Legislator Case Law & Legislation
1403/2007 AI generated

1403/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1403/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1403/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανεύρεση της εικαζόμενης βούλησης θα γίνει με βάση την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και αν τέτοια ρύθμιση δεν υπάρχει η πλήρωση του κενού θα γίνει με την προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ η οποία εφαρμόζεται για κάθε υποχρέωση του οφειλέτη Περαιτέρω, στη διάταξη του αρθρ. 30 του νόμου 5325/32 ορίζεται, ότι "η πληρωμή συναλλαγματικής δύναται ν' ασφαλισθεί, δι' ολόκληρον ή δια μέρος του ποσού αυτής, δια τριτεγγυήσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1403 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1403/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νιόβη Πατσατζή.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλυβιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6234/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαραλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης ιδρύονται και αν το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, καθώς και όταν προσφεύγει μεν στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες εφαρμόζει όμως εσφαλμένα τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις νομικές αυτές έννοιες. (Ολ.ΑΠ 26/2004) ή αν λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι αρχές αυτές.

Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει, ότι η ανάγκη προσφυγής τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ανακύπτει, όταν υπάρχει δήλωση βουλήσεως, για την κατά νόμο παραγωγή εννόμων συνεπειών, η οποία είναι ασαφής και αμφίβολη ως προς ορισμένα σημεία της, όχι όμως και όταν δεν υπήρξε δήλωση βουλήσεως του ενός ή αμφοτέρων των μερών για κρίσιμο σημείο της δικαιοπραξίας, οπότε υπάρχει κενό ως προς την εικαζόμενη βούληση, δηλαδή την υποθετική βούληση, για την ανεύρεση της οποίας, δεν εφαρμόζεται οι ερμηνευτικοί κανόνες των προαναφερομένων άρθρων του Α.Κ.

Η ανεύρεση της εικαζόμενης βούλησης θα γίνει με βάση την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και αν τέτοια ρύθμιση δεν υπάρχει η πλήρωση του κενού θα γίνει με την προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ η οποία εφαρμόζεται για κάθε υποχρέωση του οφειλέτη Περαιτέρω, στη διάταξη του αρθρ. 30 του νόμου 5325/32 ορίζεται, ότι "η πληρωμή συναλλαγματικής δύναται ν' ασφαλισθεί, δι' ολόκληρον ή δια μέρος του ποσού αυτής, δια τριτεγγυήσεως.

Η ασφάλεια αύτη παρέχεται παρά τρίτου ή και παρ' υπογραφέως της συναλλαγματικής". Εξάλλου στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στον τύπο της τριτεγγυήσεως, ορίζονται τα ακόλουθα: "Η τριτεγγύησις παρέχεται επί της συναλλαγματικής ή του προσθέματος. Εκφράζεται δια των λέξεων "δια τριτεγγύησιν" ή δια πάσης άλλης ισοδυνάμου φράσεως και υπογράφεται υπό του τριτεγγυητού.

Θεωρείται ως προκύπτουσα εκ μόνης της υπογραφής του τριτεγγυητού τεθειμένης επί του εμπρόσθιου μέρους της συναλλαγματικής, εκτός αν πρόκειται περί της υπογραφής του πληρωτού ή της του εκδότου. Εν τη τριτεγγυήσει σημειούται δια λογαριασμόν τίνος δίδεται αύτη. Ελλείψει σημειώσεως θεωρείται δοθείσα υπέρ του εκδότου".

Από δε τη διάταξη του αρθρ. 32 του ίδιου άνω νόμου ορίζεται ότι "ο τριτεγγυητής ενέχεται καθ' ον τρόπον και ο υπέρ ου η τριτεγγύησις.... Ο τριτεγγυητής πληρώνων την συναλλαγματικήν, αποκτά τα εκ της συναλλαγματικής απορρέοντα δικαιώματα εναντίον του υπέρ ου η εγγύησις και εναντίον εκείνων οι οποίοι ενέχονται απέναντι του τελευταίου τούτου δυνάμει της συναλλαγματικής".

Επομένως ο τριτεγγυητής ευθύνεται εις ολόκληρον παραλλήλως προς τον οφειλέτη υπέρ του οποίου έχει τριτεγγυηθεί(βλ. και άρθρο 47), όχι όμως έναντι αυτού. Υπέρ ου η τριτεγγύηση δύναται να είναι τόσο ο αποδέκτης όσο και ο εκδότης ή οπισθογράφος. Αν η τριτεγγύηση έχει δοθεί υπέρ του αποδέκτη, ο τριτεγγυητής ευθύνεται όπως και εκείνος, δηλαδή έναντι του εκδότη και των τυχόν οπισθογράφων.

Αν η τριτεγγύηση έχει δοθεί υπέρ του εκδότη, ο τριτεγγυητής ευθύνεται, όπως και εκείνος, έναντι των τυχόν κομιστών-οπισθογράφων, όχι όμως έναντι του αποδέκτη και του ίδιου του εκδότη. Η "σημείωση" του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η τριτεγγύηση πρέπει να αναγράφεται επί της συναλλαγματικής ή του προσθέματος, διότι η εξειδίκευση του προσώπου αυτού (υπέρ ου η τριτεγγύηση) είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της νομικής θέσεως και της ευθύνης του τριτεγγυητή έναντι των λοιπών υπογραφέων της συναλλαγματικής.

Για τη σημείωση αυτή δεν προβλέπεται η χρήση τυπικών φράσεων ή λέξεων. Ο όρος "σημείωση" δεν αποκλείει και τη συναγωγή της βουλήσεως του τριτεγγυητή σχετικά με το πρόσωπο υπέρ του οποίου θα ισχύει, αρκεί η συναγωγή αυτή να στηρίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το κείμενο της συναλλαγματικής. Έτσι η διάταξη του ως άνω άρθρου 31 παρ. 4 εδ.

β' δεν καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα ανεπίδεκτο ανατροπής σε κάθε περίπτωση αλλά ειδικό συμπληρωτικό της βούλησης του τριτεγγυητή κανόνα με την έννοια ότι, όταν η βούληση του σχετικά με το πρόσωπο του υπέρ ου η τριτεγγύηση δεν δηλώνεται, ούτε συνάγεται από τον τίτλο, τότε μόνον θεωρείται ότι αυτή ισχύει υπέρ του εκδότη.

Όταν επομένως η συναλλαγματική έχει εκδοθεί με τη ρήτρα "όχι εις διαταγήν" (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 5325/1932) οπότε δεν πρόκειται να κυκλοφορήσει ούτε μπορεί να μεταβιβασθεί κατά το νόμο σε άλλο πρόσωπο κατά τους κανόνες του δικαίου της συναλλαγματικής, ο εκδότης θα είναι πάντοτε κομιστής, άρα η τριτεγγύηση δεν νοείται υπέρ αυτού και επομένως έχει κατ' ανάγκην δοθεί υπέρ του αποδέκτη.

Τούτο δε προκύπτει, κατά λογική αναγκαιότητα, από το κείμενο της συναλλαγματικής, αφού η εφαρμογή, στην περίπτωση αυτή, της διατάξεως του αρθρ. 31 παρ. 4 εδ. β' του νόμου θα στερούσε την τριτεγγύηση από κάθε αντικείμενο και πεδίο λειτουργίας.(Ολ.ΑΠ 16/2001) Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι αν στην περί τριτεγγυήσεως δήλωση δεν καθορίζεται το πρόσωπο υπέρ του οποίου αυτή δόθηκε, μη υπάρχουσας ως εκ τούτου δήλωσης βούλησης του τριτεγγυητή για το πρόσωπο υπέρ του οποίου η τριτεγγύηση, υπάρχει κενό ως προς τη βούληση του τριτεγγυητή και η εικαζόμενη βούληση αυτού ως προς το πρόσωπο υπέρ του οποίου τριεγγυήθηκε, θα αναζητηθεί με βάση τον ειδικό κανόνα του άρθρου 31 παρ.4 εδ.

β' ν.5325/1932 και όχι με την προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αληθώς μόνον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ζητεί την αναίρεση της προβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, αποδίδοντας σ' αυτό την αιτίαση, ότι μολονότι διαπίστωσε κενό ως προς το πρόσωπο υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε η αναιρεσίβλητη, επί των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση συναλλαγματικών εκδόσεως του ήδη αναιρεσείοντος, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς ανεύρεση της εικαζόμενης βούλησης της αναιρεσίβλητης ως το προσώπου υπέρ του οποίου αυτή τριτεγγυήθηκε.

Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, και αν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ο σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο και να ερευνηθεί από αυτό.

Δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αλλά εκείνος από το άρθρο 559 αρ.8 ιδίου κώδικα, αν ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός δεν ερευνήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας , παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά τη διάταξη αυτή αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος ασκουμένου με αγωγή, ανακοπή , ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και οι αρνητικοί αυτών ισχυρισμοί, οι οποίο αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.ΑΠ469/1984) Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός (τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά) και ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί αν αυτός είναι , νόμιμος και προτάθηκε παραδεκτώς, διότι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί δεν ασκούν επίδραση στη δίκη και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004).

Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί συνδρομής δεδικασμένου, κατά τ-ην έννοια των άρθρων 321 επ.ΚΠολΔ, το οποίο υπάρχει και όταν σε προγενέστερη δίκη, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, κρίθηκε τελεσιδίκως το ίδιο δικαίωμα, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεν αρκεί μόνη η αναφορά ότι στο δικαστήριο της ουσίας προσκομίστηκε με επίκληση τελεσίδικη απόφαση από την οποία, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, παράγεται δεδικασμένο, που επηρεάζει τη νέα δίκη, αλλά πρέπει να αναφέρονται και τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της προηγούμενης δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ.8 και 16 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο και τις εξής αιτιάσεις α)ότι το εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, τον παραδεκτώς ενώπιον αυτού το πρώτο με τις προτάσεις του, λόγω συνδρομής των κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, προταθέντα ισχυρισμό του, ότι από την 2.685/04 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης προέκυπτε δεδικασμένο και για τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (3ος λόγος αναίρεσης) και β) ότι παρά το νόμο δεν δέχτηκε ότι προκύπτει δεδικασμένο από την άνω, τελεσίδικη δικαστική απόφαση (5ος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και των προτάσεων αυτού ενώπιον του εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτόςδεν προέβαλε ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΙΊολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα παρά το νόμο ληφθέντα ή μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, διότι μη νόμιμοι , απαράδεκτοι και μη εξετασθέντες από το δικαστήριο ισχυρισμοί, δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ.

ΙΙ ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο και τις εξής αιτιάσεις:α) ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις 2685/2004 και 575/2004 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως και τις οποίες αν ελάμβανε υπόψη δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η φερομένη ως υπογραφή της ανακόπτουσας ως τριτεγγυήτριας, στις συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής δεν ήταν πλαστή β)ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανακληθείσα από αυτόν εξώδικη ομολογία του , ότι η ανακόπτουσα είχε τριτεγγυηθεί υπέρ αυτού ως εκδότη και όχι του αποδέκτη των συναλλαγματικών και γ)ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία της ανακόπτουσας στην από 17.6.1999 ανακοπή της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς το παραπάνω υπό στοιχείο α' σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το εφετείο δέχτηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η τριτεγγύηση της ανακόπτουσας επί των συναλλαγματικών με βάση τις οποίες εκδόθηκε μετ' αίτηση του αναιρεσείοντος η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δόθηκε υπέρ του εκδότη αυτών αναιρεσείοντος, χωρίς να ερευνήσει τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας, λόγο ανακοπής, ότι η υπογραφή της ως τριτεγγυήτριας των συναλλαγματικών ήταν πλαστή.

Ως αβάσιμοι επίσης είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός και ως προς τα παραπάνω υπό στοιχεία β' και γ' σκέλη του, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής , ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν επανέφερε στο εφετείο ισχυρισμό με λόγο έφεσης, ότι ανακάλεσε την ομολογία του ότι η ανακόπτουσα είχε τριτεγγυηθεί τις συναλλαγματικές υπέρ αυτού, ούτε προέβαλε ισχυρισμό ότι η ανακόπτουσα και τότε εφεσίβλητη ομολόγησε σε άλλη δίκη ότι αυτή είχε τριτεγγυηθεί υπέρ του αποδέκτη των συναλλαγματικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 274/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.1 70)

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ