Appeal dismissed because appellate court lacked jurisdiction to review primary claim rejected at first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an artist against the Athens Court of Appeal's decision. The artist argued the appellate court erred by failing to examine the primary claim based on specific labor laws, having previously rejected it at first instance. The court ruled that since the primary claim was rejected at the first instance and not separately appealed, the appellate court lacked jurisdiction to review it after the first-instance judgment was erased.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 966/1979: An appellate court lacks jurisdiction to examine a primary claim that was rejected at first instance and was not separately appealed by the plaintiff, as the appellate court's review is limited to the transferred result of the contested claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1403 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1403/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ" που εδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιώργο Καραζάνο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1563/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζητάει την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσία το απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι’ αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου (ΑΠ 1464/2006, ΑΠ 42/2015).
Με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 966/1979 "περί αντικαταστάσεως διατάξεων του Ν. 404/1976 περί αποζημιώσεως των εκ της υπηρεσίας αποχωρούντων καλλιτεχνών και τεχνικών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής", όπως ισχύει μετά την προσθήκη που έγινε σ’ αυτό με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 1543/1985 (ΦΕΚ A73/25.4.1985), ορίζεται ότι: " καλλιτέχνες και τεχνικοί απασχολούμενοι στην Εθνική Λυρική Σκηνή, το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Άρμα Θέσπιδος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου, αποχωρούντες μετά τη λήξη της σύμβασής τους για οποιοδήποτε λόγο ή και πριν από τη λήξη της σύμβασης εφόσον κατέστησαν ανίκανοι να εργασθούν, καθώς και οι με σύμβαση αορίστου χρόνου καλλιτέχνες που επανήλθαν με το ν. 193/1975 "περί επαναφοράς στην υπηρεσία απολυθέντων εκτάκτων κλπ" (ΦΕΚ Α’ 223/1975) και τεχνικοί των κρατικών θεάτρων, εφόσον απολύονται για οποιοδήποτε λόγο ή αποχωρούν λόγω συνταξιοδοτήσεως ή κατέστησαν ανίκανοί για εργασία δικαιούνται αποζημίωση ως ακολούθως:
οι συμπληρώσαντες τουλάχιστον τριετή υπηρεσία, έστω και διακεκομμένη, έχοντες, όμως, συνεχή υπηρεσία κατά την τελευταία προ της λύσεως της συμβάσεως διετία, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς τις αποδοχές δύο μηνών. Για την υπέρ την τριετία υπηρεσία προστίθεται στην ανωτέρω αποζημίωση ποσό ίσο προς τις αποδοχές ενός μηνάς για καθένα επί πλέον έτος υπηρεσίας, ουδέποτε όμως η όλη αποζημίωση δύναται να υπερβεί τις αποδοχές είκοσι τεσσάρων συνολικά μηνών...
Στις περιπτώσεις διακεκομμένης υπηρεσίας για τον υπολογισμό της ως άνω αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των ετών υπηρεσίας της παρασχεθείσας σε όλα τα Κρατικά Θέατρα, αφαιρουμένης πάντοτε της τυχόν παρασχεθείσας λόγω παλαιοτέρας αποχωρήσεως, από το ίδιο ή άλλο Κρατικό Θέατρο". Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2273/1994 (ΦΕΚ Α’ 233/27.12.1994) "Εθνικό Θέατρο, ΚΘΒΕ, Λυρική, Ορχήστρες - Νομαρχιακά Θέματα", καταργήθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία Εθνική Λυρική Σκηνή (Ε.Λ.Σ.).
Με το άρθρο 10 του ιδίου Νόμου προβλέφθηκε η ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την ίδια επωνυμία, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, δεν υπάγεται στις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, τις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, λειτουργεί "σε δωδεκάωρη βάση" χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και ειδικότερα από τις διατάξεις του ανωτέρω Νόμου (παρ. 1) και έχει ως σκοπό την ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της μελοδραματικής τέχνης και της τέχνης του χορού (παρ. 2).
Μέσω δε αυτών των κανόνων επιδιώκει την πραγμάτωση του σκοπού του ( βλ. ΣτΕ 3882/ 2002). Με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου 10 του εν λόγω Ν. 2273/1994 ορίσθηκε ότι: "Συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου του προσωπικού του νομικού προσώπου που καταργείται με την παρ. 1 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, παύουν να ισχύουν από την 1η Σεπτεμβρίου 1995.
Συμβάσεις οι οποίες λήγουν πριν από την ημερομηνία αυτή δεν ανανεώνονται. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Σ. είναι δυνατόν να διατηρηθούν μέχρι τη λήξη τους οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του προσωπικού του νομικού προσώπου που καταργείται με την παρ. 1 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, εφόσον κριθεί αναγκαίο για τη λειτουργία της Ε.Λ.Σ.
Στους εργαζομένους, των οποίων οι συμβάσεις δεν θα διατηρηθούν μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1995, καταβάλλονται οι αποδοχές που θα λάμβαναν μέχρι τη λήξη της σύμβασής τους, καθώς και αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.966/1979 (ΦΕΚ 210 Α’ ), όπως κάθε φορά ισχύει ". Με την παρ. 1 εδάφιο γ’ του άρθρου 7 του Ν. 2557/1997 (ΦΕΚ Α’ 271/1997), προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο στην ίδια παρ. 5 του άρθρου 12, που ορίζει ότι: "Η αποζημίωση του καλλιτεχνικού και του τεχνικού προσωπικού στις περιπτώσεις καταγγελίας της ατομικής τους σύμβασης εργασίας ή μη ανανέωσης ή συνταξιοδότησης καταβάλλεται από το Ν.Π.Ι.Δ.
υπό την επωνυμία "Εθνική Λυρική Σκηνή" (Ε.Λ.Σ.) με τις προϋποθέσεις του ν. 966/1979, όπως κάθε φορά ισχύει. Κατά την εφαρμογή του ν. 966/1979 θα υπολογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας και ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Εθνική Λυρική Σκηνή" που καταργείται με τον παρόντα νόμο. Στις περιπτώσεις διακεκομμένης υπηρεσίας η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει του συνόλου του χρόνου υπηρεσίας.
Σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος έτυχε σχετικής αποζημίωσης σε προηγούμενη αποχώρηση στην καταβαλλόμενη σε αυτόν αποζημίωση δεν προσμετράται ο χρόνος για τον οποίο ήδη έχει αποζημιωθεί". Από τη γραμματική διατύπωση των διατάξεων αυτών, αλλά και από τον επιδιωκόμενο σκοπό τους, προκύπτει ότι η ισχύς και η έκταση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 966/1979 επί του καλλιτεχνικού και τεχνικού προσωπικού του Ν.Π.Ι.Δ. "Εθνική Λυρική Σκηνή" (ΕΛΣ) καθορίζεται κατά τον ένδικο χρόνο από τις άνω διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 2273/1995 και του προστεθέντος σ’ αυτή νέου εδαφίου με την παρ. 1 εδάφιο γ’ του άρθρου 7 του Ν. 2557/1997.
Εξάλλου, όσον αφορά το προστεθέν νέο αυτό εδάφιο θα πρέπει να λεχθεί ότι ως "προϋποθέσεις του ν. 966/ 1979" νοούνται όχι μόνον ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 του ν. 966/1979, αλλά και κάθε άλλη προϋπόθεση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου και συγκεκριμένα ότι η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται στους απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, εξ ού και η προσθήκη του νέου αυτού εδαφίου στην παρ. 5 του άρθρου 12, το τελευταίο εδάφιο της οποίας, όπως ίσχυε, όριζε την περίπτωση χορήγησης αποζημίωσης στους εργαζόμενους του καταργούμενου ΝΠΔΔ, που συνδεόταν με αυτό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου και των οποίων οι συμβάσεις δεν διατηρήθηκαν μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1995, αλλά και η αναφορά στο νέο αυτό εδάφιο περιπτώσεων "διακεκομμένης-υπηρεσίας" και- "αποζημίωσης που έτυχε σε προηγούμενη αποχώρηση", τα οποία σαφώς υποδηλώνουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου (βλ.
και ΑΠ 373/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Η διάταξη αυτή καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια, ότι δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές με εισαγωγή διακρίσεων και εξαιρέσεων, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Κατά συνέπεια αν γίνει, από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής, της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τα δικαστήρια η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, την οποία θεσπίζουν τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (βλ. Ολ. 2/2016, ΑΠ Ολ. ΑΠ 3/2013, Ολ. ΑΠ 32/2009, Ολ. ΑΠ 19/2004, ΑΠ 46/2005). Εξάλλου, από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 22 παρ.1 εδάφιο β’ του ισχύοντος Συντάγματος [ σε συνδυασμό με τα άρθρα 141 (πρώην 119) Συνθήκης ΕΟΚ και 288 του ΑΚ - περί παροχής ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία ], που αποτελεί ειδικότερη μορφή της με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ίδιου Συντάγματος καθιερούμενης αρχής της ισότητας, δεν δεσμεύεται μόνο ο νομοθέτης.
Με την επιταγή αυτή θεσπίζεται συγχρόνως και κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται ευθέως στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη την αμοιβή που καταβάλλει ο τελευταίος σε άλλο μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, εκτός αν η εξαίρεση από την αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη συνεπεία συνδρομής ειδικού και σοβαρού, κατ’ αντικειμενική κρίση, λόγου, τον οποίο προτείνει και αποδεικνύει ο εργοδότης ( ΑΠ 942/2015 ).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω σαφώς συνάγεται, όσον αφορά το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., ότι την προβλεπόμενη από το Ν. 966/1979 αποζημίωση δικαιούνται, σε περίπτωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία τους λόγω καταγγελίας της σύμβασής τους ή συνταξιοδότησής τους, μόνο οι καλλιτέχνες που απασχολούνται σε αυτό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου,, και όχι αυτοί που απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Πρέπει δε να αναφερθεί ότι, δικαιολογητικός λόγος της θέσπισης με το ως άνω νόμο, ειδικού τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης για τους απασχολούμενους στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ήταν, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχετικού νομοσχεδίου, το γεγονός ότι το εν λόγω προσωπικό, ενώ πληρούσε διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας, προσλαμβανόταν και απασχολείτο στο εναγόμενο, με συμβάσεις πολλές φορές ορισμένου χρόνου και επομένως-λόγω-της-υπάρχουσας-αβεβαιότητας στην εργασιακή τους σχέση, ήταν αναγκαίο να προβλεφθεί η καταβολή σε αυτούς αυξημένης αποζημιώσεως απολύσεως σε περίπτωση αποχώρησής τους από την εργασία τους.
Διαφορετική έννοια της παραπάνω διάταξης, όσον αφορά την προϋπόθεση της απασχόλησης του καλλιτεχνικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, για να δικαιούται την προβλεπόμενη σε αυτό αποζημίωση, δεν συνάγεται από τη διάταξη του νέου εδαφίου που προστέθηκε, . με το άρθρο 7 παρ. 1 εδάφιο γ’ του Ν. 2557/1997, στην παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 2273/1994 ( με το οποίο καταργήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το Ν.Π.Δ.Δ.
ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ και ιδρύθηκε το, με την ίδια επωνυμία εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.), αφού ρητά προβλέπεται με αυτή, μεταξύ άλλων ότι η αποζημίωση του καλλιτεχνικού και του τεχνικού προσωπικού στις περιπτώσεις καταγγελίας της ατομικής τους σύμβασης εργασίας ή μη ανανέωσης ή συνταξιοδότησης καταβάλλεται από το ν.π.ι.δ.
υπό την επωνυμία " .Εθνική λυρική Σκηνή " με τις προϋποθέσεις του Ν. 966/1979, όπως κάθε φορά ισχύει, μεταξύ δε, των προϋποθέσεων αυτών είναι και ότι η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται στους απασχολούμενους "με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου" . Περαιτέρω ζήτημα παραβίασης της προαναφερόμενης συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1), δεν τίθεται στην περίπτωση αυτή, αφού με την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 966/1979 ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης για τους απασχολούμενους καλλιτέχνες στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου, που αποτελεί σαφώς διαφορετική κατηγορία από εκείνη των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Στη προκειμένη περίπτωση, στην από 13.11.2011 αγωγή η ενάγουσα εξέθεσε ότι αυτή απασχολήθηκε στο εναγόμενο ως καλλιτέχνιδα- μονωδός με διαδοχικές συμβάσεις έργου κατά τα έτη 1981-1991 και εργασίας ορισμένου χρόνου το χρονικό διάστημα από 02.05.1991 - 22.09.2005, που μετατράπηκαν από 23.09.2005, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ... απόφασης του ΑΣΕΠ, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι κατά την 08.11.2010 το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή και κάλεσε την ενάγουσα να εισπράξει (τμηματικά) την αποζημίωση απολύσεως του Ν. 2112/20 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 § 2 του α.ν. 173/67 και 1 ν.δ. 618/70, ποσού 15.000 ευρώ. Ότι ως άνω υπολογισμός της αποζημίωσης απόλυσής της συνιστά παραβίαση: α) των άρθρων 1 παρ.1 και 2 Ν.404/1976( όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.966/1979) και 12 παρ.1 και 5 Ν. 2273/1994 και β) 1 των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 εδ.
β’ του Συντάγματος, διότι στους καλλιτέχνες της ΕΑΣ που απασχολούνται σ’ αυτήν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, καταβάλλεται, σε περίπτωση καταγγελίας των ατομικών τους συμβάσεων, η προβλεπόμενη από το Ν. 966/1979, αποζημίωση απόλυσης.
Ότι με βάση το Ν. 966/1979 και το συνολικό χρόνο απασχόλησής της στην ΕΑΣ δικαιούται ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 73.106,16 ευρώ. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ νόμιμης και καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης ποσού 58.106,16 ευρώ (73.106,16-15.000). Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η ενάγουσα, δεν δικαιούται την προβλεπόμενη από το ν. 966/1979 αποζημίωση, αλλά αυτή που προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.2 του α.ν. 173/67 και 1 του ν.δ. 618/70, και επομένως, η αγωγή είναι μη νόμιμη.
Στη προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη από το δικαστήριο της ουσίας (δηλαδή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών) μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα ήταν μη νόμιμη.
Συνεπώς, η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την άνω απόρριψη της ως άνω μη νόμιμης αγωγής, αφού έτσι η θέση της καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης από την απόρριψη αυτής ως αόριστης και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ) που πλήττει την απόρριψη αυτή γιατί παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, ΑΠ 217/2017).
Περαιτέρω, από το άρθρο 522 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το επερχόμενο με την άσκηση της εφέσεως μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αφορά όχι σε όλες τις διατάξεις της εκκληθείσης αποφάσεως, αλλά μόνον στις αναγόμενες στα εκκληθέντα κεφάλαια και στα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα. Μόνον δε αν το Εφετείο εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και κρατήσει αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω κατ’ ουσίαν έρευνά της, καθίσταται τούτο αρμόδιο να εξετάσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς αναγκαία ζητήματα, τα αναφερόμενα όμως στο εκκληθέν κεφάλαιον (ΑΠ 414/2004).
Αν, όμως κύρια βάση της αγωγής απορρίφθηκε πρωτοδίκως και έγινε δεκτή η επικουρική, το Εφετείο, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, στερείται εξουσίας να επιληφθεί της κύριας βάσης, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβάλλεται με αυτοτελή έφεση του ενάγοντος ως προς αυτήν (βλ. ΑΠ 419/2004, ΑΠ 1510/2003, ΑΠ 1061/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων δεν προτάθηκαν και ειδικότερα της μη διερευνήσεως από το εφετείο της κύριας βάσης της αγωγής εκ των άρθρων 1 του ν.996/1979 και 12 παρ.5 του ν. 2273/1994.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Επί της ένδικης αγωγής, της οποίας το περιεχόμενο εκτέθηκε παραπάνω, εκδόθηκε η 1563/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών), η οποία δέχθηκε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση, την στηριζόμενη στην αρχή της ισότητας και απέρριψε σιωπηρά την αγωγή ως προς την κύρια βάση, την στηριζόμενη στα άρθρα 1 παρ.1 και 2 Ν.404/1976 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.966/1979) και 12 παρ.1 και 5 Ν. 2273/1994.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση μόνο από το εναγόμενο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, επιληφθείσα μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος επί της επικουρικής βάσης της αγωγής, της στηριζομένης στην αρχή της ισότητας, (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος) απέρριψε αυτήν ως αόριστη.
Σημειώνεται, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι εφόσον η αγωγή κατά τη βάση τη στηριζόμενη στα άρθρα 1 παρ.1 και 2 Ν.404/1976 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.966/1979) και 12 παρ.1 και 5 Ν. 2273/1994 απορρίφθηκε πρωτοδίκως, το Εφετείο, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, στερούνταν εξουσίας να επιληφθεί αυτής και ορθώς δεν αποφάνθηκε, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβλήθηκε με αυτοτελή έφεση του ενάγοντος ως προς την βάση αυτή.
Επομένως ορθά κατά νόμο το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν ερεύνησε την παραπάνω αναφερόμενη βάση και γι’ αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει ν’ απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2016 αίτησης της Μ. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 33/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Αυγούστου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ