τελευταία νεόδμητο κτήριό της (9 μήνες X 126.745 ευρώ), που οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, συνεπεία της οποίας καθυστέρησε επί 9μηνο η ανοικοδόμηση του νέου κτηρίου και η έναρξη της 15ετούς διάρκειας της νέας εκμίσθωσής του, Δ2) ...

ευρώ, που αφορούν σε τόκους, που υποστηρίζει, ότι κατέβαλε κατά το ίδιο ως άνω 9μηνο διάστημα για δάνειο (ύψους ….υρώ), που είχε λάβει το Μάιο του 2007 για την εκτέλεση της συγκεκριμένης επένδυσης (ανέγερση του νέου κτηρίου), Δ3) ... ευρώ, που κατέβαλε για την έκδοση νέας οικοδομικής άδειας κατεδάφισης του υφιστάμενου μίσθιου κτηρίου, επειδή, κατά τη διάρκεια της 9μηνης καθυστέρησης της κατεδάφισης έληξε η προγενέστερα εκδοθείσα άδεια, και Ε) … ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση (επιφυλαχθείσα να αξιώσει την επιδίκαση ….

ευρώ από τα ποινικά δικαστήρια παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα σε βάρος των εναγομένων), προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υποστήριξε, ότι υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, που είχε ως αποτέλεσμα να μην εκπληρώσει έγκαιρα τις συμβατικές προς τρίτους υποχρεώσεις της (να καθυστερήσει επί 9μηνο την ανοικοδόμηση του νέου κτηρίου, καθώς και την παράδοση της χρήσης του στη νέα μισθώτρια) και έτσι να μειωθεί η πίστη, η υπόληψη, η φήμη, το κύρος και η οργανωτική της δομή αναφορικά με την ικανότητά της για εκτέλεση παρεμφερών συμβάσεων με εταιρείες του εξωτερικού και του εσωτερικού ή άλλες δραστηριότητες που προβλέπονται από το Καταστατικό της.

Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5608/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατά την προεκτιθέμενη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης, εκδόθηκε μετά την εν μέρει αναίρεση της 810/2016 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την 704/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης και της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία, διακρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκαν τα κεφάλαια αυτά, το μεν πρώτο (της χρηματικής ικανοποίησης) ως μη νόμιμο, το δε δεύτερο (της περιουσιακής ζημίας) ως κατ' ουσίαν αβάσιμο ως προς τους 3ο, 5ο, 6η και 9ο εναγομένους, ως προς δε τη 10η εναγομένη απορρίφθηκαν και τα δύο κεφάλαια ως μη νόμιμα.

Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμη, επειδή τα αναφερόμενα στην από 28-02-2011 αγωγή πραγματικά περιστατικά "σχετικά με τη συμπεριφορά των εναγομένων, που συνίστατο στην άσκηση των νόμιμων ενδίκων μέσων, προκειμένου να καθυστερήσουν την απόδοση του μισθίου, δεν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη, αφού οι εφεσίβλητοι άσκησαν νόμιμα ένδικα μέσα για την προάσπιση εννόμου συμφέροντός τους.

Έτσι με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή όσον αφορά στο αναιρεθέν κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, διότι η συμπεριφορά των εναγομένων δεν αντίκειται κατά το μέρος που επιχειρείται να συνδεθεί αιτιωδώς με την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε στα χρηστά ήθη και άρα δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 919 του ΑΚ".

Ως προς τη 10η εναγομένη, ήδη 5η αναιρεσίβλητη, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμα και τα δύο αναιρεθέντα κεφάλαια (της χρηματικής ικανοποίησης και της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία), καθό μέρος αφορούν σ' αυτήν, επειδή οι αποδιδόμενες σ' αυτήν επιλήψιμες ενέργειες "δεν έχουν αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε εξαιτίας της καθυστέρησης ανοικοδομήσεως του διωρόφου κτηρίου - καταστήματος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 28-12-2009.

Και τούτο διότι οι αιτήσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές και επομένως, δεν επηρέασαν την επίμαχη καθυστέρηση, ενώ η 2468/2008 αίτησή της, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 1899/2010 απόφαση του ΔΕφΑθ, ανάγεται σε χρόνο εκτός του επιδίκου από 1-4-2009 έως 28-12-2009 χρονικού διαστήματος και ως εκ τούτου δεν παράγει έννομη επιρροή".

Κρίνοντας μη νόμιμα τα αναιρεθέντα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης και της περιουσιακής ζημίας λόγω παράβασης των χρηστών ηθών ως προς τη 10η εναγομένη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 919 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε. Τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν συνάγεται α) η πρόθεση πρόκλησης βλάβης σε βάρος της ενάγουσας εκ μέρους της 10ης εναγομένης, η οποία προϋποθέτει έστω ενδεχόμενο δόλο, όχι όμως "δόλο ή βαριά αμέλεια ή αμέλεια", όπως ενδοιαστικά εκθέτει η ενάγουσα στην από 28-02-2011 αγωγή της, ούτε β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της 10ης εναγομένης και του ζημιογόνου αποτελέσματος (πρβλ.

σελ. 62-63 της αναιρετικής απόφασης ΑΠ 704/2017). Αντίθετα, κρίνοντας ως μη νόμιμο το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης της ως άνω αγωγής της αναιρεσείουσας ως προς τους 3ο, 5ο, 6η και 9ο εναγομένους, ήδη 1ο έως και 4ο αναιρεσίβλητους, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 919, 932 του ΑΚ, διότι, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην από 28-02-2021 αγωγή, εκτίθενται: 1) η αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων (ψευδείς κατά το περιεχόμενο καταγγελίες της μισθώτριας εταιρείας, μέσω των συνεναγομένων, ήδη 1ου έως και 4ου αναιρεσίβλητων, καταστατικών οργάνων της, προς τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, επιδιώκοντας την ακύρωση των εκδοθεισών αδειών, υφαρπαγή ψευδών βεβαιώσεων, στα αναληθή στοιχεία των οποίων θεμελιώνονταν τα ενώπιον των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων ασκηθέντα ένδικα μέσα και βοηθήματα, εκβίαση για καταβολή υπέρογκης αποζημίωσης, ύψους 1.000.000 ευρώ, προκειμένου να αποδοθεί στην εκμισθώτρια το μίσθιο κ.λπ.), 2) η πρόθεση πρόκλησης ζημίας, καθόσον (οι εναγόμενοι) απέβλεπαν στη μη απόδοση του μισθίου, ώστε να καταστεί ανέφικτη η ανοικοδόμηση και η παράδοση του νεόδμητου κτηρίου στη (νέα) μισθώτρια αλλοδαπή εταιρεία και να προκαλέσει στην ενάγουσα ζημία, απαξιώνοντας την ιδιοκτησία της, 3) η πρόκληση της ζημίας, υλικής και ηθικής, σε βάρος της ενάγουσας και 4) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγομένων και της επελθούσας ζημίας.

Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση, ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το άνω κεφάλαιό της, ως μη νόμιμη, είναι βάσιμος, κατά το μέρος που αφορά στους 1ο έως και 4ο αναιρεσίβλητους. Περαιτέρω, όσον αφορά στην 5η αναιρεσίβλητη, εφόσον το Εφετείο ορθώς απέρριψε και τα δύο ένδικα κεφάλαια ως μη νόμιμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ενώ οι λοιποί, δεύτερος έως και δωδέκατος, λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της ίδιας διαδίκου και με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες από τους αριθμ. 1, 19, 8, 11 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε σχέση με την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε της ουσίας και δεν εξέδωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς τη διάδικο αυτή (ΑΠ 472/2014).

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την 5η αναιρεσίβλητη, δεν θα τεθεί όμως διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας ως προς την ανωτέρω αντίδικό της, διότι λόγω της απουσίας της δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Η μη διάδικος στην παρούσα δίκη, εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Β. Υ. Α..Ε.." ως ιδιοκτήτρια του εκτάσεως 8.596,57 τ.μ.

οικοπέδου που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ... στη Νέα ... ..., με το από 16-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αφενός αυτής ως εκμισθώτριας και αφετέρου της "Φ. Α. Β. Ε. Ο. Π. Α.Ε." ως μισθώτριας, εκμίσθωσε στην δεύτερη το ένα από τα δύο εργοστασιακά κτήρια που βρίσκονταν στο ως άνω ενιαίο οικόπεδό της, ήτοι, το επιφάνειας 4.700 τ.μ.

τριώροφο κτήριο μετά του περιβάλλοντος αυτό ακάλυπτου χώρου έκτασης περίπου 4.011 τ.μ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο παραγωγής δισκετών, CD και συναφών ειδών. Η διάρκεια της μίσθωσης που ορίστηκε σε 8,5 έτη, αρχής γενομένης από 1-10-1996, παρατάθηκε για ισόχρονο διάστημα με την κοινοποιηθείσα στην εκμισθώτρια από 28-1-2005 δήλωση της μισθώτριας, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα επιφυλαχθεί υπέρ της τελευταίας και έτσι, η 17ετής πλέον συμβατική διάρκειά της, θα έληγε στις 30-9-2013.

Με την υπ' αριθμόν 8443/01-6-2006 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, 2 συστάθηκε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..., η οποία, αφού απέκτησε το σύνολο των μετοχών της προαναφερόμενης εκμισθώτριας εταιρείας, ακολούθως με την υπ' αριθμόν 133/18-12-2006 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου (ΦΕΚ 577/24-01-2007), συγχωνεύτηκαν οι ως άνω εταιρείες με την απορρόφηση της αρχικής εκμισθώτριας (2 Α.Ε.) από την νεοϊδρυθείσα Μ.

Α.Ε., στην οποία και μεταβιβάστηκε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της απορροφηθείσας (1Α ΑΕ), συμπεριλαμβανομένου και του επίμαχου μισθίου. Έτσι, η ενάγουσα εταιρεία "Μ. ΑΕ", κατέστη καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας, απέκτησε την κυριότητα του επίμαχου μίσθιου ακινήτου και υπεισήλθε στην ως άνω μίσθωση, ως εκμισθώτρια, γεγονός που γνωστοποίησε έγγραφα στην μισθώτρια εταιρεία με την από 28-12-2006 εξώδικη δήλωσή της.

Εν τω μεταξύ, μετά τη σύσταση της ενάγουσας και πριν αποκτήσει την κυριότητα του συγκεκριμένου ακινήτου και υπεισέλθει στην επίμαχη μίσθωση, καταρτίστηκε μεταξύ αυτής, ως εκμισθώτριας και της (μη διαδίκου) εταιρείας με την επωνυμία "M. S. E. H. H. Α.Ε.", ως μισθώτριας, η από 26-7-2006 Εμπορική Σύμβαση Εκμίσθωσης προς τη δεύτερη, του όλου, έκτασης 8 και πλέον στρεμμάτων, οικοπέδου (τμήμα του οποίου αποτελούσε το αντικείμενο της ενεργούς μίσθωσης στην Φ.

Α.), μετά του μελλοντικώς ανεγερθησόμενου επ' αυτού κτηριακού συγκροτήματος συνολικής "κατά προσέγγιση" επιφάνειας 5.600 τ.μ., το οποίο θα χρησιμοποιούνταν από τη (νέα) μισθώτρια, ως κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών. Στην ως άνω σύμβαση, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, και ότι, α) η ανέγερση του εκμισθωθέντος κτηρίου - καταστήματος θα πραγματοποιούνταν από την εκμισθώτρια εταιρεία, μετά την εκ μέρους της επικείμενη απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου και την παράδοση ελεύθερης της χρήσης του εκμισθωθέντος τμήματός του από την μισθώτρια εταιρεία, Φ.

Α., β) η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε 15 έτη, με έναρξη ισχύος της από την πρώτη ημέρα του μήνα παράδοσης του ακινήτου στη (νέα) μισθώτρια (M. S.), η οποία δικαιούνταν να παρατείνει μονομερώς αυτήν (3 φορές Χ 5 έτη), γ) το μηνιαίο μίσθωμα που ορίστηκε σε 18,60 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, αφορούσε τους κύριους χώρους που θα ανοικοδομούνταν, όπως αυτοί απεικονίζονταν με συγκεκριμένο τρόπο στο παράρτημα

ΙΙ που επισυνάφθηκε στην ως άνω σύμβαση και το συνολικό ύψος του θα καθορίζονταν, κατά το χρόνο παράδοσης της χρήσης του μισθίου, οπότε και θα καταμετρούνταν η τελικώς ανεγερθείσα συνολική, κύριας χρήσης, κτηριακή του επιφάνεια, δ) η υποχρέωση για πληρωμή του μισθώματος (από τη νέα μισθώτρια - 1 ΑΕ) ορίστηκε ότι θα αρχίσει από την ημερομηνία της πραγματικής έναρξης λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό, αλλά το αργότερο έξι μήνες μετά την παράδοση των κτηρίων και των εγκαταστάσεων και ε) η παράδοση της χρήσης του (στη νέα μισθώτρια, M.

S. ΑΕ) και η έναρξη της μίσθωσης ορίστηκε (με το από 26-7-2006 "Πρώτο Παράρτημα" της ως άνω σύμβασης) ότι "έχει προγραμματιστεί" να λάβει χώρα 18 μήνες από την αποχώρηση από το μίσθιο της ήδη τότε ευρισκόμενης στη χρήση του, μισθώτριας εταιρείας (Φ. Α.). Η εκμισθώτρια εταιρεία (Μ. ΑΕ) ενημέρωσε τους εκπροσώπους της εναγόμενης μισθώτριας εταιρείας (Φ.

Α.) για την κατάρτιση της προαναφερόμενης (νέας) μισθωτικής σύμβασης του επίμαχου ακινήτου παραδίδοντάς τους και αντίγραφο της προαναφερόμενης από 26-7-2006 σύμβασης, από τους οποίους και ζήτησε την (πρόωρη) συναινετική απόδοση της χρήσης του, προκειμένου να προβεί στην κατεδάφιση των ήδη υφιστάμενων κτηρίων και στην ανέγερση του νέου (ήδη εκμισθωθέντος) κτηριακού συγκροτήματος.

Επειδή το αίτημά της απορρίφθηκε η εκμισθώτρια κατήγγειλε, με την επιδοθείσα από 22-02-2007 αγωγή της, την επίμαχη μίσθωση για ανοικοδόμηση (κατ' άρθρο 23 του π.δ. 34/1995) και ζήτησε να υποχρεωθεί η μισθώτρια να της αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του στις 31-3-2009, δηλαδή 6 μήνες μετά τη συμπλήρωση 12ετίας από την έναρξή της.

Ενόψει του ότι, για την έκδοση των αδειών ανοικοδόμησης στο μίσθιο ήταν απαραίτητη η παραχώρηση στην κοινή χρήση δύο εδαφικών λωρίδων συνολικής έκτασης περίπου 360 τ.μ. από το μείζονος επιφάνειας ακάλυπτο χώρο του μίσθιου ακινήτου, με την από 19-6-2007 επιστολή της η εκμισθώτρια ενημέρωσε τη μισθώτρια εταιρεία (Φ.

Α.) για την επικείμενη ως άνω παραχώρηση παραδίδοντάς της και σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο απεικονίζονταν τα δυο αυτά εδαφικά τμήματα που εφάπτονταν των ορίων του οικοπέδου. Η εκμισθώτρια προέβη στην επί του εδάφους υλοποίηση της παραχώρησης των δύο εδαφικών τμημάτων, πλην μιας λωρίδας διαστάσεων 0,25 Χ 26 μέτρα, ήτοι εμβαδού 6,50 τ.μ., που καλύπτονταν από τμήμα του υφιστάμενου λιθόκτιστου μαντρότοιχου, κατόπιν απαίτησης της μισθώτριας, ώστε να αποφευχθεί η κατεδάφιση της περίφραξης και η καθαίρεση, του επ' αυτής κιγκλιδώματος, λωρίδα που και αυτή θα παραχωρούνταν μετά την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την κατεδάφιση όλων των υφιστάμενων κτισμάτων - κατασκευών και της περιτοίχισης, σύμφωνα με την ήδη εκδοθείσα υπ' αριθμό 513/11-5-2007 άδεια κατεδάφισης.

Κατόπιν αυτού εκδόθηκε και η υπ' αριθμόν 965/10-9-2007 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας του Δήμου Ν. ...ς για την ανέγερση νέου διώροφου (του ήδη εκμισθωθέντος στην M. S. AE) κτηρίου καταστήματος με υπόγειο, γκαράζ και στέγη. Η εκμισθώτρια, με την από 12-9-2007 εξώδικη δήλωσή της, επέδωσε στη μισθώτρια αντίγραφο αμφοτέρων των ως άνω αδειών, έτσι ώστε να επέλθουν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της.

Επειδή όμως ενημερώθηκε ότι ο εκπρόσωπος της μισθώτριας είχε ήδη λάβει (στις 12-9-2007) από την Πολεοδομία αντίγραφα των σχεδίων και λοιπών εγγράφων του σχετικού φακέλου προς έλεγχο, στις 25-9-2007 επιχείρησε με συνεργείο της να καθαιρέσει το τμήμα του μαντρότοιχου που είχε ανεγερθεί στην παραχωρητέα λωρίδα, πλην όμως εμποδίστηκε από τον τότε εκπροσωπούντα την εναγόμενη, Αντιπρόεδρο του Δ.Σ.

της, ήδη αποβιώσαντα 1 (βλ. το με αριθμ. 1020/2/997-1 απόσπασμα Ημερήσιου Δελτίου οχήματος της Άμεσης Δράσης που επιλήφθηκε του συμβάντος). Η μισθώτρια εταιρεία κατήγγειλε στην Πολεοδομία την ως άνω μη παραχώρηση της εδαφικής λωρίδας των 6,5 τ.μ. με τα υπ' αριθμούς πρωτ. 13570/24-9-2007 και 13629/25-9-2007 έγγραφά της, αιτούμενη την εξ αυτού του λόγου ακύρωση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας, ακυρότητα την οποία επικαλέστηκε κατά τη συζήτηση (στις 26-9-2007) και προς απόκρουση της ως άνω αγωγής απόδοσης του μισθίου.

Ενώ δηλαδή, η μισθώτρια είχε αξιώσει, επικαλούμενη αποφυγή διατάραξης της ασφάλειας του αύλειου χώρου του μισθίου, να μην καθαιρεθεί ο μαντρότοιχος επί της ..., γεγονός που σήμαινε την μη απόδοση στην κοινή χρήση (και) του επιμέρους εδαφικού τμήματος των 6,5 τ.μ. που καλύπτονταν απ' αυτόν, στη συνέχεια (στις 24-9-2007 και 25-9-2007) κατήγγειλε στην Πολεοδομία την (κατ' απαίτησή της) ως άνω 'παράλειψη' της εκμισθώτριας, την οποία και επικαλέστηκε και στο προαναφερθέν Δικαστήριο, προσβλέποντας στην, εξ αυτού του λόγου, απόρριψη της αγωγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 3038/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και διατάχθηκε να αποδώσει το μίσθιο στις 31-3-2009 με την ταυτόχρονη σ' αυτήν καταβολή από την εκμισθώτρια, της ορισθείσας σε 18 μηνιαία μισθώματα, αποζημίωσης, που ανέρχονταν σε 339.533,82 ευρώ (18 μήνες Χ 18.862,99 ευρώ).

Κατά της ως άνω απόφασης, η ηττηθείσα εναγόμενη - μισθώτρια άσκησε έφεση, ως είχε νόμιμο δικαίωμα, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία με την υπ' αριθμό 4275/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ακολούθως, αίτηση αναίρεσης, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμό 1908/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επί των ως άνω καταγγελιών της μισθώτριας εκδόθηκαν και κοινοποιήθηκαν στην τελευταία, τα με αριθμούς πρωτ. 15047/8-11-2007 και 15047/1160/13-11-2007 έγγραφα των τμημάτων, αντίστοιχα, Εφαρμογής Πολ/κών Σχεδίων και Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών της Δ/νσης της Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, με τα οποία κρίθηκε ότι η καταγγελθείσα "παράλειψη" δεν επηρεάζει την εκδοθείσα οικοδομική άδεια της εκμισθώτριας.

Πλην όμως, το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών της ως άνω Πολεοδομίας, με το από 19-11-2007 (αρ. πρωτ. 13570/2227/07) έγγραφό του, που εκδόθηκε κατόπιν της προαναφερόμενης καταγγελίας της μισθώτριας, αφού αναφέρει ότι, δεν αποτυπώνονταν στο υποβληθέν τοπογραφικό διάγραμμα της καταγγελθείσας οικοδομικής άδειας (...) τα ρυμοτομούμενα τμήματα και ότι, κατά την γενόμενη στις 16-10-2007 αυτοψία, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε αποδοθεί στην κοινή χρήση η επίμαχη λωρίδα των 6,50 τ.μ., διέταξε την διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο επίμαχο ακίνητο (οι οποίες όμως δεν είχαν καν αρχίσει, αφού δεν είχε ακόμη τότε στις 19-11-2007 αποδοθεί το μίσθιο), μέχρις ότου εντός προθεσμίας 4 μηνών η ιδιοκτήτρια - εκμισθώτρια εταιρεία προβεί στην αναθεώρησή της με πλήρη αποτύπωση των ρυμοτομούμενων τμημάτων και υλοποίηση της παραχώρησης της επίμαχης λωρίδας.

Η ως άνω αναθεώρηση της υπ' αριθμόν ... οικοδομικής άδειας, έλαβε χώρα στις 4-2-2009, ενώ η εκμισθώτρια προέβη (και) στην έκδοση νέας άδειας κατεδάφισης, ήτοι της με αριθμό 2075/16-7-2008, λόγω παρέλευσης της 6μηνης διάρκειας της αρχικά εκδοθείσας για τις "ανάγκες" της άσκησης της αγωγής απόδοσης του μισθίου, η οποία (2η άδεια) αναθεωρηθείσα στη συνέχεια, ίσχυε μέχρι 16-9-2009.

Στη συνέχεια η Α. Σ. (10η εναγόμενη - εφεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, την με αρ. καταχ. ... αίτηση ακύρωσης της ... οικοδομικής άδειας, καθώς και την με αρ. κατ. 442/27-10-2008 αίτηση αναστολής εκτέλεσής της, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 12/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με το σκεπτικό ότι, στρέφεται κατά πράξεως που έχει ήδη ανακληθεί, εφόσον ασκήθηκε μετά την ανάκληση της προσβαλλόμενης οικοδομικής άδειας, ως τέτοια (ανάκληση) θεωρηθείσας της επ' αόριστον διακοπής των οικοδομικών εργασιών με το προαναφερόμενο 13570/2227/19-11-2007 έγγραφο της Πολεοδομίας.

Μεταξύ των επικληθέντων λόγων ακυρότητας, ήταν και το ότι, οι χρήσεις γης στο συγκεκριμένο Ο. Τ. (357) όπου θα ανεγείρονταν το επίμαχο οικοδόμημα, ήταν αυτές του ΒΙΟ.ΠΑ (Βιομηχανικού Πάρκου) και συνεπώς δεν επιτρέπονταν η δημιουργία εμπορικού καταστήματος για την οποία είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη άδεια, καθώς και ότι δεν είχε αποδοθεί στην κοινή χρήση η προαναφερόμενη ρυμοτομούμενη λωρίδα, επικαλούμενοι το με αριθμό πρωτ. 195/26-1-2009 έγγραφο του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών (ΟΡΣΑ), σύμφωνα με το οποίο, το συγκεκριμένο Ο.Τ. (357), από άποψη χρήσεων γης, ήταν ΒΙΟ.ΠΑ και δεν επιτρέπονταν η χρήση καταστημάτων.

Στο ως άνω έγγραφο του ΟΡΣΑ, η μισθώτρια εταιρεία : 1ον) στήριξε τις διαδοχικά απ' αυτήν ασκηθείσες από 12- 2-2009 και 30-4-2009 αιτήσεις της ενώπιον του ΑΠ (ενόσω δηλ. εκκρεμούσε η ορισθείσα για τις 8-5-2009 συζήτηση της αναίρεσης) για αναστολή εκτέλεσης της τελεσίδικης απόφασης με την οποία υποχρεούνταν να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στις 31-3-2009, εκ των οποίων, η μεν πρώτη (αίτηση), συζητηθείσα στις 13-3-2009 έγινε δεκτή (με την ΑΠ 82/2009) και ανεστάλη για 30 ημέρες (μέχρι 30-4-1009) η εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης (ΜονΠρΑθ 3038/2007), ενώ η δεύτερη επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτέλεσης μέχρι τη συζήτησή της στις 8-5-2009, ακολούθως απορρίφθηκε με την ΑΠ 149/2009 και έτσι το μίσθιο ήταν αποδοτέο το αργότερο στις 8-5-2009. 2ον) υπέβαλε την με αρ.

πρωτ. 4340/27-3-2009 νέα καταγγελία της στην Πολεοδομία για ανάκληση της επίμαχης οικοδομικής άδειας (...) η οποία έγινε δεκτή και με την 5504/28-4-2009 απόφαση της Διευθύντριας της ΔΙνσης Πολεοδομίας Β. Τ. της Νομαρχίας ..., ανακλήθηκε η ως άνω επίμαχη ... οικοδομική άδεια. Κατά της ως άνω απόφασης της διοίκησης (της ΔΙντριας της Πολεοδομίας) η εκμισθώτρια άσκησε την από 25-5-2009 (αρ.

κατ. 1239/2009) αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και αίτηση αναστολής, η τελευταία των οποίων απορρίφθηκε με τη με αριθμό 270/30-6-2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (ΔΕΑ). Ανεξάρτητα όμως της βασιμότητας ή μη, του περιεχομένου του ως άνω δημόσιου εγγράφου του ΟΡΣΑ, που έγινε η αφορμή ανάμειξης και άλλων δημόσιων υπηρεσιών προς διευκρίνιση της ορθότητας ή μη του περιεχομένου του και παρόλο που τελικώς διαγνώστηκε η αβασιμότητά του, αφού κρίθηκε αρμοδίως, ότι η χρήση του Ο.Τ.

που βρίσκεται το μίσθιο δεν ήταν ΒΙΟ.ΠΑ., και συνεπώς, δεν έπασχε η επίμαχη οικοδομική άδεια για ανέγερση καταστήματος και γι' αυτό, μετά από συνεχείς συντεταγμένες ενέργειες της εκμισθώτριας της εκμισθώτριας ενώπιον πολλών διοικητικών αρχών και δικαστηρίων, τελικώς, με την 20508/2483/24-12-2009 απόφαση της Δ/ντριας της Πολεοδομίας, ανακλήθηκε η προαναφερόμενη ανακλητική της οικοδομικής άδειας προηγούμενη απόφαση (5504/28-4-2009) της ίδιας ΔΙντριας, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει συμμετοχή ή η οιασδήποτε μορφής ανάμειξη οποιουδήποτε εκ των εναγομένων στην σύνταξη του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου του ΟΡΣΑ ή στην έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης της Δ/ντριας της Πολεοδομίας με την οποία ανακλήθηκε η επίμαχη οικοδομική άδεια της εκμισθώτριας.

Κατόπιν αυτών η εκμισθώτρια επέδωσε στις 22-5-2009 στη μισθώτρια (βλ. την με αριθμό 48571/22-5-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Γ. Π.) Α' εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθμόν 3038/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιτάσσοντάς την να της αποδώσει το μίσθιο, προσφέροντας την αναφερόμενη (στην έκθεση επίδοσης) δίγραμμη επιταγή ποσού 339.533,82 ευρώ προς εξόφληση της επιδικασθείσας αποζημίωσής της, πλην όμως, η νόμιμη εκπρόσωπός της αρνήθηκε την παραλαβή των ανωτέρω.

Έτσι, η μεν επίδοση συντελέστηκε με θυροκόλληση, το δε προσφερθέν με την τραπεζική επιταγή ποσό κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων (κατ' άρθρο 427 ΑΚ) και το με αριθμό ... Γραμμάτιο Σύστασης Παρακαταθήκης του ΤΠ&Δ κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Π. Μ., συνταχθείσας της σχετικής πράξης της, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στη μισθώτρια την επομένη.

Η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, από 26-5-2009 ανακοπή της κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της εκτέλεσης, καθώς και την από 27-5-2009 αίτηση αναστολής με αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, που έγινε δεκτό και ανεστάλη η αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αναστολής την 1-7-2009, επί της οποίας (αναστολής) εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 6626/03-8-2009 απορριπτική απόφαση.

Κατόπιν αυτού, η μισθώτρια, ενόψει της απειλούμενης αναγκαστικής σε βάρος της εκτέλεσης, στις 3-9-2009 παρέδωσε (εκούσια) στην εκμισθώτρια την χρήση του μισθίου και παρέλαβε, μέσω της (5ης εφεσίβλητης στην 2η έφεση - μέλους του ΔΣ εκπροσώπου της), Ι. Γ., το κατατεθέν στην ως άνω συμβολαιογράφο γραμμάτιο παρακαταθήκης, προκειμένου να εισπράξει την επ' ονόματί της κατατεθείσα αποζημίωση.

Εν τω μεταξύ, μέχρι και την απόδοση του μισθίου στις 3-9-2009, η μισθώτρια εταιρεία: α) μαζί και με 71 υπαλλήλους της άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αφενός την από 9-4-2009 (αρ κατ. 853) αίτηση ακύρωσης της εκδοθείσας (2ης) υπ' αριθμόν 2075/2008 άδειας κατεδάφισης, όπως αυτή ίσχυε μετά την 1081/2009 αναθεώρησή της (που απορρίφθηκε με την ΔΕΑ 259/2010), αφετέρου την με ίδια ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ίδιας ως άνω άδειας, με αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής, που έγινε δεκτό μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης επ' αυτής, ήτοι, μέχρι τις 30-6-2009 που εκδόθηκε η απορριπτική επί της ως άνω αιτήσεως αναστολής υπ' αριθμό 269/2009 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου. 2) άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 24-6-2009 (αρ.κατ.373/2009) αίτησή της για αναψηλάφηση της προαναφερόμενης υπ' αριθμόν 4273/2008 απόφασής του, από το δικόγραφο της οποίας όμως παραιτήθηκε κατά τη συζήτησής της στις 12-1-2010.

Σημειώνεται ότι ομοίως παραιτήθηκε και από το δικόγραφο της από 26-5-2009 ανακοπής της κατά της εκτέλεσης (κατά την ορισθείσα συζήτησή της στις 23-10-2009), αφού μετά την απόρριψη των αιτήσεών της για αναστολή, είχε ήδη προβεί στην απόδοση της χρήσης του μισθίου, γεγονός (η παραίτηση) από το οποίο μπορεί να συναχθεί μη ύπαρξη πρόθεσής της για επανεγκατάστασή της στο μίσθιο.

Όμως, και μετά την κατά τα ανωτέρω απόδοση της χρήσης του μισθίου, η μισθώτρια εταιρεία και η προαναφερόμενη υπάλληλός της ήδη εκκαλούσα εφεσίβλητη (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) (...) προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες: 1ον) η μισθώτρια υπέβαλε τη με αρ. πρωτ. 5534/26-10-2009 αίτησή της στο ΥΠΕΧΩΔΕ για ανάκληση του με αρ.

πρωτ. 33276/04-8- 2009 εγγράφου της Δ/νσης Νομοθετικού Έργου του ως άνω Υπουργείου με το οποίο είχε γνωματεύσει ότι η ισχύουσα χρήση για το Ο.Τ. 357, όπου κείται το επίμαχο ακίνητο, είναι αυτή της γενικής κατοικίας, γεγονός που σήμαινε, ότι επιτρέπονταν η κατασκευή και λειτουργία καταστημάτων και ως εκ τούτου, δεν έπασχε η ήδη προσβληθείσα απ' αυτήν ...

οικοδομική άδεια, αίτηση που κοινοποίησε και στο Νομάρχη Αθηνών (αρ. πρωτ. 12218/30-10-2009). Η ως άνω αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 44711/02-12-2009 έγγραφο του Δ/ντή του Νομικού Τμήματος - Συμβάσεων του ως άνω Υπουργείου, 2ον) Κατά της 20508/2483/24-12-2009 απόφασης της Δ/ντριας της Πολεοδομίας, με την οποία ανακάλεσε την προηγούμενη (η με αριθμό 5504/28-42009) απόφασή της για ανάκληση της επίμαχης υπ' αριθμόν ...

οικοδομικής άδειας, ασκήθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, από μεν τη μισθώτρια, η με αρ. κατ. 230/3-2-2010 Αίτηση Ακύρωσης, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 1897/2010 απόφαση, καθώς και η με αρ. κατ. ΑΝ 43/3-2-2010 Αίτηση Αναστολής επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 78/08-3-2010 απορριπτική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, από δε την προαναφερόμενη υπάλληλό της, η με αρ κατ. 229/3-2-2010 Αίτηση Ακύρωσης (που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 1896/2010 απόφαση του ΔΕΑ) και η με ίδια ημερομηνία Αίτηση Αναστολής της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης της διοίκησης, επί της οποίας εκδόθηκε η ομοίως απορριπτική υπ' αριθμόν 77/8-3-2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.

Σημειώνεται ότι σε όλες τις προαναφερόμενες διοικητικές δίκες είχε παρέμβει η εκμισθώτρια υποβάλλοντας σχετικά υπομνήματα, 3ον) Η ..., κάτοικος στο ίδιο Ο.Τ. που βρίσκεται το επίδικο οικόπεδο, άσκησε το από 11-2-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων προβάλλοντας νέους λόγους προς συμπλήρωση της από 27-10-2008 αίτησής της για ακύρωση της ...

οικοδομικής άδειας, επί της οποίας εκδόθηκε η 1899/2010 απόφαση του ΔΕΑ, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση προς νέα κρίση προκειμένου "...να αποφασίσει αιτιολογημένα με βάση τα υποβληθέντα στοιχεία, ενόψει του όγκου, του μεγέθους και του τύπου του κτιρίου σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση του (κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών), αν υπάρχει ή όχι εναρμόνιση προς το περιβάλλον της συγκεκριμένης περιοχής και προς την επιτρεπόμενη χρήση γης ( γενική κατοικία)".

Μετά τη συμπλήρωση από τη Διοίκηση, κατά τα ανωτέρω, της κρίσης της, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2 άδεια της Πολεοδομίας του Δ. Ν.. Ι. με την οποία επανήλθε σε ισχύ (όπως ρητά αναγράφεται) η ... οικοδομική άδεια. Κατά της τελευταίας αυτής οικοδομικής άδειας, ασκήθηκαν από την ... οι από 1-6-2011 (αρ. κατ. 2080) Αίτηση Ακύρωσης και (αρ.

κατ. ΑΝ 579) Αίτηση Αναστολής της εκτέλεσής της, που απορρίφθηκαν (ΔΕΑ 497/2011). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 16-7-2009 δηλαδή, ενόσω η μισθώτρια εξακολουθούσε να παρακρατεί το μίσθιο, έληξε η διάρκεια της υπ' αριθμόν 2075/2008 άδειας για κατεδάφιση των υφιστάμενων κτισμάτων. Ως εκ τούτου με επιμέλεια της ενάγουσας εκδόθηκε από τη ΔΙνση Πολεοδομίας του Δήμου Ν. ...ς, η υπ' αριθμόν 1800/2009 άδεια, με βάση την οποία και προέβη στην κατεδάφιση των κτισμάτων και της περιτοίχισης του επίμαχου ακινήτου της για την έκδοση της οποίας επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των ...

ευρώ (βλ. τη ... απόδειξη είσπραξης της Ε.Τ.Ε. και την 63/2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Αρχιτέκτονα Μηχανικού ...). Ακολούθως, αιτήθηκε από το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών της Πολεοδομίας, την ανάκληση της προαναφερόμενης με αριθμό ... διακοπής των οικοδομικών εργασιών, η οποία (διακοπή) έπαυσε να ισχύει από 28-12-2009 (βλ.

το με αριθμ.πρωτ. 12963/28-12-2009 έγγραφο της ως άνω Δ/νσης), και αφού προέβη στην κατάρτιση της από 4-2-2010 εργολαβικής σύμβασης με την τεχνική εταιρεία Α. Α. για την ανοικοδόμηση του νέου κτηριακού συγκροτήματος - καταστήματος και άρχισε άμεσα τις εργασίες ανέγερσής του. Η εκμισθώτρια ισχυρίζεται ότι λόγω των ως άνω ενεργειών των εναγομένων υπέστη ζημία συνιστάμενη στο ποσό των ...

ευρώ που κατέβαλε για την έκδοση της νέας υπ' αριθμόν 2 κατεδάφισης, κεφάλαιο, ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η υπ' αριθμόν 810/2016 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου από την υπ' αριθμόν 704/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι οι εδώ εναγόμενοι μέλη του Δ.Σ. της μισθώτριας εταιρείας με την άσκηση ενδίκων μέσων, αιτήσεων, προσφυγών, καταγγελιών κλπ, ήτοι με τη χρήση θεμιτών μέσων, κινήθηκαν στο πλαίσιο του εννόμου συμφέροντός τους προκειμένου να προασπιστούν των συμφερόντων της μισθώτριας εταιρείας, που συνίσταντο στην ακύρωση της οικοδομικής άδειας που συνεπαγόταν τη μη έναρξη ή τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών και κατά συνέπεια τη μη ευδοκίμηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου και τη μη αποβολή της (μισθώτριας) από αυτό, δεδομένου ότι για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της εκμισθώτριας για την από μέρους της ανοικοδόμηση του μισθίου, κατ' άρθρα 23, 24 και 28 του π.δ./τος 34/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, απαιτείται η άδεια ανοικοδόμησης του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου που επιδίδεται - σε αντίγραφο - στον μισθωτή να είναι έγκυρη και ενεργός, αλλιώς δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας, μεταξύ των οποίων και η λύση της μίσθωσης για το μέλλον και η γέννηση του δικαιώματος.

Επιπλέον, οι ως άνω εναγόμενοι - μέλη του ΔΣ, δηλαδή ο ..., o ..., η ... και ο 1 (ήδη πρώτος, δεύτερος, τρίτη και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων), υπέγραφαν μεν ως εκπρόσωποι της μισθώτριας εταιρείας, στο πλαίσιο άσκησης των συμφερόντων αυτής, τις σχετικές αιτήσεις και καταγγελίες της προς τις διοικητικές αρχές σχετικά με τον έλεγχο της νομιμότητας ή μη της οικοδομικής άδειας, την οποία είχε εκδώσει η εκμισθώτρια, πλην όμως αυτές (αιτήσεις-καταγγελίες) κρίθηκαν βάσιμες, μετά από έλεγχο των αρμοδίων δικαστικών και διοικητικών αρχών, έτσι ώστε η ακύρωσή τους δεν οφείλεται στις ενέργειες των εναγομένων αλλά σε διαπιστωμένες πλημμέλειες ή ελλείψεις νομιμότητας αυτής (οικοδομικής άδειας).

Επομένως, οι ενέργειές τους δεν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά και δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επιζήμιο αποτέλεσμα που επήλθε στην εκμισθώτρια λόγω της έκδοσης της δεύτερης άδειας κατεδάφισης. Ειδικότερα, η έκδοση της πρώτης υπ' αριθμόν 513/2007 άδειας κατεδάφισης ήταν αναγκαία προϋπόθεση (παραδεκτό) για την από μέρους της εκμισθώτριας άσκηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου.

Με δεδομένο ότι η ισχύς της άδειας είναι εξάμηνη ήταν εκ των προτέρων αποδεκτή αφενός η λήξη της ισχύος της, αφού με την αγωγή η εμισθώτρια αιτούνταν την απόδοση του μισθίου στις 31-3-2009 και αφετέρου η έκδοση νέας άδειας, όπως και έγινε. Ακολούθησε η έκδοση της δεύτερης υπ' αριθμόν 2.075/16-7-2008 άδειας κατεδάφισης, η ισχύς της οποίας έληξε στις 15-1-2009, ήτοι πριν την 31-3-2009 ημερομηνία απόδοσης του μισθίου.

Τέλος, η εκμισθώτρια προέβη στην έκδοση της τρίτης κατά σειρά υπ' αριθμόν 1.800/9-11-2009 άδειας κατεδάφισης με την οποία και υλοποιήθηκε η κατεδάφιση του παλαιού κτηρίου και για την οποία υποβλήθηκε στη δαπάνη των ... ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η μεν έκδοση της πρώτης άδειας οφείλεται σε καθαρά τυπικούς λόγους (άσκηση αγωγής) η δε δεύτερη σε εσφαλμένη εκτίμηση της ίδιας της εκμισθώτριας ως προς το χρόνο υποβολής του σχετικού αιτήματος, αφού γνώριζε ότι το μίσθιο δεν θα αποδίδονταν πριν τις 31-3-2009.

Επομένως, ουδεμία ευθύνη βαρύνει τους εναγομένους στην επικαλούμενη ζημία της και η πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε το αντίθετο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένης δεκτής της ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ, που προβάλλουν οι εναγόμενοι και απορριπτομένου κατά συνέπεια του σχετικού λόγου έφεσης της εκμισθώτριας ως ουσία αβάσιμου".

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Εφετείο, αφού απέρριψε το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης ως μη νόμιμο, διότι έκρινε, ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά των εναγομένων δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά, αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ακολούθως ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας για την περιουσιακή ζημία της, εξαιτίας της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των εναγομένων, που υπέστη με την υποβολή της στη δαπάνη έκδοσης τρίτης άδειας κατεδάφισης, ποσού ...

ευρώ, την οποία (αξίωση) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την επάλληλη αιτιολογία, ότι οι αποδειχθείσες ενέργειες των εναγομένων-μελών του ΔΣ της μισθώτριας εταιρείας, ήτοι των 1, ήδη 1ου έως και 4ου αναιρεσίβλητων, δεν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 919 του ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των δεύτερου και τέταρτου λόγων αναίρεσης χωρίς αμφιβολία (ΑΠ 898/2020, ΑΠ 322/2020, 146/2018), τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, παρότι δέχθηκε, "ότι οι εδώ εναγόμενοι μέλη του Δ.Σ. της μισθώτριας εταιρείας με την άσκηση ενδίκων μέσων, αιτήσεων, προσφυγών, καταγγελιών κλπ, ήτοι με τη χρήση θεμιτών μέσων, κινήθηκαν στο πλαίσιο του εννόμου συμφέροντός τους προκειμένου να προασπιστούν των συμφερόντων της μισθώτριας εταιρείας, που συνίσταντο στην ακύρωση της οικοδομικής άδειας που συνεπαγόταν τη μη έναρξη ή τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών και κατά συνέπεια τη μη ευδοκίμηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου και την μη αποβολή της (μισθώτριας) από αυτό, δεδομένου ότι για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της εκμισθώτριας για την από μέρους της ανοικοδόμηση του μισθίου, κατ' άρθρα 23, 24 και 28 του π.δ./τος 34/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, απαιτείται η άδεια ανοικοδόμησης του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου, που επιδίδεται - σε αντίγραφο - στον μισθωτή να είναι έγκυρη και ενεργός, αλλιώς δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας, μεταξύ των οποίων και η λύση της μίσθωσης για το μέλλον και η γέννηση του δικαιώματος", εντούτοις δεν διαλαμβάνει αιτιολογία, για ποιο λόγο οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι συνέχισαν να προβαίνουν σε δικαστικές ενέργειες κατά της αναιρεσείουσας μετά την έκδοση της 4273/03-06-2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε έγκυρη η καταγγελία της μίσθωσης για ανοικοδόμηση και η υπ' αριθμ. ...

άδεια οικοδομής νόμιμη και ισχυρή, αλλά και μετά την απόδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια, και δη ποιο ήταν το έννομο συμφέρον της μισθώτριας σε μεταγενέστερο χρόνο να επιδιώκει την ακύρωση της οικοδομικής άδειας και εν γένει, πού αποσκοπούσαν έκτοτε οι δικαστικές αυτές ενέργειες. Το στοιχείο αυτό είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, καθόσον από αυτό θα κριθεί, αν συντρέχει ή όχι πρόθεση των αναιρεσίβλητων για την πρόκλησης βλάβης σε βάρος της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου).

Επιπρόσθετα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το χρόνο λήξης της 2ης άδειας κατεδάφισης, που κατέστησε αναγκαία την έκδοση της υπ' αριθμ. 1800/09-11-2009 άδειας κατεδάφισης, για την έκδοση της οποίας επιβαρύνθηκε η ενάγουσα εκμισθώτρια με το ποσό των ...

ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ κατ' αρχάς δέχεται, ότι η δεύτερη υπ' αριθμ. 2075/16-07-2008 άδεια κατεδάφισης μετά την πάροδο της εξάμηνης διάρκειάς της αναθεωρήθηκε και ίσχυε έως τις 16-09-2009 (12ο φύλλο, δεύτερη σελίδα), στη συνέχεια εκθέτει, ότι η ίδια άδεια έληξε στις 16-07-2009, ήτοι μετά την ημερομηνία απόδοσης του μισθίου (31-03-2009) και ενόσω το παρακρατούσε η μισθώτρια (15ο φύλλο, 1η σελίδα), στο τέλος καταλήγει με την παραδοχή, ότι η 2075/16-07-2008 άδεια κατεδάφισης έληξε στις 15-01-2009, ήτοι πριν από την ημερομηνία απόδοσης του μισθίου (31-03-2009) και ως εκ τούτου ήταν εξ αρχής ανέφικτη η υλοποίηση της κατεδάφισης του παλαιού κτιρίου του μισθίου με την άδεια αυτή και δεν βαρύνει τους εναγομένους υποχρέωση προς αποζημίωση για τη δαπάνη έκδοσης της τρίτης υπ' αριθμ. 2 άδειας, ύψους ...

ευρώ (15ο φύλλο, 2η σελίδα). Ο χρόνος λήξης της 2075/16-07-2008 άδειας κατεδάφισης συνιστά κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, διότι από αυτόν (χρόνο λήξης της 2ης άδειας) εξαρτάται, αν επήλθε ή όχι ζημία στην αναιρεσείουσα από τη σχετική δαπάνη έκδοσης της 3ης άδειας. Επομένως, είναι βάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης για αντιφατικές αιτιολογίες, με τον οποίο προσάπτεται, αληθώς, παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων της ως προς τους 1ο έως και 4ο αναιρεσίβλητους, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, διότι η αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.

Στη συνέχεια, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

Οι 1ος έως και 4ος αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της εν μέρει νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 1159/01-12-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5608/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πέμπτη (5η) αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση ως προς τους πρώτο (1ο ) έως και τέταρτο (4ο ) αναιρεσίβλητους.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Καταδικάζει τους 1ο έως και 4ο αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ....

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ....

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ