Legislator Case Law & Legislation
1403/2015 AI generated

1403/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1403/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1403/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη σημερινή συζήτηση της υποθέσεως και κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο η τρίτη αναιρεσείουσα (Ε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1403 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1403/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Σ. Κ. του Ν., 2)Ι. Κ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μοροζίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3)Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο .

Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 2)Β. - Μ. συζ. Ι. Μ., το γένος Α. Α., κατοίκου Γλυφάδας, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σοφούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-1989 αγωγή των αρχικών διαδίκων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/1990 προδικαστική,178/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2011 του Εφετείου Αιγαίου(Μεταβατική Έδρα Σάμου).

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 21-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσηςκαι να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη σημερινή συζήτηση της υποθέσεως και κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο η τρίτη αναιρεσείουσα (Ε.

Κ. του Ν.) δεν παραστάθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, από δε τις υπ’ αριθμ..../19.6.2015 και .../22.6.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Δ. Ρ., που διενήργησε τις επιδόσεις προς τους αναιρεσίβλητους, προκύπτει ότι επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες, οπότε η συζήτηση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει ως να ήταν παρούσα και η απολιπομένη τρίτη αναιρεσείουσα, η οποία ως εκ περισσού κλητεύθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, με την επίδοση σ’ αυτήν αντιγράφου της αναιρέσεως μαζί με κλήση για συζήτηση, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ.../24.6.2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Σάμου Ν.

Κ..

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1199 του ίδιου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα και στις δύο περιπτώσεις και εφόσον τούτο απαιτείται, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτά, πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του, ως τέτοιες δε πράξεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών τους, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, καθώς και η καταβολή των οικείων φόρων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ή εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του.

Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και αρχικών εναγόντων, για ακίνητα (εδαφικά τεμάχια) αποκτηθέντα από παράγωγο και δη εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, καθώς και με πρωτότυπο και δη από τακτική και έκτακτη χρησικτησία τρόπο, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../11-12-1933 συμβολαίου του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου Χ.

Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ικαρίας στον τόμο … και αύξ. αριθ. ..., περιήλθε στην κυριότητα της Α. Μ. (θείας και δικαιοπαρόχου των εναγόντων), λόγω δωρεάς από Ε. χήρα Γ. Σ., μια διώροφη οικία, που βρίσκεται στον ... του Δήμου ..., η οποία σύμφωνα με τον τίτλο περιγράφεται "ως διώροφη οικία μετά της περιοχής της και των λοιπών εξαρτημάτων και παρακολουθημάτων συνορευόμενη με οικία Ι.

Σ., Γ. Κ. και με δημόσιο δρόμο". Μετά το θάνατο της Α. Μ., που συνέβη στις 4-4-1973, η κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνεται και το προαναφερόμενο ακίνητο, περιήλθε στους αρχικούς ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1966 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Ικαρίας Μιχαήλ Οικονόμου, που δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου με το υπ’ αριθ. 128/12-9-1974 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού.

Την κληρονομιά αυτή οι αρχικοί ενάγοντες αποδέχθηκαν με την .../1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ικαρίας Σταμάτιου Κέφαλου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ικαρίας στον τόμο … με αύξ. αριθ. ... Στην αποδοχή κληρονομιάς ορίζεται πλέον η ακριβής έκταση του όλου κληρονομιαίου ακινήτου, όπως αυτό αποτυπώνεται και στο συνόδευον την πράξη αυτή από Απρίλιο 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονος - Μηχανικού Γ.

Κ., σύμφωνα με τα οποία η ιδιοκτησία των εναγόντων έχει έκταση 2.524,80 τμ και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Τ., βορειοανατολικά με δημόσιο δρομίσκο (μονοπάτι), ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει ιε ιδιοκτησία Ι. Σ. και από τις υπόλοιπες πλευρές ήτοι νότια, νοτιοδυτικά, δυτικά και βορειοδυτικά με δημοτικό δρόμο.

Τμήματα του μείζονος αυτού ακινήτου αποτελούν και τα επίδικα ακίνητα, τα οποία σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Γ. Κ. περιγράφονται ως εξής: α) τμήμα εκτάσεως 395,80 τμ στο βορειοδυτικό άκρο του μείζονος ακινήτου που συνορεύει βορειοδυτικά με δημοτικό δρόμο επί πλευράς Π-Ρ μήκους 27,50 μέτρων, νότια, νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά με τον ίδιο δημοτικό δρόμο επί προσώπου τεθλασμένης πλευράς Ρ-Σ-Τ-Υ- Φ μήκους 4,50-6,60-5,00-15,75 μέτρων και βορειοανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων επί πλευράς μήκους 23 μέτρων και β) τμήμα εκτάσεως 269,50 τμ στο δυτικό άκρο του μείζονος ακινήτου, που συνορεύει νότια και δυτικά με δημοτικό δρόμο επί προσώπου τεθλασμένης πλευράς Λ-Μ-Ν-Ξ μήκους 8,00-8,00-16,50 μέτρων, βόρεια επί πλευράς Λ-Χ μήκους 15,80 μέτρων και ανατολικά επί πλευράς Χ-Ξ μήκους 18,00 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων.

Για το ζήτημα αυτό, δηλαδή, ότι τα επίδικα τμήματα εμπίπτουν στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, όπως εκτέθηκε παραπάνω, διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 5/1990 πράξη αυτού η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Κ. Ρ. Σύμφωνα με την από 11-3-1991 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το από Ιανουάριο 1991 τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκαν από τον εν λόγω πραγματογνώμονα, τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται ως εξής:

α) οικόπεδο εκτάσεως 386,44 τμ που συνορεύει βορειοδυτικά, νοτιοδυτικά, νότια και νοτιοανατολικά με δημοτικό δρόμο και βορειοανατολικά με υπόλοιπο οικόπεδο εναγόντων και β) οικόπεδο εκτάσεως 297,30 τμ που συνορεύει νότια, νοτιοανατολικά με τον ίδιο ως άνω δημοτικό δρόμο και βορειοδυτικά και βορειοανατολικά με υπόλοιπο ακίνητο εναγόντων, όπως αυτά απεικονίζονται στο από μηνός Ιανουαρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Ρ. με τα στοιχεία α1, β1, γ1, δ1, ε1, ζ1, η1, α1 και α2, β2, γ2, 52, ε2, ζ2, η2, α2 αντίστοιχα. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας στην παραπάνω έκθεση του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα, ότι τα επίδικα τμήματα περιλαμβάνονται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, για το λόγο ότι το αναφερόμενο στο υπ’ αριθ. .../1933 δωρητήριο συμβόλαιο ακίνητο δεν περιγράφεται επαρκώς, ενώ στην υπ’ αριθ. .../1966 δημόσια διαθήκη δεν υπάρχει περιγραφή του ακινήτου.

Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τα υπόλοιπα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, τα ως άνω επίδικα ακίνητα εμπίπτουν στους τίτλους των εναγόντων. Και τούτο διότι στο προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. .../1933 συμβόλαιο δωρεάς (αρχικό τίτλο των εναγόντων), όπως προαναφέρθηκε, το δωρηθέν μείζον ακίνητο φέρεται να έχει ως όριο τον δημόσιο δρόμο.

Ο δρόμος αυτός, που σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, περιβάλλει τα επίδικα τμήματα από βορειοδυτικά, νοτιοδυτικά, νότια και νοτιανατολικά το πρώτο και νότια και νοτιοανατολικά το δεύτερο, είναι ο δημοτικός δρόμος που οδηγεί από τον ... στον οικισμό ... και ο οποίος υπήρχε πριν από το 1933, γεγονός που βεβαιώνει και ο ως άνω πραγματογνώμονας στην έκθεση του, αφού, μετά από σχετική αίτησή του στον ..., έλαβε την απάντηση ότι ο δημοτικός δρόμος κατασκευάστηκε προ του 1933 και διαπλατύνθηκε και τσιμεντοστρώθηκε αργότερα πάνω στην ίδια χάραξη.

Το υπάρχον δε μονοπάτι που περιγράφεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία η1, μ, ν, ξ, ο, ρ, σ, και ξεκινάει από το δημοτικό δρόμο και τη γωνία η1 του ακινήτου των εναγόντων, διέρχεται μπροστά από τη σκάλα της διώροφης οικίας αυτών (εναγόντων) και συνεχίζει σε τεθλασμένη γραμμή φθάνοντας μέχρι την ιδιοκτησία Γ.

Κ. δεν μπορεί να αποτελεί τον δημόσιο δρόμο που αναφέρεται ως όριο του μείζονος ακινήτου στο παραπάνω συμβόλαιο δωρεάς, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού, εάν πράγματι συνέβαινε αυτό, τότε στο ως άνω συμβόλαιο θα αναφερόταν όριο το μονοπάτι και όχι ο δημόσιος δρόμος, που, όπως προαναφέρθηκε, υφίστατο κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου.

Εξάλλου, το παραπάνω μονοπάτι, που εκτείνεται και βορειοδυτικά της διώροφης οικίας φθάνοντας μέχρι την όμορη ιδιοκτησία του Γ. Κ., εάν αποτελούσε το όριο του δωρηθέντος ακινήτου, θα περιόριζε αυτό στο χώρο γύρω από τη διώροφη οικία, ενώ η ιδιοκτησία των εναγόντων εκτείνεται και πέραν του μονοπατιού, βορειοδυτικά της οικίας τους, μέχρι την ιδιοκτησία Γ.

Τ., σε έκταση που δεν αμφισβητείται σήμερα από κάποιο τρίτο. Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφίας της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) του έτους 1975 των Ι. Σ. και Κ. Δ., την οποία αυτοί συνέταξαν κατ’ εντολή των εναγόντων - εκκαλούντων, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο των εναγόντων εμφανίζεται να περιβάλλεται από τον αμαξιτό δρόμο, που προφανώς είναι ο προαναφερόμενος δημοτικός δρόμος, που οδηγεί στον ....

Εξάλλου τα παραπάνω προκύπτουν και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, οι οποίοι με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσαν ότι, η ιδιοκτησία των εναγόντων εκτείνεται μέχρι τον δημοτικό δρόμο και περιλαμβάνει και τα επίδικα τμήματα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων Α.

Μ. νεμόταν τα επίδικα ακίνητα ως τμήματα του μείζονος ακινήτου της από το έτος 1933 μέχρι το θάνατο της το έτος 1973 ασκώντας επ’ αυτών τις προσιδιάζουσες στη φύση τους δια κατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου με καλή πίστη και με τον προαναφερόμενο τίτλο. Οι πράξεις νομής που ασκούσε αυτή στα επίδικα συνίσταντο στο ότι επισκεπτόταν το όλο ακίνητο, τουλάχιστον κάθε καλοκαίρι και διέμενε στην υπάρχουσα εντός αυτού οικία για λίγους μήνες, επέβλεπε τα επίδικα και είχε τη συνεχή εποπτεία τους, ενόψει του ότι, λόγω της φύσης τους, που ήταν κατά κύριο λόγο άγονα και επικλινή μη επιδεχόμενα καλλιέργειας, δεν ήταν επιδεκτικά άλλου είδους πράξεων νομής επ’ αυτών.

Κατά το χρονικό διάστημα που απουσίαζε αρχικά στην Αίγυπτο και αργότερα από το έτος 1955 στην Αθήνα είχε αναθέσει την εποπτεία και επίβλεψη του μείζονος ακινήτου στον Μ. Μ., ενώ αργότερα είχε παραχωρήσει το ισόγειο της διώροφης οικίας στην Λ. Μ. να διαμένει εντός αυτού και να έχει και την επίβλεψη όλου του ακινήτου.

Εφόσον, λοιπόν, η Α. Μ. (δικαιοπάροχος των εναγόντων) νεμήθηκε το επίδικο, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1933 μέχρι το θάνατο της το έτος 1973, με καλή πίστη (πεποίθηση ότι ήταν κυρία) και με τον προαναφερόμενο τίτλο (δωρητήριο συμβόλαιο του έτους 1933) είχε καταστεί κατά το χρόνο του θανάτου της κυρία αυτού (μείζονος ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα επίδικα τμήματα) κατά πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, τα επίδικα ακίνητα, ως τμήματα του μείζονος ακινήτου έκτασης 2.524,50 τμ (ως κληρονομιαίο) περιήλθε κατά κυριότητα από το χρόνο του θανάτου της, στους ενάγοντες (κληρονόμους της), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με την, εκ μέρους τους, μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, κατά τα ανωτέρω (άρθρα 1193, 1198, 1846 ΑΚ).

Δηλαδή, οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων τμημάτων με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή). Σε κάθε περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι και οι ενάγοντες από την περιέλευση των ακινήτων σ’ αυτούς (έτος 1973) συνέχισαν να νέμονται αυτά (όπως και η δικαιοπάροχος τους) με καλή πίστη και με τον άνω νόμιμο τίτλο μέχρι τον μήνα Απρίλιο του έτους 1983 (κατάληψη των επιδίκων από τον αρχικό εναγόμενο), επιβλέποντας και επισκεπτόμενοι αυτά κατά διαστήματα και κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Επομένως οι ενάγοντες, μέχρι αρχές Απριλίου του 1983 είχαν καταστεί, σε κάθε περίπτωση, συγκύριοι των επίδικων ακινήτων με τακτική χρησικτησία, (άρθρο 1041 ΑΚ), νεμόμενοι αυτά μέχρι τότε (τουλάχιστον για μια δεκαετία) με καλή πίστη και τον ως άνω νόμιμο τίτλο, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στην ως άνω νομή τους και τη νομή της δικαιοπαρόχου τους, δηλαδή νεμόμενοι αυτά για μια τουλάχιστον εικοσαετία (άρθρα 1045, 1051 ΑΚ).

Για τα παραπάνω σαφείς είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, οι οποίοι έχοντες προσωπική αντίληψη, κατέθεσαν ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήματα του μείζονος ακινήτου, το οποίο εκτείνονταν μέχρι το δημοτικό δρόμο και ότι οι ενάγοντες, όπως και η δικαιοπάροχός τους είχαν την επίβλεψη και εποπτεία του όλου ακινήτου, είτε οι ίδιοι όταν βρίσκονταν στην ...

είτε ανέθεταν αυτή σε τρίτους για το χρονικό διάστημα που απουσίαζαν από την Ικαρία. Οι αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου αντικρούονται με πειστικότητα από τις άνω καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Τον Απρίλιο του έτους 1983, ο αρχικός εναγόμενος, προέβη σε περίφραξη των επίδικων τμημάτων με τσιμεντένια κολονάκια, αποβάλλοντας τους ενάγοντες από αυτά.

Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι τα επίδικα αποτελούν τμήματα ενός μείζονος ακινήτου που διαχωρίστηκε από τον δημοτικό δρόμο σε τρία τμήματα και ανήκουν στην κυριότητα της συζύγου του Σ. Κ., η οποία κατέστη κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, νεμομενη αυτά από το έτος 1955 τουλάχιστον μετά από άτυπη παραχώρηση σ’ αυτήν από τη μητέρα της Σ.

Γ.. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του εναγομένου ασκούσε πράξεις νομής στα επίδικα και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έκοβε κλαριά για τα ζώα από τα επίδικα, μάζευε βαλανίδια καθώς και τον ελαιόκαρπο της υπάρχουσας εντός του δεύτερου επιδίκου ελιάς και μάλιστα με διάνοια κυρίου.

Τα σχετικώς αναφερόμενα στις καταθέσεις των μαρτύρων του αρχικού εναγομένου αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, αλλά και από τους αντιφατικούς ισχυρισμούς του ίδιου του εναγομένου στην προσθήκη των προτάσεων του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου αυτός εξέθετε ότι η πραγματική κατάσταση των επίδικων ακινήτων ήταν ότι αυτά είχαν λάβει το χαρακτήρα κοινοχρήστου πράγματος, αφού εκτός από τον ίδιο και τη σύζυγο του μέσα σ’ αυτά προέβαιναν σε παρόμοιες με αυτούς πράξεις και άλλοι κάτοικοι της περιοχής, ιδιοκτήτες των όμορων ιδιοκτησιών, σε βαθμό που ο Δήμος ...

κάποια χρονική στιγμή ξεκίνησε εξωδικαστικές ενέργειες διεκδίκησης αυτών, τις οποίες όμως τελικά δεν προχώρησε. Η κατάσταση βέβαια αυτή δικαιολογείται λόγω της μακρόχρονης απουσίας των ιδιοκτητών (εναγόντων) από την ... σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα επίδικα δεν ήταν περιφραγμένα κι έτσι τόσο ο εναγόμενος όσο και άλλοι κάτοικοι του οικισμού εισέρχονταν σ’ αυτά προβαίνοντες σε διάφορες πράξεις, όχι όμως με διάνοια κυρίου, αλλά απλά εκμεταλλευόμενοι, όπως προεκτέθηκε, την απουσία των ιδιοκτητών.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) η ένδικη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη." Ακολούθως το Εφετείο αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των υπεισελθόντων στη θέση των αρχικών εναγόντων, ήτοι των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή και αφού δίκασε αυτήν (αγωγή) εκ νέου την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις μνημονευθείσες και επικαλούμενες από κληρονομική διαδοχή και τακτική και έκτακτη χρησικτησία διατάξεις του ΑΚ (1033, 1710, 1846, 1193, 1198, 1199, 1041, 1042, 1045, 1051 ΑΚ) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ, των ανελέγκτως, γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.

Προσέτι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως από τους αρχικούς ενάγοντες (στη θέση των οποίων έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσίβλητοι) της εξ αδιαιρέτου εγκυριότητας του περιλαμβάνοντος και τα επίδικα εδαφικά τεμάχια μεγαλυτέρου ακινήτου, παραγώγως και δη από εκ διαθήκης κληρονομιά της αποβιώσασας στις 4-4-1973 Α.

Μ., την οποία (κληρονομιά) με νόμιμα μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη, στην οποία οριζόταν επακριβώς το κληρονομηθέν ακίνητο, αποδέχθηκαν, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες το μεγαλύτερο ακίνητο με τα οικεία προσόντα, μέχρι τον Απρίλιο του 1983 που αποβλήθηκαν.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των παραπάνω στη νομική σκέψη μνημονευθεισών διατάξεων. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως οι εν λόγω αρχικοί ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων εδαφικών τεμαχίων με τακτική χρησικτησία που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους, αφού τα νεμήθηκαν από της αποκτήσεως της νομής τους στις 4-4-1973 με το θάνατο της κληρονομούμενης (ΑΚ 983) και με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο μέχρι τον Απρίλιο του 1983 που αποβλήθηκαν από τον αρχικό εναγόμενο, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσείοντες, ενώ ως προς την έκτακτη χρησικτησία απαιτείτο η προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου τους μόνο επί μία δεκαετία πριν από το θάνατό της.

Επομένως οι παραδοχές της αποφάσεως για τα ζητήματα αυτά, ως προς την δικαιοπάροχο των εν λόγω εναγόντων Α. Μ. ήτοι για τακτική χρησικτησία και για έκτακτη, για τον προγενέστερο της δεκαετίας πριν από τον θάνατό της χρόνο είναι πλεοναστικές, δεν υποστηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση.

Ενόψει τούτων οι οικείες αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αναίρεσης περί παραβιάσεως των περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων του προϊσχύσαντος δικαίου και των μεταβατικών διατάξεων του ΕισΝΑΚ, καθώς και του δεύτερου λόγου για έλλειψη νομίμου βάσεως ως προς τα ζητήματα αυτά για την εν λόγω Α.

Μ., είναι απαράδεκτες. Εξ ετέρου οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου που αφορούν στην παραβίαση των περί μεταγραφής διατάξεων, όσον αφορά τον τίτλο κτήσεως της εν λόγω Α. Μ., λόγω πλημμελειών της μεταγραπτέας πράξης, ως προς την περιγραφή του περιλαμβάνοντος τα επίδικα εδαφοτεμάχια μεγαλυτέρου ακινήτου, είναι απαράδεκτες, γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις του παραδεκτού της προβολής τους.

Περαιτέρω οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου κατά τις οποίες οι αρχικοί ενάγοντες δεν ήταν δυνατόν να ασκούν αυτοπρόσωπα ή μέσω άλλου νομή, αφού δεν αντιδρούσαν στη χρήση του επιδίκου από τρίτους, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης το επιχείρημα του δικαστηρίου, προς αντίκρουση του ισχυρισμού των εναγομένων περί κοινοχρησίας των επιδίκων εδαφοτεμαχίων, δεν συνιστά αιτιολογία της αποφάσεως και γι’ αυτό δεν επιδέχεται τη μομφή της ερευνώμενης διάταξης του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ενόψει τούτων οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις τους πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ.3 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον καταλύοντα των περί χρησικτησίας (τακτικής και έκτακτης) βάση της αγωγής ισχυρισμό του αρχικού εναγομένου κατά τον οποίο "Το 1983 η ενάγουσα Φ.

Α., περιέφραξε τη δυτική πλευρά της ιδιοκτησίας της με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα. Την συρματοφραγή αυτή την τοποθέτησε παράλληλα προς την ανατολική πλευρά του πρώτου (βορείου) τμήματος της ιδιοκτησίας της συζύγου μου και μάλιστα σε απόσταση ενός μέτρου περίπου. Με την ενέργειά της αυτή ομολόγησε πανηγυρικά ότι η ιδιοκτησία της καμμιά σχέση δεν έχει με την ιδιοκτησία της συζύγου μου".

Οι αιτιάσεις αυτές δεν αφορούν σε "πράγμα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, ήτοι σε αυτοτελή ισχυρισμό και δή ένσταση καταλύουσα την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά σε αιτιολογημένη άρνησή της, στην οποία (άρνηση) το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ιδιαιτέρως, η δε επ’ αυτής απάντηση εμπεριέχεται στις αντίθετες ως προς το επίμαχο ζήτημα της χρησικτησίας παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και γι’ αυτό πρέπει, όπως και η αναίρεση, στο σύνολό τους, να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.9.2014 αίτηση των Σ. Κ. του Ν., Ι. Κ. του Ν. κ.λπ. κατά των Π. Α. του Ι., Β. - Μ. Ι. Μ., το γένος Α. Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.282/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ