Legislator Case Law & Legislation
1403/2016 AI generated

1403/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1403/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1403/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και β) της παιδικής πορνογραφίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1403 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1403/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 και 29 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη και Δημητρίου Παπαγεωργίου αντίστοιχα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου T. A. του D., Βούλγαρου υπηκόου, ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, κατά της υπ’ αριθμ.63/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.

Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του υπ’ αριθμό Π 429/10 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Περιφερειακό Γραφείο της Εισαγγελίας της πόλης VRATSA Βουλγαρίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/11 Αυγούστου 2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου Β. Γ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 923/2016. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε

τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης...": "Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Επομένως η υπό κρίση 2/11-8-2016 έφεση, που άσκησε ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου στις 11-8-2016 ο εκζητούμενος από τις δικαστικές αρχές της Βουλγαρίας A. (ον.) T. (επ.) του D., Βούλγαρος υπήκοος, κατά της 63/11-8-2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ’ αυτού (εκκαλούντος) εκδοθέντος υπό τα στοιχεία Π 429/10 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως των βουλγαρικών δικαστικών αρχών και δη του Περιφερειακού Γραφείου της Εισαγγελίας της πόλεως Vratsa, προκειμένου να υποβληθεί στην εκτέλεση του εναπομείναντος υπολοίπου ποινής φυλακίσεως τριών (3) ετών, τεσσάρων (4) μηνών και είκοσι οκτώ (28) ημερών από την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) ετών που του επιβλήθηκε με την 32/15-4-2010 απόφαση του τοπικού δικαστηρίου της Σόφια, για τις αξιόποινες πράξεις:

α) της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και β) της παιδικής πορνογραφίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2 και 502 παρ. 2 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 και 451 παρ. 1 του ΚΠοινΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποφάσεως του συμβουλίου εφετών (ΑΠ 710/2015).

Συνεπώς η υπό κρίση έφεση θα εξετασθεί μόνο ως προς το βάσιμο των προβαλλομένων με αυτή λόγων. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του προαναφερθέντος ν. 3251/2004 προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για το νομότυπο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως απαιτείται αυτό να έχει εκδοθεί από την αρμόδια κατά τους νόμους του εκζητούντος κράτους δικαστική αρχή, χωρίς να ορίζεται η ιδιότητα ή ο βαθμός που πρέπει να φέρει ο δικαστικός λειτουργός που το εκδίδει, καθ’ όσον τούτο αποτελεί επιλογή κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως για παράδειγμα της Ελλάδος, όπου κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου ως αρμόδια αρχή ορίζεται ο εισαγγελέας εφετών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η κατά τόπον αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αξιόποινης πράξης για την οποία ζητείται η σύλληψη ή η προσαγωγή του εκζητουμένου είτε για την εκτέλεση των στερητικών της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών εκζητούμενος παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων το πρωτοβάθμιο συμβούλιο με την εκκαλουμένη απόφασή του απεφάνθη υπέρ της εκδόσεώς του, παρά το ότι το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (υπό τα στοιχεία Π 429/10 του Περιφερειακού Γραφείου της Εισαγγελίας της πόλεως Vratsa) με βάση το οποίο εκζητείται από τις βουλγαρικές δικαστικές αρχές είναι "ανυπόστατο ή εν πάση περιπτώσει άκυρο" γιατί εκδόθηκε από τον "Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βράτσα Βουλγαρίας" και όχι όπως έπρεπε από τον Εισαγγελέα Εφετών της περιφερείας του εφετείου στο οποίο υπάγεται το δικαστήριο που επέβαλε την ποινή για την έκτιση του υπολοίπου της οποίας εκζητείται, είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος.

Στο άρθρο 12 του ιδίου ως άνω ν. 3251/2004 ορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Μεταξύ των λόγων αυτών περιλαμβάνεται και εκείνος της περιπτώσεως ε’ , κατά την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού, αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, προκειμένου να αποφασίσει αν θα κάνει χρήση του ως άνω δυνητικού λόγου αρνήσεως εκτελέσεως, οφείλει αρχικώς να προσδιορίσει αν ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και επομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και στη συνέχεια, και μόνο εφόσον διαπιστώσει ότι το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί ένα από τα κριτήρια αυτά, να εκτιμήσει αν υπάρχει εύλογο συμφέρον που να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε από το κράτος που εξέδωσε το ένταλμα στην Ελλάδα.

Στην εισηγητική έκθεση του ν. 3251/2004, αναφορικά με την παρόμοια διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 (που αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προς το σκοπό της διώξεως σε βάρος εκζητουμένου που κατοικεί στην Ελλάδα) διευκρινίζεται ότι πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα νοούνται εκείνα που η διαμονή τους έχει το στοιχείο της μονιμότητας.

Ένας εκζητούμενος κατοικεί στην Ελλάδα αν έχει εδώ την πραγματική κατοικία του και διαμένει σ’ αυτήν εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διάρκειας, δημιούργησε δεσμούς παρόμοιους προς εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος. Για να διαπιστωθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται μεταξύ του εκζητουμένου και της Ελλάδος δεσμοί που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό "διαμένει" στο κράτος, η δικαστική αρχή εκτελέσεως απαιτείται να προβεί σε συνολική εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του προσώπου αυτού, στα οποία καταλέγονται μεταξύ άλλων η διάρκεια, η φύση και συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου, καθώς και οι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί του με το κράτος-μέλος εκτελέσεως (Ελλάδα).

Εφόσον δε κριθεί ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και ο εκζητούμενος έχει εύλογο συμφέρον να ζητήσει να εκτελεστεί η ποινή που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα στην Ελλάδα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν την ευχέρεια να μην τον παραδώσουν στο κράτος οι δικαστικές αρχές του οποίου εξέδωσαν το ένταλμα αλλά να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής που του έχει επιβληθεί σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (ΑΠ 535/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης τόσο ο ως άνω εκζητούμενος, όσο και ο συνήγορος υπερασπίσεώς του υπέβαλαν το αίτημα μη εκδόσεώς του στις βουλγαρικές δικαστικές αρχές και εκτίσεως του κατά τα προαναφερόμενα υπολοίπου της προς έκτιση ποινής του στην Ελλάδα, επικαλούμενοι προς επιστήριξη του αιτήματος αυτού το ότι από τα μέσα του έτους 2009 και μέχρι τούδε κατοικεί συνεχώς και αδιαλείπτως στην Ελλάδα και δη στη Νεάπολη Λακωνίας, όπου εργάζεται, συγκατοικώντας με τους μονίμως εκεί κατοικούντες γονείς του, την ομοεθνή μέλλουσα σύζυγό του και το ανήλικο τέκνο τους.

Όμως από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ανεγνώσθησαν, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε στο ακροατήριο του συμβουλίου εφετών και του παρόντος συμβουλίου ο εκκαλών εκζητούμενος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, δεν αποδείχθηκε ότι δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή όσων ορίζονται στο άρθρο 12 περ.

ε’ του ν. 3251/2004 και ανάληψη από την Ελλάδα της υποχρεώσεως να εκτίσει ο εκζητούμενος αυτός στην ημεδαπή το κατά τα προαναφερόμενα υπόλοιπο της στερητικής της ελευθερίας ποινής στην οποία έχει καταδικασθεί από δικαστήριο του κράτους της Βουλγαρίας που ζητεί την έκδοση του. Δεν αποδεικνύεται ειδικότερα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο εκζητούμενος αυτός έχει σταθερή και μόνιμη κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα και δη στη Νεάπολη Λακωνίας που δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο συμβούλιο αλλά ούτε και στο Ελληνικό Μονεμβασίας Λακωνίας, διεύθυνση που επικαλείται αυτός στην έφεσή του καθώς και στη δήλωση στοιχείων ταυτότητας κατά τη σύνταξη της κατά τα άρθρα 15 και 17 του ν. 3251/2004 από 25-7-2016 εκθέσεως δικαστικής αρχής ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου, στον οποίο προσήχθη προς βεβαίωση της ταυτότητάς του μετά τη σύλληψή του στις 22-7-2016, στην οποία (έκθεση αυτή) μάλιστα δήλωσε ότι διαμένει προσωρινά, χωρίς να αναφέρει τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του.

Εξ άλλου δεν προσκομίσθηκαν από τον εκζητούμενο σχετικά έγγραφα, όπως μισθωτήριο κατοικίας, άδεια παραμονής του στην ημεδαπή, αναγγελία πρόσληψής του ως μισθωτού, αποδεικτικά καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, λογαριασμοί καταβολής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, τηλεφώνου κ.λπ.. Επίσης δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εκζητούμενος έχει στην Ελλάδα νόμιμη οικογένεια και οικογενειακές ή άλλες νόμιμες υποχρεώσεις που να καθιστούν αναγκαία την παρουσία του έστω και φυλακισμένου στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση τέτοιων υποχρεώσεών του.

Ακόμη δεν προέκυψε ύπαρξη οικονομικών δεσμών του εκζητουμένου αυτού με την Ελλάδα που να δικαιολογούν εύλογο συμφέρον του να ζητήσει να παραμείνει στην ημεδαπή και να εκτελεσθεί η επιβληθείσα σε αυτόν ποινή για την οποία εκδόθηκε το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στην Ελλάδα. Επομένως το δικαστήριο που απέρριψε (σιγή) το αίτημά του αυτό δεν έσφαλε και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης εφέσεως του εκζητούντος, με τον οποίο αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και απορριπτέος.

Τέλος ο τρίτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης εφέσεως, με τον οποίο ο εκζητούμενος παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημά του για την άρση της προσωρινής κρατήσεώς του που διετάχθη κατά τη σύλληψή του βάσει του εν λόγω εντάλματος, μετά την ως άνω απόρριψη των λοιπών λόγων εφέσεως, είναι απορριπτέος ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 2372/2008).

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι επιβάλλονται στη διαδικασία έκδοσης κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ και όταν γίνεται με βάση Ευρωπαϊκό ‘ Ένταλμα Σύλληψης, η δε πρόβλεψη του άρθρου 37 του ν. 3251/2004 ότι η δαπάνη έκδοσης βαρύνει το κράτος δεν αφορά και στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την 2/11-8-2016 έφεση του εκζητουμένου από τις δικαστικές αρχές της Βουλγαρίας A. (ον.) T. (επ.) του D., Βουλγάρου υπηκόου, κατά της 63/11-8-2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ’ αυτού (εκκαλούντος) εκδοθέντος υπό τα στοιχεία Π 429/10 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως των βουλγαρικών δικαστικών αρχών και δη του Περιφερειακού Γραφείου της Εισαγγελίας της πόλεως Vratsa, προκειμένου να υποβληθεί στην εκτέλεση του εναπομείναντος υπολοίπου ποινής φυλακίσεως τριών (3) ετών, τεσσάρων (4) μηνών και είκοσι οκτώ (28) ημερών από την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) ετών, που του επιβλήθηκε με την 32/15-4-2010 απόφαση του τοπικού δικαστηρίου της Σόφια, για τις αξιόποινες πράξεις α) της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και β) της παιδικής πορνογραφίας.

Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ