Legislator Case Law & Legislation
1403/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on abuse of right claim, overturning lower court's dismissal of lawyers' fee demand.

Case Number 1403/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision to dismiss an appeal regarding a claim for legal fees. The appellant, a paper company, had instructed lawyers to challenge social security contributions, which were subsequently abolished by new legislation. The lawyers argued they were entitled to additional fees for the litigation, despite having received a large sum previously. The court held that the lower court erred in rejecting the claim of abuse of right, as the lawyers' conduct created a justified belief that no further claims existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The court established that a claim for legal fees constitutes an abuse of right when it stems from the refusal to pay a previously agreed additional fee for litigation that was subsequently rendered unnecessary by legislative changes.

Keywords

AI generated
abuse of right legal fees litigation necessity legislative abolition contractual agreement civil procedure appeal justified belief

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 34(4) of Law 2873/2000

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary Session 7/2005
Supreme Court General Assembly 8/1997
Supreme Court General Assembly 45/1996
Supreme Court General Assembly 6/1985
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1403 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1403/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία «ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ... και 2..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρηστοπαντελή Παυλάτο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Νοεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 31/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1101/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν ο δικαστής εφάρμοσε μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου ή προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική της αληθινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, και τα ακόλουθα :

Το Φεβρουάριο του έτους 2000 η εναγομένη – αναιρεσείουσα, που είναι επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας χάρτου, έδωσε εντολή στους ενάγοντες – αναιρεσίβλητους δικηγόρους Αθηνών, να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την αμετάκλητη δικαστική διεκπεραίωση υπόθεσής της κατά του ΙΚΑ και του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό α)να κηρυχθούν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του νόμου (άρθρ. 2 παρ. 3 περ.

δ του ν. 6071/1934, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 21166/1993), που επιβάλλουν κοινωνικό πόρο υπέρ του ΙΚΑ εισφορές ποσοστών 2% και 0,80% επί των πωλήσεων χάρτου όλων των ελληνικών χαρτοβιομηχανιών και β) να αναζητηθούν οι σχετικές εισφορές που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο ΙΚΑ κατά τα έτη 1995-2000. Η αναιρεσείουσα ομολογεί ρητά με τις πρωτόδικες προτάσεις της τη σχέση εντολής μεταξύ αυτής και των δύο εναγόντων, με την οποία οι τελευταίοι ανέλαβαν από κοινού τη δικαστική διεκπεραίωση της προαναφερόμενης διαφοράς.

Ως αμοιβή για τις δικηγορικές υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων συμφωνήθηκε α) το ποσό των 250.000 δρχ. (καθαρό), το οποίο ήταν καταβλητέο κατά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (για κάλυψη αμοιβής σύνταξης και κατάθεσης δικογράφων και για παραστάσεις ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων των Αθηνών όλων των βαθμών) και το οποίο καταβλήθηκε, όπως είχε συμφωνηθεί από την αναιρεσείουσα, β) το ποσό των 1.500.000 δρχ.

που ήταν καταβλητέο(επί πλέον του ποσού των 250.000 δρχ.) μέσα σε ένα μήνα από την έκδοση σχετικής αμετάκλητης απόφασης και μόνον εφόσον κρίνονταν οι σχετικές διατάξεις επιβολής των παραπάνω εισφορών υπέρ του ΙΚΑ ως αντισυνταγματικές και απαλλάσσονταν εφεξής η εντολίδα από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών ακόμη και με κατάργηση ή τροποποίηση του νόμου, η οποία θα επιδιωκόταν και γ) το ποσό 1.000.000 δρχ., το οποίο θα οφειλόταν (επί πλέον της αμοιβής των 250.000 δρχ.) σε περίπτωση αρνητικής απόφασης των Ελληνικών Δικαστηρίων και εφόσον η υπόθεση εισαγόταν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης στο δικαστήριο αυτό και το οποίο θα καταβαλόταν με τη λήψη της σχετικής εντολής.

Σε εκτέλεση της σχετικής εντολής ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνέταξε στο όνομα της αναιρεσείουσας ( και όλων των λοιπών οκτώ επίσης εντολίδων χαρτοβιομηχανιών) και κατέθεσε την από 25-6-2000 αίτηση αυτών προς το ΙΚΑ με αίτημα την επιστροφή ως αχρεωστήτων των εισφορών που είχαν καταβληθεί κατά τα έτη 1995-2000, η οποία απορρίφθηκε από το ΙΚΑ.

Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι συνέταξαν στο όνομα της αναιρεσείουσας (και των λοιπών εντολίδων) και κατέθεσαν α)ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-10-2000 αγωγή – προσφυγή κατά του ΙΚΑ με αίτημα, μεταξύ άλλων, την καταδίκη του ΙΚΑ σε απόδοση των εισφορών που κατέβαλαν οι ενάγουσες – προσφεύγουσες κατά τα έτη 1995-2000 και β) ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-12-2000 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει σε καθεμία ενάγουσα το ειδικότερο ποσό που αναφέρεται σ' αυτή, ως αποζημίωση (αποκατάσταση της ζημίας τους από την καταβολή των εισφορών στο ΙΚΑ) λόγω παράνομης πράξης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτά δημόσιας εξουσίας (έκδοσης αντισυνταγματικού νόμου).

Στις 28-12-2000 καταργήθηκαν οι επίμαχες εισφορές με το άρθρο 34 παρ. 44 του ν. 2873/2000 και οι αναιρεσίβλητοι, θεωρώντας ότι πληρώθηκαν οι όροι καταβολής της προαναφερόμενης πρόσθετης αμοιβής των 1.500.000 δρχ., με την από 27-3-2001 αίτησή τους ζήτησαν το ποσό αυτό από την αναιρεσείουσα, ενώ ίσο ποσό ζήτησαν και από κάθε μία από τις λοιπές εντολίδες τους.

Οι τελευταίες απέκρουσαν το αίτημα, πράγμα που οδήγησε στη διακοπή της συνεργασίας τους με τους αναιρεσίβλητους. Κατόπιν αυτών οι τελευταίοι άσκησαν την από (ένδικη) 23-11-2001 αγωγή κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να τους καταβάλει σε ολόκληρο, άλλως διαιρετά, το ποσό των 110.347, 343 ευρώ (ισόποσο 37.600.857 δρχ.) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως ελάχιστη αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση της παραπάνω (από 11-12-2000) αγωγής της αναιρεσείουσας (και των λοιπών εντολίδων τους) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία αμοιβή οι ενάγοντες υπολόγισαν βάσει του άρθρου 100 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 1.880.042.876 δρχ., στο οποίο ανερχόταν η σχετική απαίτηση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για α) υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής των αναιρεσιβλήτων με βάση το άρθρο 152 του Κ.Δ., β)εγκυρότητα της γενόμενης μετά την άσκηση της ανωτέρω αγωγής αναγνώρισης και επιβεβαίωσης των σχετικών με την αμοιβή τους ρυθμίσεων του συμφωνητικού και γ) καταχρηστική άσκηση από τους αναιρεσίβλητους της ένδικης αξιώσεως (Α.Κ. 281), κατέληξε ότι η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή των αναιρεσιβλήτων για τη σύνταξη και κατάθεση της από 11-12-2000 αγωγής καθορίζεται βάσει του άρθρου 100 παρ. 1 του Κ.Δ.

και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε καταρχάς, α) τις διατάξεις των άρθρων 100 και 152 του Κ.Δ., διότι γίνεται ήδη δεκτό ότι με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 του Ν. 4507/1966 και 8 του Ν. 980/1979 καταργήθηκε σιωπηρά το άρθρο 152 του Κ.Δ., ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων ενέργειες και εφαρμόζονται γι' αυτές οι διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του Κ.Δ. (Ολ.ΑΠ 7/2005) και β) τις διατάξεις των άρθρων 91 και 92 του Κ.Δ., διότι δέχθηκε ότι δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση η αμοιβή των δικηγόρων να είναι κατώτερη από τα προβλεπόμενα στον Κ.Δ. κατώτατα όρια, αφού η συμφωνία για μικρότερη αμοιβή του δικηγόρου είναι άκυρη και στην περίπτωση ακόμη που έγινε ή επιβεβαιώθηκε μετά την εκτέλεση των εργασιών που του ανατέθηκαν, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κ.Δ., όπως τα εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980.

Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. , τρίτος και τέταρτος (β΄σκέλος) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο τέταρτος (α΄ σκέλος), από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητοι που ζήτησαν με την από 27-3-2001 αίτησή τους την συμφωνηθείσα αμοιβή τους, μετά την νομοθετική κατάργηση των επίμαχων εισφορών, αναγνώρισαν και επιβεβαίωσαν την εγκυρότητα των γενόμενων με το προαναφερόμενο συμφωνητικό ρυθμίσεων και συνεπώς η ως άνω επιβεβαιωτική συμφωνία, αφού έγινε μετά την σύνταξη της ως άνω από 11-12-2000 αγωγής είναι έγκυρη και ισχυρή, έστω και αν η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι μικρότερη από την προβλεπόμενη στον Κώδικα Δικηγόρων.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως και αν ακόμη δεν λήφθηκε υπόψη, ήταν, όπως εκτέθηκε, μη νόμιμος και δεν ασκούσε γι' αυτό επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

2. Επειδή, με τον πρώτο, από το άρθρο559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι α) η συμφωνία που εξαρτά την καταβολή αμοιβής από τη θέσπιση νομοθετικής ρύθμισης που θα επιδίωκαν οι αναιρεσίβλητοι αντίκειται προδήλως στα χρηστά ήθη και ουδέν συνεπάγεται αποτέλεσμα (άρθρ. 1 παρ. 1 εδ.

γ΄ του ν. 5227/1931 «περί μεσαζόντων») και β) η επελθούσα νομοθετική μεταβολή, με την οποία καταργήθηκε η εισφορά υπέρ του ΙΚΑ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε ενέργειες των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς, εφόσον η αίρεση υπό την οποία τελούσε η καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής τους ήταν παράνομη και πάντως αδύνατη, η μετ' αυτών σύμβαση εντολής ήταν άκυρη (ΑΚ 208).

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης δεν ασκεί έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη δίκη, αφού οι ενάγοντες δεν ζητούν την πρόσθετη αμοιβή των 1.500.000 δραχμών, αλλά την προβλεπόμενη ελάχιστη νόμιμη αμοιβή τους για τη σύνταξη και κατάθεση της από 11-12-2000 αγωγής, την περί της οποίας εντολή έκρινε έγκυρη.

Επομένως έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ως άνευ επιρροής. Περαιτέρω ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας που έγινε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περί της σχέσης εντολής μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων, καίτοι παρόμοια ομολογία δεν είχε γίνει εκ μέρους της, είναι αβάσιμος.

Καθόσον, από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο με επίκληση δικόγραφο των από 10-12-2002 πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, το οποίο ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή με τις προτάσεις της εκείνες δεν αμφισβήτησε την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εντολής, αλλά το κύρος αυτής, ενόψει της εξαρτήσεως της πρόσθετης αμοιβής των 1.500.000 δραχμών από παράνομη ή αδύνατη αίρεση.

Η προταθείσα ακυρότητα, άρα, αφορούσε μόνο τη συμφωνία για την καταβολή της πρόσθετης αμοιβής και δεν επηρέαζε το κύρος της εντολής για την εκτέλεση δικαστικών ενεργειών. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.

3. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση τούτου να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 19/1998, 17/1995). Εξάλλου η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή των προβλεπόμενων στον Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) ελάχιστων ορίων αμοιβής.

Στην κρινόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των αντιδίκων της και ισχυρίστηκε ειδικότερα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με λόγο της εφέσεώς της, κατ' εκτίμηση των σχετικών ισχυρισμών της, τα εξής : Οι αναιρεσίβλητοι που είχαν συμφωνήσει να λάβουν ως αμοιβή για την σύνταξη δικογράφων κ.λ.π.

ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων το αναφερόμενο στο από 15-2-2000 συμφωνητικό ποσό και είχαν εισπράξει από τότε το ποσό αυτό, μετά την κατάργηση των επίμαχων εισφορών με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2873/2000 ζήτησαν επανειλημμένως με τις από 16-1-2001, 27-3-2001 και 8-10-2001 επιστολές τους προς την αναιρεσείουσα και τις συμβαλλόμενες στο ως άνω συμφωνητικό λοιπές χαρτοβιομηχανίες, την καταβολή από κάθε μία της πρόσθετης αμοιβής των 1.500.000 δραχμών, που είχε συνομολογηθεί για την περίπτωση επιλύσεως της διαφοράς, είτε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, είτε με την θέσπιση νέας νομοθετικής ρυθμίσεως που θα επιδίωκαν, και συγκεκριμενοποίησαν έτσι τις αξιώσεις τους μετά την παραπάνω νομοθετική ρύθμιση μόνο στο προβλεπόμενο από το συμφωνητικό ανωτέρω ποσό της πρόσθετης αμοιβής.

Με την συμπεριφορά τους αυτή οι αναιρεσίβλητοι δημιούργησαν στην αναιρεσείουσα την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι είχαν εξοφληθεί και δεν είχαν άλλη αξίωση για την σύνταξη και κατάθεση της από 11-12-2000 αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εφόσον μάλιστα το ποσό της αμοιβής που εισέπραξαν ήταν πολύ μεγαλύτερο από τα ελάχιστα όρια αμοιβής του άρθρου 152 του Κ.Δ., το οποίο πίστευαν ότι είχε εφαρμογή, σύμφωνα με την ισχύουσα μέχρι τότε πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (Ολ.

ΑΠ 8/1997, 45/1996, 6/1985). Μετά όμως την άρνηση της αναιρεσείουσας και των λοιπών χαρτοβιομηχανιών να τους καταβάλουν και αμοιβή που δεν εδικαιούντο για τη νομοθετική κατάργηση των εισφορών, οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι την ακυρότητα των συμφωνιών που οι ίδιοι επιδίωξαν να καταρτίσουν και στις οποίες στήριξαν τις εξώδικες απαιτήσεις τους(πληρωμή της πρόσθετης αμοιβής), ζήτησαν με την ένδικη αγωγή να τους επιδικασθεί η νόμιμη αμοιβή για την σύνταξη και κατάθεση της πιο πάνω αγωγής, δηλαδή για εργασίες που είχαν αναγνωρίσει ότι εξωφλήθηκαν.

Η αξίωσή τους αυτή – που στηρίζεται ήδη στην πρόσφατη μεταστροφή της νομολογίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 7/2005) – αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 281 του Α.Κ. και είναι καταχρηστική, πολύ περισσότερο γιατί είναι απότοκος της αρνήσεως της αναιρεσείουσας να τους καταβάλει την προαναφερόμενη πρόσθετη αμοιβή.

Οι παραπάνω πραγματικοί ισχυρισμοί στήριζαν επαρκώς την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, την οποία έτσι απέρριψε ως μη νόμιμη, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ..

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την εν λόγω ένσταση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1101/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ