Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of land ownership claim based on adverse possession. Appeal rejected for inadmissible and unfounded grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision rejecting the land ownership claim. The appellant argued the lower court ignored unproposed appeal arguments and improperly considered evidence not formally submitted, but the court found these grounds inadmissible and unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was collected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 566, 567, 568, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be admissible and substantiated by specific grounds; vague complaints regarding unproposed arguments or improperly considered evidence are inadmissible and lead to dismissal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1402 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1402/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Γ. και Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μακρίνα Μωυσιάδου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. του Ι. και Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Λιάρτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 10-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 67/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής που δίκασε ως Εφετείο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 16-1-2016, αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ζητούσε ν'αναγνωριστεί κύριος της περιγραφόμενης επίδικης αγροτικής έκτασης, της οποίας κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος την κατέλαβε, να του την αποδώσει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 91/2018 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Ο εναγόμενος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 87/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, κράτησε την υπόθεση και, αφού δίκασε επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
ΙΙ. Κατα το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, εφόσον δε πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, Α Π 563/2019, 27/1998, ΑΠ 32/1996). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη παραπάνω νομική σκέψη, η επιχειρούμενη από τον αναιρεσείοντα συμπλήρωση των λόγων αναίρεσης με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1, ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Αν το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής, αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 588/2022, ΑΠ 38/2021, ΑΠ 1104/2018).
Περαιτέρω, για την ύπαρξη εθίμου, που αναγνωρίζεται ως κανόνας δικαίου κατά το άρθρο 1 του ΑΚ, απαιτούνται, ως απαραίτητα στοιχεία δημιουργίας αυτού, μακρά και ομοιόμορφη άσκηση καθώς και κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολοκλήρου του κράτους ή τμήματος αυτού είτε των ανηκόντων σε μια τάξη ή επάγγελμα προσώπων για την αναγκαιότητα αυτού ως κανόνα δικαίου (ΑΠ 674/1999), επίκληση δε των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία προκειμένου να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος με αγωγή ή ένσταση σχετικός ισχυρισμός (ΑΠ 1106/2018, Α.Π. 644/2015, Α.Π. 1924/2014, ΑΠ 1045/2008).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ή 560 αριθ.6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 54/2021, ΑΠ 1420/2007). Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura nivit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση.
Για το ορισμένο του λόγου για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το Δικαστήριο της ουσίας (από το άρθρο 559 ή 560 αριθ. 1 του Κ. Πολ.Δ), πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 59/2020, 326/2018). Για δε το ορισμένο του λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ή 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ πρέπει να περιλαμβάνεται στο σχετικό λόγο, η εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή η μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1277/2019, ΑΠ 319/2017).
Επίσης, κατά το άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ..., εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το με αυτή διατυπούμενο απαράδεκτο αποτελεί α) ειδικότερη εκδήλωση της από τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 ΚΠολΔ καθιερούμενης γενικότερης αρχής, κατά την οποία αποκλείεται η πρόταση της ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξης από τον διάδικο, που την έχει ενεργήσει ή από τη συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε η ακυρότητα, β)αφορά διαδικαστικές πράξεις, που κρίθηκαν έγκυρες με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και γ) προϋποθέτει ότι οι πράξεις αυτές έχουν ενεργηθεί από τον αναιρεσείοντα ή τρίτα πρόσωπα, που όμως λειτουργούν στο όνομα αυτού.
Ειδικότερα, στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο δικαστικός επιμελητής, όταν ενεργεί κατ' εντολή του διαδίκου αυτού, (αναιρεσείοντος), η του πληρεξουσίου του (ΟλΑΠ 1548/1979, ΑΠ 1322/2018, ΑΠ 1678/2008, ΑΠ 1667/2006). Από δε την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αοριστία της αγωγής ως λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι λόγοι του οποίου λαμβάνονται υπόψη και χωρίς πρόταση του, γιατί δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, Ολ.ΑΠ 1537/1981, ΑΠ 442/2008, ΑΠ 428/2008, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1162/2004).
Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν μπορεί να προβάλει ως λόγο αναίρεσης την αοριστία της δικής του αγωγής, την οποία ο ίδιος δημιούργησε (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 116/2003). Τέλος, ο από την διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώληση η κατάλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007).
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 981/2020). Δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). "Πράγματα" δε κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση του πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η ερευνά των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 470/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001).
Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 22/2005, ΑΠ 894/2020).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ, νια την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Εξάλλου, σχετική επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αυτοτελών ισχυρισμών και των εγγράφων (Ολ.ΑΠ 9/2000, Ολ.ΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 474/2021, ΑΠ 794/2017, ΑΠ 1509/2014, 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ'έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει και στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο από τη μη νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, έκτος αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 α' έως γ' ΚΠολΔ (ΑΠ 1265/2018).
IV. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ.6 του Κ.Πολ.Δ της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων περί της κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Τούτο δε διότι κατά τα αναφερόμενα, ενώ στην ένδικη αγωγή εξέθετε ότι κατέστη κύριος της επίδικης αγροτικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στο χρόνο χρησικτησίας του και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του και ειδικότερα ότι απέκτησε με άτυπη αγορά το έτος 1996 μείζονα αγροτική έκταση, εντός της οποίας περιλαμβανόταν η επίδικη, από τον Ε.
Δ., ο οποίος, είχε αποκτήσει την μείζονα αυτή έκταση με άτυπη δωρεά το έτος 1986, από τον πατέρα του, ο δε εναγόμενος ενέμετο αυτήν από το 1996, ο άμεσος δικαιοπάροχος του από το 1986 και ο απώτερος από το 1965, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αντιφατικά, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή του ότι απέκτησε το επίδικο με άτυπη δωρεά, με έκτακτη χρησικτησία και με συμβολαιογραφικό τίτλο και ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ασκούσε πράξεις νομής από το 1986.
Τα ως άνω όμως εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως περιεχόμενο της αγωγής, που από προφανή παραδρομή παρεισέφρησαν, δεν απετέλεσαν μέρος της ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων, την οποία κατάρτισε το Εφετείο, δηλαδή των πραγματικών παραδοχών αυτού, που αποτελεί προϋπόθεση της ίδρυσης του λόγου αυτού.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ, ότι απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, ενώ κατά το αιτιολογικό του αξιολόγησε ως ανεπαρκή τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτός (ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων) και επομένως όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη.
Και κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη διότι α)τόσο η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής όσο και η νομική, ελέγχονται από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.1α και 8 αντίστοιχα ή του αριθ.1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και σε καμία περίπτωση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ή τον αριθ. 6 του άρθρ. 560 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον αυτή διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της αγωγής και όχι από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, β) διότι η τυχόν αοριστία της αγωγής που επικαλείται ο αναιρεσείων, θα είχε δημιουργηθεί από πράξη του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ήτοι δική του πράξη.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αιτιάται με το τρίτο σκέλος του πιο πάνω (πρώτου) λόγου αναίρεσης πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων των Ι. Π. και Γ. συζ.Γ. Ζ. και την αξιοπιστία τους. Επίσης, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.1 και 6 του Κ.Πολ.Δ, που συνίσταται στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 166, 369,1033, 1098 Α.Κ.
και 420 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, με το να δεχθεί αφ'ενός μεν ότι: "Περαιτέρω, στο επίμαχο προσύμφωνο, δυνάμει του οποίου ο Ε. Δ. υποσχέθηκε τη μεταβίβαση στον ήδη ενάγοντα - εφεσίβλητο του όλου ακινήτου, ουδέν αναφέρεται περί της έκτασης αυτού (βλ. 7ο στίχο της 2ης σελίδας του προσυμφώνου: "[....] εκτάσεως όσης και αν βρεθεί [....]") ούτε δε αυτό συνοδεύεται από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα" και στη συνέχεια να δεχθεί αντιφατικά και εσφαλμένα νια το προσκομισθέν από αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα ότι "Σημειωτέον ότι ο ενάγων, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, επικαλείται και προσκομίζει περαιτέρω και το, συνημμένο στο αγωγικό δικόγραφο, τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ.
Γ., το οποίο, εντούτοις, συντάχθηκε στις 21.04.2015, ήδη εν μέσω της σχετικής έριδας με τον εναγόμενο αναφορικά, με τα όρια των αγροτεμαχίων που διατείνονται ότι τους ανήκουν, και όχι σε ανύποπτο χρόνο, με την επιπλέον σημείωση ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το τοπογραφικό διάγραμμα, "τα όρια υπεδείχθησαν υπό του ιδιοκτήτου", με αποτέλεσμα να στερείται αξιοπιστίας και αποδεικτικής αξίας".
Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφ' όσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθόσον δεν ασκούσε επ'αυτού πράξεις νομής συνεχώς και αδιαλείπτως επί είκοσι έτη, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Πέραν τούτου δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το αβάσιμο της αγωγής, παρά μόνο οι προαναφερόμενες αποσπασματικές και μεμονωμένες κατά την κρίση του αναιρεσείοντος παραδοχές και δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Απαράδεκτος δε λόγω της αοριστίας του, είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το ν'απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τα ακόλουθα έθιμα 1) ότι σε μέρη στα οποία δεν υπάρχει ρυμοτομική αποτύπωση κατ'εξοχήν ως όρια εκτάσεων τίθενται οι όμοροι ιδιοκτήτες, 2) η εκ των υστέρων σύνταξη συμφωνητικών γίνεται για την κατά κανόνα ανεπιτυχή αντίκρουση ισχυρότερων τίτλων και 3) εν γένει τίτλοι δεν υφίστανται στην περιοχή της ...
και γενικότερα αυτής της περιοχής της …., αλλά με άτυπες δικαιοπραξίες μεταφέρεται η χρησικτησία από γενεά σε γενεά και από πωλητή σε πωλητή. Τούτο δε διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται η αναγκαία επίκληση, για το ορισμένο του ισχυρισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι τα, ως άνω, έθιμα ασκούνται ομοιόμορφα μεταξύ των πολιτών της συγκεκριμένης περιοχής , με κοινή συνείδησή τους ότι ισχύει ως κανόνας δικαίου, αλλά γίνεται απλή αναφορά γενικά και αόριστα ότι τα προαναφερόμενα συνιστούν έθιμα.
Περαιτέρω, με τα τρία πρώτα σκέλη του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμός του α)ότι το επίδικο δεν είναι αυθύπαρκτο και αυτοτελές, αλλά συνιστά μια ενότητα όλου του αγρού που περιγράφει στην αγωγή του, τον οποίο ενέμετο από της αγοράς του και κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, β) ότι οι απώτεροι και άμεσοι δικαιοπάροχοί του ενέμοντο αδιαλείπτως τον εν λόγω ενιαίο αγρό από του έτους 1965, γ)ότι η φυσιομορφία του εδάφους της επίδικης εδαφικής έκτασης ήταν πετρώδης και δεν ήταν εύκολα καλλιεργήσιμη, σε αντίθεση του ισχυρισμού του εναγομένου ότι η συνολική έκταση που αγόρασε, στην οποία περιλαμβανόταν το επίδικο, ήταν καλλιεργημένη και καλλιεργήσιμη.
Ο λόγος αυτός ως προς την υπό στοιχ. γ' αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που αναφέρεται στη σχετική νομική σκέψη, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, οι υπό υπό στοιχ. α' και β' αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπήθηκε κατ'αρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε γιατί δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος- εφεσίβλητου, είναι αγρός, έκτασης 10.829,12 τ.μ., κείμενος στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας ...
της ομώνυμης Δημοτικής Ενότητας του Δήμου ..., που συνορεύει με ιδιοκτησίες Τ., Δ. Σ., Ο., Π. Γ., Β. Γ. και του ήδη εναγομένου, όπως αυτό εμφαίνεται, με τα στοιχεία ..., στο, συνημμένο στην ένδικη αγωγή, από 21.04.2015, τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Γ.. Το εν λόγω ακίνητο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ο οποίος επικαλείται κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, περιήλθε σε αυτόν το έτος 1996, δυνάμει του με αριθμό ...
προσυμφώνου της Συμβολαιογράφου Πολυγύρου Αναστασίας Κουγιώνη - Χατζηπαζαρλή, με άτυπη αγορά από τον Ε. Δ. του Γ., ο οποίος, επίσης, είχε αποκτήσει το επίδικο με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Γ. Δ. και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, ήτοι καλλιεργώντας το από το έτος 1986 με ελαιόδεντρα στο βόρειο τμήμα του, επιβλέποντας αυτό και καίγοντας στο νότιο τμήμα τα κλαδιά.
Έκτοτε (1996), όπως ιστορεί ο ίδιος στο ένδικο δικόγραφο του, ασκεί όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. Ειδικότερα, το καλλιεργούσε με ελαιόδεντρα, το επέβλεπε από καταπατήσεις τρίτων, έκαιγε εντός του χέρσου και βραχώδους νότιου τμήματος αυτού -ήδη επιδίκου- τα κλαδιά των ελαιόδεντρων, μέχρι την κατάληψη του τμήματος αυτού - έκτασης 1.199,12 τ.μ.- περί το έτος 2013 από τον εναγόμενο, ο οποίος με σκαπτικό μηχάνημα εκρίζωσε τον επιφανειακό βράχο και φύτεψε επ'αυτού ελαιόδεντρα.
Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του, επικαλείται, μεταξύ άλλων, τις προρρηθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Π., αμειβόμενου από τον ενάγοντα αγρότη για τη φροντίδα του εν λόγω αγροτεμαχίου, και Γ. συζύγου Γ. Ζ., μητέρας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, οι οποίοι - πέραν του ελέγχου της αξιοπιστίας τους λόγω της στενής σχέσης, εργασιακής και συγγενικής, αντίστοιχα - επαναλαμβάνουν κατ' ουσίαν πιστά το περιεχόμενο του ένδικου αγωγικού δικογράφου, από δε τις καταθέσεις τους δεν δύναται να αποδειχθούν η ακριβής θέση, έκταση και τα όρια του επιδίκου (σημειωτέον, μάλιστα, ότι ο Ι.
Π. προσελήφθη το έτος 2004 από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο και, ως εκ τούτου, η δική του ένορκη κατάθεση δεν μπορεί να καλύψει το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1996 έως το έτος 2004), για την απόδειξη των οποίων απαιτείται η επίκληση και προσκόμιση τοπογραφικών διαγραμμάτων, τεχνικών εκθέσεων φωτοερμηνείας κλπ, λόγω της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου και της ακρίβειας που απαιτείται.
Εξάλλου, και οι ίδιοι, ως άνω, μάρτυρες καταθέτουν ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ουσιαστικά διαφέρει από την υπόλοιπη έκταση του ακινήτου που ο ενάγων διατείνεται ότι έχει στην κυριότητά του, καθόσον αυτό περιέχει συνεχόμενη επιφανειακή βραχώδη επιφάνεια και είναι κατηφορικό και άγονο. Περαιτέρω, στο επίμαχο προσύμφωνο, δυνάμει του οποίου ο Ε.
Δ. υποσχέθηκε τη μεταβίβαση στον ήδη ενάγοντα - εφεσίβλητο του όλου ακινήτου, ουδέν αναφέρεται περί της έκτασης αυτού (βλ. 7ο στίχο της 2ης σελίδας του προσυμφώνου: "[....] εκτάσεως όσης και αν βρεθεί {...}"), ούτε δε αυτό συνοδεύεται από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Επιπλέον, ο Β. Χ., δασολόγος-περιβαλλοντολόγος, στην από τον Ιανουάριο του 2016 τεχνική έκθεση-γνωμοδότησή του, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, άγεται στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο εδαφικό τμήμα χρησιμοποιείτο "{...} ως χώρος καύσης κλαδιών των κλαδεμάτων των ελαιοδέντρων της έκτασης Ε1.".
δηλαδή του ακινήτου του οποίου κύριος τυγχάνει ο ενάγων - εφεσίβλητος - κατά τους ισχυρισμούς του -, εντούτοις, ταυτόχρονα, αναφέρει (σελ. 4 της τεχνικής έκθεσης) ότι η όλη έκταση του ενάγοντος "{...} έχει τη μορφή καλλιεργούμενου ελαιώνα με μικρής ηλικίας ελαιόδεντρα τοποθετημένα σε σειρές και διάσπαρτα 6-7 μεγάλης ηλικίας ελαιόδεντρα", ενώ η επίδικη εριζόμενη έκταση "{...} έχει τη μορφή χέρσου αγρού, στο Νότιο τμήμα του οποίου εμφανίζονται 2 σειρές δέντρων (φιστικιές) αποτελούμενες από 8 δέντρα".
Ο ίδιος δε συντάκτης, στην από τον μήνα Ιανουάριο του 2017 ειδική τεχνική μελέτη φωτοερμηνείας, αυτοψίας και διαχρονικής διερεύνησης των ορίων αγροτεμαχίου, την οποία ομοίως επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, δεν διαφοροποιείται σε σχέση με τις προηγούμενες παρατηρήσεις του. Ειδικότερα (βλ. σελ. 10 της εν λόγω μελέτης), εκθέτει ότι η επίδικη έκταση είναι χέρσα και δεν καλλιεργείται, στοιχείο το οποίο καταδεικνύεται από "{...} τα ίχνη άρωσης των δύο όμορων αγρών προς Νότο και Ανατολή τα οποία φθάνουν ακριβώς μέχρι το όριο του επιδίκου {...}", στις αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1993 δε παρατηρεί ότι "Στον αγρό Νότια του επίδικου τμήματος έχουν φυτευθεί δέντρα τα οποία φθάνουν μέχρι τα όρια της επίδικης έκτασης αλλά δεν υπάρχει κανένα εντός αυτής".
Κατόπιν των ανωτέρω, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση διαχρονικά διαφέρει εμφανώς από τις προς Νότο και Ανατολάς ιδιοκτησίες, λόγω της πετρώδους σύστασής της και του μικρού βάθους εδάφους, καθώς και στο "[....] ασφαλές συμπέρασμα [....]" ότι "[...] λόγω των ιδιαιτεροτήτων της επίδικης έκτασης (πετρώδες και αβαθές έδαφος) δεν καλλιεργούταν αλλά χρησιμοποιούταν επικουρικά και βοηθητικά στην καλλιέργεια του προς Βορρά αγρού ως σημείο καύσης των κλαδεμάτων των ελαιόδεντρων".
Από όλα τα προεκτεθέντα διαφαίνεται η προσπάθεια του συντάκτη να καταδείξει τη διαφορά της ιδιοσυστασίας του εδάφους από το όμορο ακίνητο του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος (στη νότια πλευρά της επίδικης έκτασης). Ωστόσο, από την προσεκτική ανάγνωση της προαναφερθείσας ειδικής τεχνικής μελέτης (αλλά και της προγενέστερης τεχνικής έκθεσης - γνωμοδότησης), αλλά και την προσκόμιση των χρησιμοποιηθεισών από τον ίδιο τον συντάκτη αεροφωτογραφιών, προκύπτει αβίαστα, εξ αντιδιαστολής, το ίδιο συμπέρασμα και αναφορικά με το ακίνητο (προς Βορρά εκτεινόμενο σε σχέση με το επίδικο εδαφικό τμήμα), του οποίου είναι κύριος ο ενάγων (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του), ότι, δηλαδή, το επίδικο εδαφικό τμήμα διαφέρει λόγω της μορφολογίας του από την έκταση με την οποία συνορεύει προς Βορρά.
Εξάλλου, μολονότι ο συντάκτης των ως ανωτέρω εκθέσεων διατυπώνει με βεβαιότητα το συμπέρασμα περί βοηθητικής χρήσης της επίδικης έκτασης στην καλλιέργεια του προς Βορρά αγρού, δηλαδή του ακινήτου του ενάγοντος, πουθενά στο υπόλοιπο περιεχόμενο της ειδικής τεχνικής μελέτης του δεν εξηγεί πώς οδηγείται σε αυτό, ήτοι αναφέρει το αιτιατό, χωρίς να εκθέτει ουδέν αίτιο αυτού.
Εξάλλου, δεν θα ήταν δυνατόν με βεβαιότητα να τεκμηριωθεί η άποψη ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα χρησιμοποιείτο ανέκαθεν ως χώρος καύσης ξύλων και εν γένει βοηθητικός χώρος για την εξυπηρέτηση των αναγκών της καλλιέργειας του βορινού (και όχι λ.χ. του νότιου) ακίνητου, εφόσον δεν θα υπήρχαν σχετικά ίχνη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδεικνύουν την άσκηση νομής του επιδίκου επί είκοσι έτη συνεχώς και αδιαλείπτως ούτε την έκταση και τα όρια του αγρού του οποίου ο ενάγων-εφεσίβλητος τυγχάνει κύριος (κατά τους ισχυρισμούς του), ενώ δεν ενισχύονται από τα λοιπά (αποδεικτικά μέσα).
Σημειωτέον ότι ο ενάγων, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, επικαλείται και προσκομίζει περαιτέρω και το, συνημμένο στο αγωγικό δικόγραφο, τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Γ., το οποίο, εντούτοις, συντάχθηκε στις 21.04.2015, ήδη εν μέσω της σχετικής έριδας με τον εναγόμενο αναφορικά με τα όρια των αγροτεμαχίων που διατείνονται ότι τους ανήκουν, και όχι σε ανύποπτο χρόνο, με την επιπλέον σημείωση ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το τοπογραφικό διάγραμμα, "τα όρια υπεδείχθησαν υπό του ιδιοκτήτου", με αποτέλεσμα να στερείται αξιοπιστίας και αποδεικτικής αξίας.
Ως εκ τούτου, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος φέρει το αντίστοιχο βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της αγωγής του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, ενώ παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος- εναγομένου.
Επομένως, η εκκαλουμένη, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί βίαιης αποβολής του εναγόμενου, δέχτηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και για αυτό πρέπει, δεκτού γενόμενου και του σχετικού λόγου έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.".
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι δεν άσκησε επ' αυτού επί είκοσι έτη συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής, όπως έχει και παραπάνω αναφερθεί. Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων μέμφεται Εφετείο για παραβίαση του άρθρου 560 παρ.5 Κ.ΠολΔ, συνισταμένη στο ότι έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη ως λόγο έφεσης την κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το σύνολο της πρωτόδικης απόφασης, ενώ με τους λόγους έφεσής του ο εκκαλών - εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, δεν απέδιδε καθολική πλημμέλεια στην πρωτόδικη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αλλά μόνο ως προς συγκεκριμένες αποδείξεις που αναφέρονται.
Όπως προκύπτει όμως από το παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ) δικόγραφο της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 91/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., με την ως άνω έφεση ο εναγόμενος αιτήθηκε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η προαναφερόμενη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την απόρριψη αυτής (αγωγής), προσβάλλοντας την πρωτόδικη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων στο σύνολό τους.
Η ειδικότερη δε μνεία και εξειδίκευση των παραπόνων για συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποκλείει τη συναγόμενη ύπαρξη αιτιάσεων και για τα λοιπά, ενόψει της ρητής αναφοράς στο δικόγραφο της έφεσης περί κακής εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού από την εκκαλούμενη απόφαση και του αιτήματος αυτής να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη λόγο έφεσης που δεν προτάθηκε. Τέλος, με το δεύτερο μέρος του τέταρτου σκέλους του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 560 παρ.5 Κ.ΠολΔ, συνισταμένη στο ότι έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και ειδικότερα ότι κατά παράβαση του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος δεν προέβη σε νόμιμη επαναφορά των πρωτόδικων ισχυρισμών του, καθόσον ενσωμάτωσε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, χωρίς να δηλώσει ότι επαναφέρει τα αποδεικτικά μέσα και τους ισχυρισμούς που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα ανωτέρω περί απαραδέκτου των ισχυρισμών και αποδεικτικών στοιχείων προτάθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, περαιτέρω διότι δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα που απαραδέκτως επανέφερε ο εκκαλών ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται σε ενιαίο κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη και επομένως είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων από τον εκκαλούντα εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αντίστοιχη νομική σκέψη.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.87/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής δικάσαντος ως Εφετείου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 10-7-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.87/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ