Supreme Court dismisses appeal on joint liability and evidence admissibility in tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding joint liability in a tort action. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence proving the defendant's 99% responsibility and misapplied rules on evidentiary force. The court ruled that the cited prior judgment was merely a document subject to free judicial evaluation rather than a binding proof, and the five-year limitation period for partners' claims had already expired.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 11γ, 12 K.Pol.D; The Supreme Court holds that a prior judgment in a related tort case is not a binding evidentiary means but subject to free judicial evaluation, and that specific limitation periods for partners' claims against partners apply independently of the company's dissolution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1403 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1403/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γκιουλέκα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΑΝΗΣ Α.Ε - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΡΗΤΙΝΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" που εδρεύει στα Μέγαρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γιάγκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουνίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21426/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 700/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι περιλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα κατά νόμο στοιχεία ευθύνης του εξ αναγωγής εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως ομόρρυθμου μέλους της ευθυνόμενης εξ αναγωγής κατά τις περί αδικοπραξίων διατάξεις ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", στα οποία και στηρίχθηκε το Εφετείο και πάντα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέα.
Κατά το άρθρο 64 του Εμπ. Νόμου "πάσα αγωγή κατά των συνεταίρων μη εκκαθαριστών, κατά χηρών και κληρονόμων αυτών ή παντός άλλου (έχοντος δικαίωμα) δικαιούχου αυτών παραγράφεται πέντε έτη μετά την προθεσμία ή μετά την διάλυση της εταιρίας, αν το έγγραφον, το προσδιορίζον τη διάρκεια αυτής ή το της διαλύσεως, ετοιχοκωλλήθει και κατεχωρίσθη κατά τα διατάξεις των άρθρων 42, 43, 44 και 46..." Η διάταξη αυτή θεσπίζει ειδική παραγραφή για τους ομόρρυθμους μόνο εταίρους ανεξαρτήτως της παραγραφής έναντι στην εταιρία. (ΟλΑΠ 889/1993).
Στην περίπτωση που η αξίωση κατά της ομορρύθμου εταιρίας γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη μετά τη λύση της εταιρίας και την αντίστοιχη δημοσίευση, η προαναφερθείσα πενταετία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την από το άρθρο 64 του Εμπ.
Νόμου ένσταση παραγραφής της από αναγωγή αξιώσεως της ενάγουσας κατά του εναγομένου ως ομόρρυθμου εταίρου της από αναγωγή κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ευθυνομένης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" αφού δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση που ασκήθηκε με την από 23-6-2003 αγωγή γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή μετά τη λύση της εταιρίας (έτος 1992) κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως και συγκεκριμένα από το Μάιου του έτους 2003 όταν έλαβε χώρα εκ μέρους της ενάγουσας η πρώτη καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα από την αδικοπραξία Ζ1.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη ούτε και άλλη δια της μη εφαρμογής της γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί μάλιστα προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο εν μέρει (όπως αυτός εκτιμάται) λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση προς έμμεση απόδειξη του ισχυρισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως περί συντρέχουσας υπαιτιότητας σε ποσοστό 99% της αναιρεσίβλητης ενάγουσας στην επελθούσα στο ζημιωθέντα Ζ1 ζημία.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της πληττόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματος του έλαβε υπόψη, με ρητή και επανειλημμένη αναφορά σε αυτή, ειδικώς δε και για την απόρριψη του περί αποκλειστικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, άλλως περί συντρέχουσας υπαιτιότητας της κατά ποσοστό 99% στην επέλευση της ζημίας της ισχυρισμού της, τη μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο εξ αναγωγής υπόχρεο υπ' αριθ. 927/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι τότε εναγόμενοι, ήδη διάδικοι στην παρούσα δίκη, να καταβάλουν στον Ζ1 ως αποζημίωση, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 29.675, 73 ευρώ.
Συνεπώς, ο τρίτος εν μέρει λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, για τη μη λήψη υπόψη εγγράφου, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων, που έχουν από το νόμο ορισμένη αποδεικτική δύναμη (άρθρα 352, 438 - 440,-447 του ΚΠολΔ) και όχι ως προς εκείνα, τα οποία, σύμφωνα με το- άρθρο 340 του αυτού Κώδικα, εκτιμώνται από το δικαστήριο ελευθέρως για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα τελευταία δε περιλαμβάνεται και η δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε σε άλλη πολιτική δίκη, έστω και συναφή με τη δικαζόμενη.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο κατά το έτερο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της υπ' αριθ. 927/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με δεδομένο ότι αυτή αποτελεί δημόσιο έγγραφο δεσμευτικό για το δικάσαν δικαστήριο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του για αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως για συντρέχουσα υπαιτιότητα σε ποσοστό 99% της αναιρεσίβλητης ενάγουσας στην επελθούσα στο ζημιωθέντα Ζ1.
Όμως, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η αναφερόμενη απόφαση, έστω και αν εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως του ανωτέρω ζημιωθέντος κατά των ήδη διαδίκων ως υπόχρεων σε ολόκληρο συνοφειλετών, δεν αποτελεί επαυξημένης ισχύος αποδεικτικό μέσο δεσμευτικό για το δικαστήριο, αλλά έγγραφο εκτιμώμενο ελευθέρως από τούτο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 700/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ