1403/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1403/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους πρόσθετους λόγους, που παραδεκτά άσκησε η αναιρεσείουσα με το από 10-10-2013 ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1403 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1403/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ., κατοίκου ..., 2) Κ. Σ., κατοίκου ... και 3) Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 83/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2013 αίτησή της και τους από 10-10-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-9-2013 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 678 έως 681 ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 83/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 792/18-6-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Σ., η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, στην εναγόμενη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", στις 18 Ιουνίου 2013. Η άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 128/2013 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, από δε το υπ' αριθμ. 3134/2014 πιστοποιητικό της Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι, έως και τις 17-3-2014, εκτός από την αναίρεση αυτή, κανένα άλλο ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε από οποιονδήποτε κατά της ως άνω υπ' αριθμ 83/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους πρόσθετους λόγους, που παραδεκτά άσκησε η αναιρεσείουσα με το από 10-10-2013 ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ισχύουν, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου.
Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα άρθρα 9 Ν. 1232/1982, 9 παρ. 6 Ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", που συνεστήθη με το Ν. 973/1979 και λειτουργούσε υπό την μορφή ανωνύμου εταιρείας, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, οι δε προσλήψεις που γίνονται μετά την 10-10-1989, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του άνω Ν. 1868/1989, χωρίς τη διατύπωση αυτή είναι άκυρες.
Εξαίρεση, όμως, ισχύει για τους νομικούς συμβούλους, δηλαδή τους δικηγόρους, οι οποίοι, άσχετα από τον τίτλο που κατέχουν και τον χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους, με την δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ' αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεως.
Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, οι δικηγόροι μπορούν να προσλαμβάνονται χωρίς τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 (ΑΠ 1619/2011, 229/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, είναι δικηγόροι, εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Στις 17-6-2008, την 1-8-2007 και στις 15-11-2007 μεταξύ του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.), που λειτουργούσε υπό τη μορφή ανωνύμου εταιρείας, απορροφήθηκε δε διά συγχωνεύσεως από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", που υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του αρχικά εναγομένου (Κ.Ε.Δ.), και των εναγόντων, αντίστοιχα, καταρτίσθηκαν εγγράφως διαδοχικές συμβάσεις, ορισμένου πάντοτε χρόνου, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.
κυρίως με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, καθώς και με τον νομοτυπικό έλεγχο των εισηγήσεων της Διεύθυνσης Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων και των Υποδιευθύνσεών της ανά την Ελλάδα, σχετικά με θέματα αφορώντα όλο το φάσμα της εκμίσθωσης και εκμετάλλευσης ακινήτων του Δημοσίου, καταγεγραμμένων ή μη.
Οι ως άνω γνωμοδοτήσεις και νομικές συμβουλές επί των θεμάτων εκμίσθωσης των ακινήτων του Δημοσίου απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις και προϋπέθεταν άριστη γνώση του διέποντος τις εκμισθώσεις αυτές νομικού πλαισίου, ώστε η παροχή των νομικών συμβουλών να κατευθύνεται στην όσο το δυνατόν αποδοτικότερη από οικονομική και νομική άποψη εκμετάλλευση των ακινήτων του Δημοσίου, μέσω της εκμίσθωσής τους, και στην εισροή χρημάτων στο Δημόσιο.
Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι οι ως άνω νομικές υπηρεσίες, συνιστάμενες κυρίως, όπως προαναφέρθηκε, στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων επί ερωτημάτων, που υποβάλλονταν μέσω της Διεύθυνσης Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων του Δημοσίου του εναγομένου (Κ.Ε.Δ) και των αρμοδίων Υποδιευθύνσεών της ανά την Ελλάδα και αφορούσαν την εκμίσθωση ακινήτων του Δημοσίου, καταγεγραμμένων ή μη, οι οποίες (νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις) ήταν απαραίτητες για την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία του εναγομένου και για την πραγματοποίηση των καταστατικών σκοπών του, παρέχονταν από τον καθένα των εναγόντων στο εναγόμενο, μετά από προώθηση (χρέωση) προς αυτούς του σχετικού φακέλου από την Γραμματεία της Νομικής Υπηρεσίας του (Κ.Ε.Δ.).
Μετά δε την ολοκλήρωση του ελέγχου και της σύνταξης της νομικής συμβουλής ή γνωμοδότησης, οι ενάγοντες παρέδιδαν τον φάκελο της υπόθεσης στην Γραμματεία της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου, η οποία στη συνέχεια τον διαβίβαζε στη Διεύθυνση Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων του Δημοσίου, η οποία συνέτασσε πλέον οριστικά την εισήγησή της και με την γνωμοδότηση της Υπηρεσίας Νομικών Συμβούλων διαβίβαζε τον φάκελο στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του εναγομένου, προκειμένου να τον εισαγάγει στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού για την λήψη από τούτο (Δ.Σ.) απόφασης σχετικά με την εκμίσθωση του δημοσίου κτήματος, το οποίο αφορούσε κάθε φορά η εισήγηση.
Ανεξάρτητα δε από τα ορισθέντα στις συμβάσεις των εναγόντων, ο καθένας από αυτούς, λόγω του όγκου των φακέλων που χρεωνόταν και της σπουδαιότητας των εμπεριεχομένων σ' αυτούς εγγράφων, παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στα γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου, υπό την εποπτεία νομικού συμβούλου της Νομικής του Υπηρεσίας, ο οποίος συνυπέγραφε τις γνωμοδοτήσεις τους.
Μάλιστα οι ενάγοντες ακολουθούσαν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση κάθε φακέλου που είχαν χρεωθεί, το οποίο τους έθετε η Νομική Υπηρεσία ανάλογα με την σπουδαιότητα του φακέλου. Η αμοιβή των εναγόντων - όπως δέχεται επίσης το Μονομελές Πρωτοδικείο - ήταν καθορισμένη εξ αρχής και ήταν σταθερή και ανεξάρτητη από τον αριθμό των νομοτυπικών ελέγχων που έκαναν ή των γνωμοδοτήσεων που συνέτασσαν ανά μήνα ή ανά έτος, ανερχόμενη για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 2.000 ευρώ το μήνα, για την δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 1.500 ευρώ το μήνα και για τον τρίτο ενάγοντα στο ποσό των 2.000 ευρώ το μήνα.
Κατέληξε δε το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση, ότι και οι τρεις ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες νομικού συμβούλου στο εναγόμενο, αφού κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους έναντι αυτού δεν ασχολούντο με την δικαστική εκπροσώπησή του και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεών του έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονταν αποκλειστικά στο νομοτυπικό έλεγχο των εισηγήσεων της υπαγόμενης στο εναγόμενο Διεύθυνσης Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων του Δημοσίου και των Υποδιευθύνσεων αυτής, καθώς και στη παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων προς την Διεύθυνση αυτή και τις Υποδιευθύνσεις της, και ότι, συνεπώς, οι διαδοχικώς συναφθείσες συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο και οι παρατάσεις των συμβάσεων αυτών, παρά τον χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, είχαν τον χαρακτήρα συμβάσεων έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή και ειδικότερα ότι οι διαδοχικές συμβάσεις που ο καθένας των εναγόντων συνήψε με το εναγόμενο θεωρούνται ότι στην πραγματικότητα αποτελούν, για κάθε ενάγοντα, μία ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, επί παγία αντιμισθία, αορίστου χρόνου, που άρχισε για την πρώτη ενάγουσα στις 17-6-2008, για την δεύτερη ενάγουσα την 1-8-2007 και για τον τρίτο ενάγοντα στις 15-11-2007, εφόσον απαγορεύεται συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή για ορισμένο χρόνο, τυχόν δε συναπτόμενη θεωρείται ως σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Επιπροσθέτως - είπε το Μονομελές Πρωτοδικείο - οι συμβάσεις των εναγόντων, ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, με πάγια αντιμισθία, ήταν καθ' όλα έγκυρες, παρόλο που δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη αυτών η διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/ 1989, ενόψει του ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ανήκει στο δημόσιο τομέα, αφού οι ενάγοντες παρείχαν αποκλειστικά υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο για την πρόσληψή τους η τήρηση της διαδικασίας αυτής.
Στη συνέχεια το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι το εναγόμενο απασχόλησε τους ενάγοντες έως τις 30-4-2010, οπότε προέβη σε άκυρη καταγγελία των συμβάσεων έμμισθης εντολής αυτών και έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών των εναγόντων.
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε (εν μέρει) την ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ως άκυρη την εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία των συμβάσεων έμμισθης εντολής των εναγόντων και υποχρέωσε το εναγόμενο να τους καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, δώρα εορτών και επίδομα αδείας τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, ούτε καμία άλλη διάταξη, επί πλέον δε έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του εναγομένου, τους οποίους εκ του πράγματος απέρριψε, αφού, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Πρωτοδικείο, οι ενάγοντες παρείχαν στο εναγόμενο υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενοι αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων και με το νομοτυπικό έλεγχο των εισηγήσεων της παραπάνω Διευθύνσεως (και των Υποδιευθύνσεών της) του εναγομένου, χωρίς ποτέ να ασχοληθούν, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους (εναγόμενο), με την δικαστική εκπροσώπησή του και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεών του, διά της παραστάσεώς τους ενώπιον των δικαστηρίων, και ως εκ τούτου οι συμβάσεις τους έφεραν τον χαρακτήρα της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία, χωρίς το κύρος τους να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισή τους δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του Ν. 1649/1986 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989) διαδικασία.
Πρέπει, λοιπόν, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι τρεις πρόσθετοι λόγοι (από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ), κατά τις σχετικές τους αιτιάσεις, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχθεί ότι οι αναφερόμενες δραστηριότητες των αναιρεσιβλήτων δικηγόρων συνιστούσαν απασχόληση με έμμισθη εντολή, δηλαδή καθημερινή πολύωρη εργασία, ενώ είναι πασιφανές ότι οι υπηρεσίες που παρείχαν αυτοί μπορούσαν να διεκπεραιωθούν επιτυχώς σε διάστημα αντίστοιχων ημερών σε σχέση με τους μήνες που φέρεται ότι απασχολήθηκαν.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με το παραπάνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά την από το Μονομελές Πρωτοδικείο εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους παραπάνω λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και με τους πρόσθετους λόγους, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση έμμισθης εντολής αόριστης διάρκειας, με πάγια αντιμισθία, και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη, όμως, η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν πρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων, συνδυαζομένων και με την αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", που υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου", προέβαλε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι: "Οι ενάγοντες από την στιγμή της πρόσληψής τους γνώριζαν ότι θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους για ορισμένο χρονικό διάστημα και για συγκεκριμένη κάλυψη νομικών αναγκών και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν κατά την διάρκεια της συνεργασίας στην εταιρεία μας, αιτούμενοι σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ούτε επικαλέσθηκαν κατά την σύναψη των συμβάσεων ότι αυτές καταρτίζονται υπό την μορφή αυτή προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους και προς παράβαση του Κώδικα περί Δικηγόρων, ισχυρισμό τον οποίο όψιμα και αβάσιμα επικαλούνται με την ένδικη αγωγή.
Κατά τα ως άνω η άσκηση του δικαιώματος των αντιδίκων υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα τασσόμενα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και η αγωγή τους πρέπει να απορριφθεί". Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, ότι η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, πέραν της αοριστίας της, εφόσον δεν επικαλείται, πλην της αδράνειας των αναιρεσιβλήτων, άλλα επί πλέον πραγματικά περιστατικά και συνθήκες που να δημιούργησαν σ' αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, με αποτέλεσμα η ανατροπή της καταστάσεως αυτής να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά της, είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως μη νόμιμη, καθόσον η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια αντιμισθία, για αόριστο χρόνο.
Με το να δεχθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήταν απορριπτέα ως αόριστη, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε δεν έλαβε υπόψη προταθέντα "πράγματα", ως εκ περισσού δε και χωρίς ανάγκη στηρίξεως της απορριπτικής αυτής διατάξεώς του αναφέρθηκε στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων".
Γι' αυτό και ο υποστηρίζων τα αντίθετα συναφής πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι, επίσης, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και έτσι δεν κατέληξε στην κρίση του αυτή χωρίς απόδειξη.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, η δε αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2013 αίτηση και τους από 10-10-2013 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ