Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for abuse of rights, citing insufficient grounds and vague allegations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Commercial Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment rejecting its claim for a guarantee letter. The lower court found the bank's exercise of rights abusive under Article 281 of the Civil Code, while the appellant argued this constituted a violation of substantive law. The Court ruled that the appeal was inadmissible due to vague allegations and that the lower court's reasoning was sufficient and not arbitrary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code. An appeal is inadmissible if grounds are vague or undefined, and a lower court's application of the abuse of rights doctrine is not a violation of substantive law if the reasoning is clear and complete.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1403 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1403/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. στην οποία αναφέρεται η συγχώνευση της παραπάνω εταιρείας, δι'απορροφήσεως, από την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3865/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3812/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από την αιτιολογία της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφ' όσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π 17/1995).
Τέλος επί εγγυητικής επιστολής, η οποία είναι διασφαλιστική της βασικής σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή, η παραίτηση της εγγυήτριας Τράπεζας από τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, δεν αποστερεί αυτή από την προστασία του άρθρου 281 Α.Κ., στην οποία, εφόσον συντρέξει περίπτωση, μπορεί και κατά τις αρχές της καλής πίστης, υποχρεούται έναντι του εντολέως της (υπέρ ού η εγγυητική επιστολή οφειλέτη) να καταφύγει η τελευταία, προκειμένου να παρεμποδίσει στην είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, όπως όταν η Τράπεζα, που εξέδωσε την εγγυητική επιστολή, γνωρίζει κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο ότι δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής ή όταν ο επικαλούμενος από το δανειστή λόγος κατάπτωσης δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων που καθορίσθηκαν συμβατικά και αναφέρονται στο περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής.
Η ένσταση αυτής της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.) ανήκει στις ενστάσεις από το περιεχόμενο της υπόσχεσης πληρωμής (εγγυητικής επιστολής) που παραδεκτά προβάλλονται κατά του δανειστή από την εγγυήτρια Τράπεζα, αφού η τελευταία δεν έχει το δικαίωμα να προβάλλει ένσταση από τη βασική σχέση (ΑΠ 48/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση επί της ενδίκου αγωγής, κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, που πρότεινε παραδεκτά η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Δυνάμει του από 3.2.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δωδεκανησιακή Ανώνυμος Ναυτιλιακή Εταιρεία (ΔΑΝΕ Α.Ε." προσέλαβε, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, την εναγομένη "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και την εταιρεία "....." ως χρηματοοικονομικές συμβούλους και ανέθεσε σ' αυτές την εξυγίανσή της και την αναδιάρθρωση των χρεών της.
Κατόπιν αυτού, με ενέργειες των παραπάνω καταρτίστηκε μεταξύ της "ΔΑΝΕ Α.Ε." και των πιστωτών της, στους οποίους περιλαμβάνονταν και η ενάγουσα Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος με απαιτήσεις ύψους 7.235.649.017 δρχ., η από 3.6.1999 έγγραφη συμφωνία ρύθμισης των χρεών αυτής (ΔΑΝΕ Α.Ε.), κατά το άρθρο 44 του ν. 1892/1990. Με την πιο πάνω συμφωνία, η οποία επικυρώθηκε με την 209/1-9-1999 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η ενάγουσα θα λάμβανε το 50% των απαιτήσεών της σε μετρητά και το υπόλοιπο 50% με τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΑΝΕ Α.Ε., λαμβάνοντας μετοχές ονομαστικής αξίας (της κάθε μίας) 200 δρχ.
με τιμή όμως διάθεσης 1.375 δρχ. Κατόπιν αυτού, με το από 1-7-1999 "προσύμφωνο αγοραπωλησίας μετοχών", που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και της ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία Κρήτης (ΑΝΕΚ) Α.Ε.", η τελευταία προσυμφώνησε να αγοράσει τις μετοχές της εταιρείας ΔΑΝΕ Α.Ε., που κατά τα άνω θα αποκτούσε η ενάγουσα, καταβάλλοντας ως τίμημα ποσό 1.375 δρχ.
για την κάθε μετοχή. Στο προσύμφωνο αυτό, μεταξύ άλλων, ορίζονταν ότι από τις παραπάνω μετοχές θα μεταβιβάζονταν στην ΑΝΕΚ Α.Ε. ποσοστό μεν 20% του αριθμού αυτών μετά πάροδο 24 μηνών, ποσοστό 20% μετά πάροδο 36 μηνών και ποσοστό 60% μετά πάροδο 48 μηνών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης του Εφετείου που θα επικύρωνε τη συμφωνία των πιστωτών.
Επίσης, με το προσύμφωνο αυτό η αγοράστρια ΑΝΕΚ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην πωλήτρια (ενάγουσα) εγγυητική επιστολή τράπεζας της επιλογής της τελευταίας για την πιστή τήρηση των όρων και συμφωνιών του προσυμφώνου και των σε εκτέλεση αυτού ειδικότερων συμφωνιών μέχρι του ποσού των 1.500.000.000 δρχ., ότι η εγγυητική επιστολή θα ήταν χρονικής ισχύος τουλάχιστον 50 μηνών από την ημέρα δημοσίευσης της Εφετειακής απόφασης, δηλαδή μέχρι 31.10.2003, θα εκδίδονταν δε νέα ευθύς ως υπογράφονταν το οριστικό σύμφωνο μεταβίβασης και θα κατέπιπτε αυτομάτως ολόκληρη υπέρ της πωλήτριας ευθύς ως παρέρχονταν δύο εργάσιμες ημέρες από την ημερολογιακή ημέρα κατά την οποία θα ήταν πληρωτέο κάθε ποσό από τα παραπάνω και ότι η τράπεζα που θα εκδώσει την εγγυητική επιστολή θα υποχρεούται ευθύς ως ειδοποιηθεί ότι παρήλθε άπρακτη η ημέρα πληρωμής ναι πληρώσει χωρίς αιτιολογία ή καθυστέρηση ολόκληρο το ποσό για το οποίο εγγυήθηκε.
Σε εκτέλεση του πιο πάνω προσυμφώνου, η εναγομένη ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ κατόπιν εντολής της ΑΝΕΚ Α.Ε. εξέδωσε υπέρ της ενάγουσας την .... εγγυητική
επιστολή
ποσού 1.500.000.000 δρχ. ή 3.374.908,29 ευρώ. Με αυτή η εναγομένη εγγυήθηκε την πιστή τήρηση από την ΑΝΕΚ Α.Ε. των όρων και συμφωνιών που περιέχονται στο από ... προσύμφωνο και ειδικά την πιστή τήρηση και ακριβόχρονη εκτέλεση της υποχρέωσης καταβολής του ποσού μιας εκάστης τμηματικής μεταβίβασης ποσοστού από τις προς πώληση μετοχές που αναφέρονται στο προσύμφωνο και παραιτήθηκε σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής από την προβολή οποιασδήποτε αντίρρησης ή ένστασης όπως της ένστασης της διζήσεως ή από την προβολή οποιασδήποτε άλλης ένστασης που βασίζεται σε τυχόν άλλες παράλληλες εγγυήσεις ή που απορρέει από τυχόν δικαιώματα της ιδίας ή εκείνης υπέρ της οποίας παρέχει την εγγύηση ή από προσωπικές ενστάσεις της πρωτοφειλέτριας, καθώς και από τα δικαιώματα των άρθρων 853, 855, 856, 859, 860, 862, 863 του Α.Κ.
Στην εγγυητική επιστολή ορίστηκε ακόμη ότι αυτή θα ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί με άλλη ή ανανεωθεί κατά περιεχόμενο, μόλις υπογραφεί το οριστικό της μεταβίβασης των μετοχών συμφωνητικό και ότι σε κάθε περίπτωση δεν ισχύει πέραν των 50 μηνών από την ημέρα δημοσίευσης από το Εφετείο Δωδεκανήσου της απόφασης του που θα επικυρώνει την από 3-6-1999 συμφωνία των πιστωτών κατ' άρθρο 44 ν. 1892/1990.
Ακόμη, η εναγομένη δηλώνει σ' αυτή ότι θα τηρεί στη διάθεση της ενάγουσας το ποσό της εγγυητικής επιστολής και ότι θα καταβάλλει το ποσό της κατάπτωσης σε πρώτη γραπτή ζήτηση εντός τριών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής σχετικής επιστολής. Η ενάγουσα έλαβε τελικά από την ΔΑΝΕ Α.Ε. 3.501.790 μετοχές και με αυτό τον αριθμό μετοχώνενεγράφη στις 15-2-2000 στα βιβλία μετόχων αυτής.
Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι μεταξύ ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και ΑΝΕΚ Α.Ε. υπογράφηκαν: 1) Το από .... "σύμφωνο αγοραπωλησίας μετοχών", το οποίο φέρει χαρακτήρα προσυμφώνου και όχι οριστικής σύμβασης, αφού απλώς καθορίστηκαν με αυτό νέες ημερομηνίες τμηματικής εξαγοράς και μεταβίβασης των μετοχών από την πωλήτρια ενάγουσα στην αγοράστρια ΑΝΕΚ Α.Ε.
και το τίμημα αυτών. Συγκεκριμένα καθορίστηκε η μεταβίβαση και παράδοση στις 31-8-2001 του 20% του αριθμού των μετοχών, στις 31-8-2002 του άλλου 20% και στις 31-8-2003 του υπολοίπου 60% του αριθμού των μετοχών, αντί τιμήματος 962.992.250 δρχ., 962.992.250 δρχ. και 2.836.450.000 δρχ. αντίστοιχα ή του ισόποσου των ποσών αυτών σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής.
Το δε τίμημα υποχρεούτο η αγοράστρια ΑΝΕΚ Α.Ε. να καταθέσει στην πωλήτρια Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνουσα τον αντίστοιχο ως άνω αριθμό μετοχών. Επί πλέον, η ΑΝΕΚ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση όπως εντός τριών εργασίμων ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού παραδώσει στην πωλήτρια άλλη εγγυητική επιστολή της εναγομένης, σε αντικατάσταση ή ανανέωση της ήδη δοθείσης από αυτή, ομοίου όμως περιεχομένου, χρονικής ισχύος 50 μηνών από την έκδοση της.
Συμφωνήθηκε δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι σε περίπτωση που η αγοράστρια δεν παραδώσει στην πωλήτρια την άνω εγγυητική επιστολή εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας η πωλήτρια δικαιούται να τάξει νέα προθεσμία δέκα ημερών και αν η αγοράστρια δεν συμμορφωθεί μέσα σ' αυτή την προθεσμία θα καταπίπτει αυτοδικαίως υπέρ της πωλήτριας η εγγυητική επιστολή που έχει εκδοθεί.
Η εκδοθείσα .... εγγυητική επιστολή συμφωνήθηκε ότι θα ισχύει μέχρι την κατά τα άνω αντικατάσταση ή ανανέωση της, 2) Το από 14-3-2002 πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης του προηγούμενου από 31-1-2001 (προ) συμφώνου αγοραπωλησίας μετοχών ως προς το χρόνο πώλησης των μετοχών και καταβολής του τιμήματος, δηλαδή από τις 31-8-2001, 31-8-2002 και 31-8-2003 στις 31-8-2002, 31-8-2003 και 31-8-2004 αντίστοιχα.
Επί πλέον η ΑΝΕΚ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση όπως εντός δέκα εργασίμων ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού παραδώσει στην πωλήτρια τροποποίηση της ...... εγγυητικής επιστολής που να ισχύει μέχρι 31-8-2004 κατ' ελάχιστον ή 62 μήνες από την έκδοση της ή άλλη εγγυητική επιστολή της εναγομένης σε αντικατάσταση ή ανανέωση της ήδη δοθείσης από αυτή, ομοίου περιεχομένου, που να ισχύει μέχρι 31-8-2004 κατ' ελάχιστον ή 62 μήνες από την έκδοση της.
Η εκδοθείσα ..... εγγυητική επιστολή συμφωνήθηκε ότι θα ισχύει μέχρι την κατά τα άνω αντικατάσταση ή ανανέωση της καθώς και ότι, αν η αγοράστρια για οποιοδήποτε λόγο δεν παραδώσει εγγυητική επιστολή εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, η εκδοθείσα ..... εγγυητική επιστολή θα καταπέσει αυτοδικαίως υπέρ της πωλήτριας και 3) Το από ....
δεύτερο πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης των προαναφερομένων από ... (προ)συμφώνου και από .... πρόσθετου σύμφωνου. Με το δεύτερο σύμφωνο, κατά τροποποίηση των άλλων δύο, η ΑΝΕΚ Α.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση αφενός να αγοράσει από την πωλήτρια (ενάγουσα) μέχρι 1-12-2003 το σύνολο των πωλουμένων μετοχών της ΔΑΝΕ Α.Ε., δηλαδή 3.501.790 μετοχές, αντί τιμήματος 14.130.480,56 ευρώ, αφετέρου να παραδώσει στην πωλήτρια ενάγουσα μέχρι 27-10-2003 τροποποίηση της .....
εγγυητικής επιστολής ώστε αυτή να ισχύει μέχρι 1-12-2003 κατ' ελάχιστον ή να της παραδώσει άλλη εγγυητική επιστολή της εναγομένης σε αντικατάσταση ή ανανέωση της ήδη δοθείσης από αυτή, ομοίου περιεχομένου, ισχύος μέχρι 1-12-2003 κατ' ελάχιστον. Η εκδοθείσα .... εγγυητική επιστολή συμφωνήθηκε ότι θα ισχύει μέχρι την κατά τα άνω αντικατάσταση ή ανανέωση της.
Επίσης ρητά συμφωνήθηκε ότι, αν η αγοράστρια για οποιοδήποτε λόγο δεν παραδώσει εγγυητική επιστολή εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, η εκδοθείσα ..... εγγυητική επιστολή θα καταπέσει αυτοδικαίως υπέρ της πωλήτριας.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι την υπογραφή του από 24-10-2003 δεύτερου πρόσθετου συμφώνου τροποποίησης, η ΑΝΕΚ Α.Ε. και ηενάγουσα Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος απέστειλανστην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ την από 24-10-2003 επιστολήτης η πρώτη και την από 29-10-2003 επιστολή της ηδεύτερη, με τις οποίες της ζητούσαν την παράταση ισχύοςτης .....
εγγυητικής επιστολής μέχρι 1-12-2003. Η εναγομένη ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, με την από 29-10-2003 απαντητική επιστολή της προς την ενάγουσαΕμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, δήλωσε ότι "συμφωνεί μετο σχετικό προς αυτή αίτημα της ΑΝΕΚ Α.Ε. και τηςενάγουσας για παράταση της ισχύος της εγγυητικήςεπιστολής μέχρι την 1-12-2003 με την προϋπόθεση ότιπροηγουμένως θα της παραδοθούν επικυρωμένα αντίγραφατου από 1-7-1999 προσύμφωνου αγοραπωλησίας μετοχώνκαι κάθε άλλης τυχόν μεταγενέστερης σχετικήςσυμφωνίας".
Μολονότι όμως τα έγγραφα που ζήτησε τηςεστάλησαν αυθημερόν με φαξ η εναγομένη δεν προέβη σε τροποποίηση, αντικατάσταση ή ανανέωση της .... εγγυητικής επιστολής. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα, εφόσον είχε παρέλθει άπρακτη η συμφωνηθείσα μεταξύ αυτής και ΑΝΕΚ Α.Ε. προθεσμία χωρίς η τελευταία να προσκομίσει νέα ή τροποποιητική της .....
εγγυητική επιστολή χρονικής ισχύος μέχρι 1-12-2003, ζήτησε με την από 30-10-2003 επιστολή της προς την εναγομένη ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ την κατάπτωση της ..... εγγυητικής επιστολής για το συνολικό ποσό των 3.374.908,291 ευρώ, επικαλούμενη ως λόγο την μη εκπλήρωση από την ΑΝΕΚ Α.Ε. των όρων και των συμφωνιών που περιέχονται στο από 1-7-1999 προσύμφωνο αγοραπωλησίας μετοχών όπως αυτό τροποποιήθηκε την 14-3-2002 και την 24-10-2003.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η μόνη κύρωση που προβλέπονταν στο από 24-10-2003 δεύτερο πρόσθετο σύμφωνο για την μη παράδοση από την ΑΝΕΚ Α.Ε. στην ενάγουσα μέχρι 27-10-2003 εγγυητικής επιστολής (νέας ή τροποποιητικής της .....) χρονικής ισχύος μέχρι 1-12-2003 ήταν η κατάπτωση της ήδη δοθείσης εγγυητικής επιστολής.
Συνεπώς, η από 24-10-2003 τροποποιητική σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει κατά τα λοιπά ανεξάρτητα της παράδοσης ή μη από την ΑΝΕΚ Α.Ε. στην ενάγουσα της ως άνω εγγυητικής επιστολής, όπως και ανεξάρτητα της συγκατάθεσης ή μη της εναγομένης στην έκδοση τέτοιας εγγυητικής επιστολής, που σημαίνει ότι η ΑΝΕΚ Α.Ε.
υποχρεούτο σε κάθε περίπτωση στην εξαγορά των μετοχών και καταβολή του τιμήματος αυτών μέχρι 1-12-2003. Με δεδομένο, επομένως, ότι ο χρόνος κατάρτισης της οριστικής πώλησης των μετοχών είχε μετατεθεί, κατόπιν συμφωνίας ενάγουσας και ΑΝΕΚ Α.Ε., για την 1-12-2003, το χρέος της τελευταίας προς καταβολή του τιμήματος αγοράς των μετοχών δεν ήταν κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας ισχύος της .....
εγγυητικής επιστολής (δηλαδή στις 31-10-2003) ληξιπρόθεσμο, η δε δήλωση της ενάγουσας περί κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής και επιδίωξης είσπραξης της στις 30.10.2003, δηλαδή πριν γεννηθεί η αξίωση για καταβολή του τιμήματος, δεν είναι σύμφωνη προς το σκοπό που δόθηκε η εγγυητική επιστολή, που είναι η πιστή τήρηση και ακριβόχρονη εκτέλεση της υποχρέωσης καταβολής του ποσού της οφειλής.
Η άρνηση ως εκ τούτου της εναγομένης προς πληρωμή της εγγυητικής επιστολής, εφόσον γνώριζε από έγγραφα ότι το χρέος δεν ήταν ληξιπρόθεσμο, δικαιολογείται από τον ως άνω σκοπό της εγγυητικής επιστολής, ώστε αυτή (εναγομένη) βασίμως επικαλείται την προστασία του άρθρου 281 Α.Κ.). Επίσης, το γεγονός ότι σε περίπτωση κατάπτωσης της .....
εγγυητικής επιστολής υπήρχε κάλυψη της εναγομένης τράπεζας ως προς την είσπραξη του ποσού αυτής, κατά πρώτον μεν λόγω της κατάρτισης στο μεταξύ:
α) της από ... σύμβασης μεταξύ ΑΝΕΚ Α.Ε. και όλων των δανειστριών τραπεζών (συμπεριλαμβανομένης και της ΕΓΝΑΤΙΑΣ) περί υποχρέωσης κάλυψης της ΕΓΝΑΤΙΑΣ και β) της από 20-10-2003 σύμβασης δανείου, με βάση την οποία η ΕΓΝΑΤΙΑ τράπεζα χορήγησε στην ΑΝΕΚ Α.Ε. δάνειο ποσού 24.083.040,05 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των 3.374.908,29 ευρώ της εγγυητικής επιστολής, κατά δεύτερον δε λόγω της εγγραφής υπέρ της εναγομένης ναυτικών υποθηκών σε πλοία της ΑΝΕΚ Α.Ε., ώστε η άρνηση της εναγομένης για τροποποίηση της δοθείσης εγγυητικής επιστολής ως προς το χρόνο ισχύος της, να αποτελεί ενδεχομένως καταχρηστική παρελκυστική και αντισυναλλακτική συμπεριφορά, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα, η οποία όμως είναι άνευ εννόμου σημασίας στην παρούσα δίκη".
Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι υπ' αυτές τις συνθήκες η άσκηση από την ενάγουσα του δικαιώματός της προς είσπραξη της επίδικης εγγυητικής επιστολής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
ως ουσία βάσιμης, απέρριψε την αγωγή. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της εναγούσης και την απόρριψη της αγωγής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται το αντίθετο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής διάταξης που αφορά και επομένως ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ με το 2ο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση των πλημμελειών από τον άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 20 ΚΠολΔ προσβάλλεται η περί πραγματικών γεγονότων κρίση του Εφετείου αναφορικά με την παραδοχή απ' αυτό της προταθείσης από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ως ανωτέρω στο 1ο λόγο αναιρέσεως εκτέθηκε, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αιτιολογίες αντιφατικές που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω με τον 3ο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι αυτή έχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν καθορίζονται σ' αυτόν ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, που κατά την αναιρεσείουσα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα άρθρα 118 αριθ.4, 559 και 5666 παρ. 1 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-2-2007 αίτηση, της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3812/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ