Legislator Case Law & Legislation
1402/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments not raised before lower court.

Case Number 1402/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the casino company's appeal against a labor court decision regarding an employee's dismissal. The appellant argued the lower court failed to declare the lawsuit inadmissible due to vagueness and procedural violations, but the court found these grounds were too vague and not properly raised before the second instance. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the casino was ordered to pay the employee's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562, 562(2), 562(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and not raised before the court of first instance, unless it concerns public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds procedural defect public order exception labor dispute dismissal appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1402 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1402/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΖΙΝΟ ΡΟΔΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δήμα, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 12-2-2021.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Χατζάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε κατέθεσε προτάσεις στις 12-2-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6-6-2017 αίτησή της, κατά τη δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 376/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό 376/22-11-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 6-6-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/7-7-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 58/16-3-2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Η αίτηση είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 26-11-2019, αλλά η συζήτησή της κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 260 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Μετά από αυτό η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2020 κλήση της επέσπευσε νόμιμα (άρθρα 573 παράγραφος 1, 230 και 568 παράγραφος 2, 3 και 4 ΚΠολΔ) νέα συζήτηση της αναίρεσης η οποία ορίσθηκε να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 9-2-2021.

Οι διάδικοι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο είχαν εκπροσωπηθεί νόμιμα από τους πληρεξουσίους Δικηγόρους τους και είχαν καταθέσει προτάσεις. Η έκδοση όμως απόφασης δεν κατέστη τελικά δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, η οποία ήδη συνταξιοδοτήθηκε, με συνέπεια η υπόθεση να συζητηθεί εκ νέου κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της, ενώ ο αναιρεσίβλητος παρέστη με δήλωση της πληρεξουσίας του Δικηγόρου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 242 παράγραφος 2 εδάφιο β ΚΠολΔ).

Η σημερινή δικάσιμος αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ).

2. Με την από 6-9-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/7-7-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 58/16-3-2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) επί της από 19-12-2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 150/22-12-2014 έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 181/19-11-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - και, συγκεκριμένα, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επομένη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης, γεγονός, το οποίο, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος, έλαβε χώρα στις 7-6-2017 (άρθρα 573 παρ. 1 και 261 του 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 1 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).

3. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων, Ι. Β. του Ν., κάτοικος ..., στην από 26-2-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67/26-2-2013 αγωγή του - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και έστρεψε κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΖΙΝΟ ΡΟΔΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έδρα τη Ρόδο - είχε εκθέσει τα εξής:

Ότι στις 8-2-1999 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από τότε παρείχε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του. Ότι η εναγομένη στις 3-11-2012 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους για οικονομοτεχνικούς λόγους. Ότι η απόλυσή του αυτή ήταν άκυρη, επειδή δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του τα αντικειμενικά ( υπηρεσιακά και κοινωνικοοικονομικά) κριτήρια τα οποία θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν.

Ότι μετά από αυτό η εναγομένη κατέστη υπερήμερη και συνεπώς οφείλει να καταβάλει σε αυτόν όλες τις νόμιμες αποδοχές που συνδέονται με την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, όπως ειδικότερα επικαλέσθηκε στην αγωγή. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής του και να υποχρεωθεί η εναγομένη α) να αποδεχθεί την εργασία του με τους ίδιους όρους και στην ίδια θέση που ίσχυαν, πριν απολυθεί, με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση που δεν θα συμμορφωνόταν με το διατακτικό της απόφασης και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα συνολικό ποσό 34.800 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-12-2012 έως και 31-1-2014 λόγω άκυρης απόλυσής του, ποσό 2.900 Ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων έτους 2013, ποσό 1.450 Ευρώ ως δώρο Πάσχα έτους 2013 και ποσό 1.450 Ευρώ ως επίδομα άδειας για το έτος 2013.

Η εναγομένη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, προέβαλε την ένσταση ότι ο ενάγων είχε παράσχει την εργασία του σε τρίτο εργοδότη με συνέπεια να πρέπει να αφαιρεθεί από τις αποδοχές υπερημερίας τις οποίες όφειλε ενδεχομένως σε αυτόν, η ωφέλεια που είχε αποκομίσει από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη ("ένσταση των αλλαχού κερδηθέντων", άρθρα 656 παράγραφος 2 εδάφιο β ΑΚ, 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 181/19-11-2014 οριστική απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, απέρριψε την ένσταση που προαναφέρθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη, επειδή είχε απολύσει ακύρως τον ενάγοντα από την εργασία του, να καταβάλει σε αυτόν για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν συνολικό ποσό 46.100 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού γινόταν απαιτητό.

Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 19-12-2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 150/22-12-2014 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και έστρεψε κατά του ενάγοντος - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή του εφεσιβλήτου-ενάγοντος εναντίον της.

Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 58/16-3-2017 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση - που είχε ασκήσει η εναγομένη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - επειδή έκρινε ότι η ένσταση που είχε προβάλει η εκκαλούσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και επανέφερε συμπληρωμένη ως προς τα στοιχεία του ορισμένου της με ειδικό λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 591 παράγραφος 1, 527, 269, 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ και 656 παράγραφος 2 ΑΚ) ήταν παραδεκτή.

Μετά από αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή με την παραδοχή ότι η ένσταση που είχε προβάλει η εκκαλούσα-εναγομένη είχε αποδειχθεί ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της και επιδίκασε στη συνέχεια στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης ποσού 42.607 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού γινόταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε, ειδικότερα, τα εξής: "(...): Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη στις 8.2.1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του Επιθεωρητή "Insperctor" και με ειδικότερα καθήκοντα εκείνα που αναφέρονται στους γενικούς όρους του "Κανονισμού Εργασίας Καζίνο Ρόδου".

Ακολούθως, με την από 9.5.1999 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η αρχική σύμβαση εργασίας του ενάγοντας μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ενώ στην εκάστοτε ανανέωση της σύμβασης εργασίας του, αναγνωρίζονταν ως ημερομηνία πρόσληψης του η αρχική (8.2.1999). Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση διεξαγωγής τυχερών παιγνίων της εναγομένης, που εδρεύει στη Ρόδο, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με οκτάωρο ημερησίως, με την ιδιότητα του Επιθεωρητή "Inspector" δηλαδή του υπαλλήλου που επόπτευε την ορθή διεξαγωγή των παιγνίων.

Σύμφωνα με τη βαθμολογική και ιεραρχική εξέλιξη του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της εναγομένης, ο ενάγων προήχθη την 1.5.2001 στο βαθμό του "Assistant Pit Boss" και την 1.6.2001 στο βαθμό του "Pit Boss". Ακολούθως, την 1.9.2010 προήχθη στο βαθμό του Αναπληρωτή Διευθυντή Βάρδιας (Acting Shift Manager) και την 4.2010 στο βαθμό του Διευθυντή Βάρδιας Επιτραπέζιων Παιγνίων (Table Shift Manager), ενώ οι αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 2.900 ευρώ μηνιαίως.

Η εναγομένη την 30.11.2012 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, με τη συμφωνία να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ποσού 30.450, σε δόσεις. Στην ενέργεια αυτή προέβη η εναγομένη, καθόσον κατά τα τελευταία έτη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με εμφανή πτωτική τάση στα κέρδη της.

Όπως προκύπτει δε από τους προσκομιζόμενους ισολογισμούς, οι χρήσεις των ετών 2011 και 2012 υπήρξαν ζημιογόνες γι' αυτήν με ζημίες άνω του 1.000.000 ευρώ. Οι καταβολές των μισθών μάλιστα γίνονταν τμηματικά, γεγονός που υποδηλώνει προβλήματα ρευστότητας της επιχείρησης. Η εναγομένη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε, ήλθε σε διαπραγματεύσεις με το σωματείο των εργαζομένων και πέτυχε συμφωνίες για μείωση των επιδομάτων προϋπηρεσίας σε ποσοστό 20% το έτος 2010 και για μείωση των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων σε ποσοστό 10% το έτος 2011.

Ο ενάγων περιελήφθη στα πρόσωπα, των οποίων ο μισθός μειώθηκε, με αποτέλεσμα οι μηνιαίες αποδοχές του μετά την 1.4.2012 και μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του να ανέρχονται στο ποσό των 2.600 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από 1.4.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων.

Η συγκεκριμένη συμφωνία είχε περιορισμένη χρονική ισχύ και συγκεκριμένα προβλέφθηκε ότι από την 31.12.2012 και εντεύθεν θα καταβάλλονταν στον ενάγοντα οι προηγούμενες αποδοχές του. Επιπλέον, η εναγομένη προέβη σε αναδιάρθρωση των θέσεων των εργαζομένων και σε μείωση του αριθμού τους, με αποτέλεσμα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2012 μέχρι το Φεβρουάριο 2013 να αποχωρήσουν οικειοθελώς περίπου 17 άτομα και να απολυθεί σταδιακά μεγάλος αριθμός εργαζομένων από όλα τα τμήματα της επιχείρησης.

Μεταξύ των απολυθέντων περιλαμβάνεται και ο ενάγων, η απόλυση του οποίου οφείλεται, κατά τα ανωτέρω, σε οικονομικοτεχνικούς λόγους.

Περαιτέρω, σε σχέση με την ορθή ή μη επιλογή της εναγομένης προς απόλυση του ενάγοντας, από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων, κατά το χρόνο της απολύσεώς του (30.11.2012) ήταν ηλικίας 45 ετών (γεννήθηκε το έτος 1967), έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, ηλικίας 11 ετών, ενώ ήταν ιδιοκτήτης κατοικίας επιβαρυμένης με στεγαστικό δάνειο, εστερείτο δε άλλης περιουσίας και εσόδων.

Κατά το χρόνο απολύσεώς του, στο ίδιο τμήμα επιτραπέζιων παιγνίων, συγχρόνως με αυτόν και με την ίδια ειδικότητα, ήτοι του διευθυντού βάρδιας, εργάζονταν στην εναγομένη οι Γ. Λ. και Α. Α. Εξ αυτών, ο μεν Γ. Λ. είναι έγγαμος, ηλικίας 43 ετών, πατέρας δύο παιδιών, 2 και 5 ετών αντίστοιχα, έχει την ίδια προϋπηρεσία στην επιχείρηση της εναγομένης με αυτήν του ενάγοντας και επιπλέον έχει την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης του Σωματείου των εργαζομένων.

Ο δε Α. Α. είναι έγγαμος, ηλικίας 40 ετών, άτεκνος κατά το χρόνο καταγγελίας, προσελήφθη από την εναγομένη το ίδιο έτος, κατά το οποίο προσελήφθη και ο ενάγων (1999), αλλά η απασχόλησή του σ' αυτήν δεν ήταν συνεχής και αδιάκοπη, αφού αποχώρησε για να εργασθεί στο εξωτερικό και επανήλθε μετά από απουσία 1-2 ετών.

Η απόδοση του ενάγοντας στην εργασία του ήταν εξίσου ικανοποιητική με τους παραπάνω εργαζομένους, που διατηρήθηκαν στην εργασία τους, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε μειωμένη απόδοσή του. Το ότι ο ως άνω Α. Α. προήχθη μετά το χρόνο της απόλυσης του ενάγοντος, συγκεκριμένα τον Ιούλιο 2014, στο βαθμό του Διευθυντή Επιτραπέζιων Παιγνίων, δεν οδηγεί αναγκαίως στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων υστερούσε ως προς αυτόν στις δεξιότητες.

Αντιθέτως, το γεγονός ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα συνεργασίας του με την εναγομένη προήχθη τέσσερις φορές, καταδεικνύει ότι η εργοδότριά του είχε διακρίνει τις ικανότητες και την επάρκειά του. Με τα δεδομένα αυτά, η απόλυση του ενάγοντος δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγομένη έπρεπε, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα υπηρεσιακά (αρχαιότητα - εμπειρία - απόδοση) και κοινωνικά κριτήρια (οικογενειακή και οικονομική κατάσταση) υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για τον ενάγοντα έναντι των άλλων εργαζομένων -και δεδομένου ότι η απόλυση του Γ.

Λ. θα ήταν δυσχερέστερη λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης και λόγω των οικογενειακών του υποχρεώσεων αφού ήταν πατέρας δυο παιδιών- να καταλήξει στην επιλογή προς απόλυση, αντί του ενάγοντας, του Α. Α. που διατηρήθηκε, ως προς τον οποίο το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές και η πρόσληψή του από άλλον εργοδότη, ενόψει και της ηλικίας του, ευχερέστερη.

Ειδικότερα, ο ενάγων ήταν μεγαλύτερης ηλικίας του ως άνω εργαζομένου και είχε περισσότερα οικονομικά βάρη, ως πατέρας ανηλίκου τέκνου, ενώ η αρχαιότητά του, η οποία ήταν 13 ετών σε αντίθεση με τον παραπάνω που είχε μικρότερη προϋπηρεσία κατά 1-2 έτη, όπως προεκτέθηκε, θεμελιώνει και ενισχύει το "δικαίωμα στη θέση εργασίας", στην προστασία και διαφύλαξη του οποίου, ως μέσου βιοπορισμού και αναπτύξεως της επαγγελματικής και προσωπικής υποστάσεως του μισθωτού, στοχεύουν τόσο οι νομοθετικοί όσο και οι νομολογιακοί περιορισμοί της καταγγελίας.

Συνακόλουθα, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντας έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, όπως ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα την ακυρότητα αυτής (...).". 4.α. Η διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται (...) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (...) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (...).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση (...) ουσιαστικού (...) δικαιώματος που ασκήθηκε (...) ως επιθετικό (...) μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής [...]. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 9/2023). Ο αναιρετικός επομένως αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν προβάλλονται νομικώς αδιάφοροι ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 163/1994).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο ήταν άκυρη ως καταχρηστική, διότι έλαβε υπόψη του ως κρίσιμο κριτήριο για να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προβεί σε ορθή επιλογή του απολυτέου την αποδοτικότητα του αναιρεσιβλήτου και των συγκρινομένων υπαλλήλων της στην εργασία τους, μολονότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεσθεί το στοιχείο αυτό για να θεμελιώσει την ιστορική βάση της από 26-2-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67/26-2-2013 αγωγής του εναντίον της.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή από το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής - την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να ελέγξει τον οικείο λόγο αναίρεσης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) - προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε ρητά επικαλεσθεί στην αγωγή του ότι ήταν ικανός υπάλληλος και ότι προσέφερε με ζήλο και υπευθυνότητα τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ακόμη και πέρα από το νόμιμο ωράριό του.

Ο αναιρεσίβλητος επομένως είχε επικαλεσθεί με σαφήνεια την αποδοτικότητα στην εργασία του ως κριτήριο το οποίο έπρεπε να λάβει υπόψη η αναιρεσείουσα κατά τη διαδικασία επιλογής του προσώπου που έπρεπε να απολυθεί από την επιχείρησή της. Ο αναιρεσίβλητος εξάλλου δεν απαιτείτο να αναφέρει στην αγωγή του στοιχεία για την αποδοτικότητα των λοιπών προς σύγκριση συναδέλφων του, διότι τέτοιο βάρος είχε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία ως απάντηση στην αγωγή μπορούσε να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι οι προς σύγκριση υπάλληλοί της που παρέμειναν στην εργασία τους ήταν αποδοτικότεροι από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, επομένως, υστερούσε έναντί τους ως προς την απόδοση στην εργασία του. 4β.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται σε αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν όσα εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Ολ.ΑΠ.2/2022, ΟλΑΠ 2/2019).

Οι επιχειρηματικές αποφάσεις, εξάλλου, του εργοδότη που έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση των εργαζομένων δεν ελέγχονται καθαυτές από τα δικαστήρια. Η καταγγελία όμως των συμβάσεων εργασίας ως ενδεχόμενη συνέπεια της εφαρμογής των αποφάσεων αυτών υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει δύο στάδια και, συγκεκριμένα, πρώτον, αν πρέπει να γίνουν απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους και, δεύτερον, ποιος υπάλληλος θα απολυθεί.

Αν πράγματι πρέπει να γίνουν απολύσεις προσωπικού για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ακολουθεί ο έλεγχος της ορθής επιλογής του προσώπου ή των προσώπων που πρέπει να απολυθούν από τον εργοδότη. Η επιλογή του απολυτέου γίνεται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται από το άρθρο 281 ΑΚ. Η επιλογή, συγκεκριμένα, γίνεται αρχικά μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια εκμετάλλευση και είναι συγκρίσιμοι μεταξύ τους.

Συγκρίσιμοι είναι οι εργαζόμενοι τους οποίους ο υπό απόλυση υπάλληλος μπορεί να αντικαταστήσει στην άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς να τροποποιηθεί για το σκοπό αυτό η σύμβαση εργασίας του. Οι εργαζόμενοι επομένως που απασχολούνται σε θέσεις εργασίας που βρίσκονται σε διαφορετική βαθμίδα της υπαλληλικής ιεραρχίας δεν είναι συγκρίσιμοι.

Η επιλογή περαιτέρω μεταξύ των προσώπων που προαναφέρθηκαν θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με αντικειμενικά, υπηρεσιακά και κοινωνικοοικονομικά, κριτήρια. Τα υπηρεσιακά κριτήρια είναι, ενδεικτικά, τα εξής : Η απόδοση του εργαζομένου, η ικανότητά του στην παροχή εργασίας και τα προσόντα του. Αν οι εργαζόμενοι έχουν όμοια απόδοση, ικανότητα και προσόντα, θα συνεκτιμηθούν, ενδεικτικά, η αρχαιότητά τους στην επιχείρηση του εργοδότη, η οικογενειακή και οικονομική τους κατάσταση, η δυνατότητα να εξεύρουν άλλη εργασία, η ηλικία τους κ.λπ..

Ο εργοδότης οφείλει να πληροφορείται με δική του πρωτοβουλία τα κριτήρια για την ορθή επιλογή του απολυτέου. Η αγωγή, τέλος, με την οποία ο εργαζόμενος αιτείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής που έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους για να είναι ορισμένη πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ( άρθρα 591 παράγραφος 1, 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ, 648, 669 παράγραφος 2 και 281 ΑΚ, ΑΠ 1651/2022, ΑΠ 510/2019, ΑΠ 666/2015).

Η ασάφεια, περαιτέρω, της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή η ποσοτική ή η ποιοτική αοριστία, ελέγχεται αναιρετικά σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αν η απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή ή ανεπαρκή για την εξειδίκευση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου γεγονότα που περιέχονταν στην αγωγή.

Ο λόγος όμως αναίρεσης που προαναφέρθηκε είναι ορισμένος, μόνον αν ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τον ισχυρισμό ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή, μολονότι πρόκειται για δικονομικά προνομιακό ισχυρισμό - ο οποίος για το λόγο αυτό εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο - δεν αφορά στη δημόσια τάξη, ώστε να εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 562 παράγραφος 2 γ ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2022).

Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669 παράγραφος 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 281 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, επειδή δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του τα υπηρεσιακά κριτήρια που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόλυσή του από την εργασία του για οικονομοτεχνικούς λόγους σε σύγκριση με τον υπάλληλο που διατήρησε τη θέση εργασίας του, δηλαδή ότι τον απέλυσε κατά τρόπο που υπερέβαινε και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως ειδικότερα επικαλείται στο αναιρετήριο.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο περιέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προβεί σε ορθή επιλογή του προσώπου που έπρεπε να απολυθεί από την επιχείρησή της για οικονομοτεχνικούς λόγους.

Το Μονομελές Εφετείο, ειδικότερα, διαλαμβάνει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος είχε βέβαια ίση υπηρεσιακή απόδοση με άλλον υπάλληλο της αναιρεσείουσας ο οποίος παρέμεινε στην εργασία του, αλλά απασχολείτο στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από συγκεκριμένο, συγκρίσιμο, υπάλληλό της που δεν απολύθηκε, ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από αυτόν, είχε αυξημένες οικονομικές και οικογενειακές υποχρεώσεις σε σύγκριση με το συνάδελφό του που παρέμεινε στην εργασία του και, τέλος, δεν μπορούσε λόγω της ηλικίας του να εξεύρει εύκολα άλλη εργασία σε αντίθεση με τον άλλο εργαζόμενο σε αυτή ο οποίος είχε αυτή τη δυνατότητα, επειδή ήταν νεότερος από τον αναιρεσίβλητο.

Το Μονομελές Εφετείο, δηλαδή, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έπρεπε να απολυθεί, επειδή σε τέτοια περίπτωση θα πληττόταν περισσότερο από την απώλεια της εργασίας του σε σχέση με το συνάδελφό του που παρέμεινε σε αυτή.

Το Μονομελές Εφετείο εξάλλου δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει στην αναιρεσιβαλλομένη για την πληρότητα της αιτιολογίας της και στοιχεία για την αποδοτικότητα στην εργασία τους, διότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος και οι προς σύγκριση συνάδελφοί του ήταν εξίσου αποδοτικοί σε αυτή. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, επιπλέον, ότι η αναιρεσιβαλλομένη, μολονότι στη μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού προτάσσει την ικανότητα, τα προσόντα και την υπηρεσιακή απόδοση των εργαζομένων στην επιχείρηση ως κριτήρια για την ορθή επιλογή του απολυτέου σε περίπτωση απολύσεων για οικονομοτεχνικούς λόγους και περαιτέρω αναφέρει ειδικότερα ότι η αρχαιότητα εμπίπτει στα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία αυτή, στην ελάσσονα πρόταση δέχεται αντίθετα ότι η αρχαιότητα είναι υπηρεσιακό κριτήριο και πρέπει να εκτιμάται κατά προτεραιότητα σε σχέση με τα λοιπά.

Η ειδικότερη αυτή αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης πρέπει να απορριφθεί, επειδή ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για αντίφαση αιτιολογιών θεμελιώνεται μόνον στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού κρίσιμες για το αποδεικτικό της πόρισμα παραδοχές οι οποίες αλληλοαναιρούνται (ΟλΑΠ 9/2016) και όχι στην περίπτωση που περιλαμβάνει αντιφατικές παραδοχές μεταξύ της ελάσσονος και της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού.

Η μείζων μάλιστα πρόταση μπορεί και να παραλειφθεί, χωρίς να δημιουργείται για το λόγο αυτό λόγος αναίρεσης (ΑΠ 684/2021). Η αναιρεσιβαλλομένη συνεπώς απόφαση στην προκειμένη περίπτωση εξειδίκευσε πλήρως την έννοια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, διότι δέχθηκε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ότι η αναιρεσείουσα είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, επειδή δεν είχε προβεί σε ορθή επιλογή του απολυτέου προσώπου από την επιχείρησή της.

Το Μονομελές Εφετείο επομένως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669 παράγραφος 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 281 ΑΚ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.γ.

Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1, 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 669 παράγραφος 2 ΑΚ - και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, επειδή παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Η αναιρεσείουσα, ειδικότερα, εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η από 26-2-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67/26-2-2013 αγωγή - την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της - περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν για να είναι ορισμένη και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, μολονότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτή ότι ήταν αποδοτικότερος σε σύγκριση με άλλους, συγκεκριμένους, συναδέλφους του οι οποίοι είχαν παραμείνει στην εργασία τους και ότι με το δεδομένο αυτό θα έπρεπε να απολυθούν εκείνοι και όχι ο ίδιος από την επιχείρησή της.

Οι λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει ως εκκαλούσα τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου - το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - με την από 19-12-2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 150/22-12-2014 έφεση που είχε ασκήσει ως εναγομένη κατά της υπ' αριθμό 181/19-11-2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Η αναιρεσείουσα έπρεπε να είχε εκθέσει στο δικόγραφο της αναίρεσής της το γεγονός που προαναφέρθηκε, επειδή ο ισχυρισμός για αοριστία και συνεπώς απαράδεκτο της αγωγής ερευνάται βέβαια αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, αλλά δεν αφορά στη δημόσια τάξη για να εμπίπτει για το λόγο αυτό στην εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 562 παράγραφος 3 γ ΚΠολΔ και να προβάλλεται επομένως παραδεκτά ως λόγος αναίρεσης, χωρίς προηγουμένως να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

5. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 παράγραφος 1, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/7-7-2017 αίτηση για αναίρεση κατά της υπ' αριθμό 58/16-3-2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρίσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ