1402/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1402/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ίδιος διάδικος με την υπ'αρ. κατ. 147/15-4-2008 αγωγή του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο ίδιος εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει το πρώτο από τα ποσά αυτά, ευθυνόμενος ως διοικητής αλλοτρίων, άλλως κατ' άρθρο 729 ΑΚ επειδή με έγγραφο ανέλαβε την ευθύνη από τις συμβουλές που είχε δώσει, επικουρικότερα δε επειδή το έγγραφο αυτό περιέχει τα στοιχεία αφηρημένης υπόσχεσης χρέους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1402 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1402/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: 1) Ι. Δ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Δ. Β., και Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μ. (Μ.) Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 146/2008 και 147/2008 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής .... Την αναίρεση και των δύο αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 223/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) με την υπ'αρ. κατ. 146/15-4-2008 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, την οποία απηύθυνε κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου), ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο τελευταίος υποχρεούται να του καταβάλει ποσό 165.813,84 € νομιμοτόκως από της οχλήσεως, εξαιτίας της ιστορούμενης συμπεριφοράς αυτού κατά τη διαχείριση του επενδυτικού του χαρτοφυλακίου, που συνιστά κατά τον ενάγοντα αδικοπραξία, καθώς και ποσό 30.000 € ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο ίδιος διάδικος με την υπ'αρ. κατ. 147/15-4-2008 αγωγή του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο ίδιος εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει το πρώτο από τα ποσά αυτά, ευθυνόμενος ως διοικητής αλλοτρίων, άλλως κατ' άρθρο 729 ΑΚ επειδή με έγγραφο ανέλαβε την ευθύνη από τις συμβουλές που είχε δώσει, επικουρικότερα δε επειδή το έγγραφο αυτό περιέχει τα στοιχεία αφηρημένης υπόσχεσης χρέους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 122/2010 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις δύο αγωγές, απέρριψε την πρώτη ως ουσία αβάσιμη, ενώ δέχτηκε τη δεύτερη κατά την τρίτη επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει το αιτούμενο ποσό. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης το οποίο τις απέρριψε ως ουσία αβάσιμες.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 Α.Κ. η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια (σε περίπτωση αμφιβολίας), μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο.
Κατά κανόνα όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (Α.Κ. 361). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι καταρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (Α.Κ. 260) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. Α.Κ. 272 παρ. 2 εδ. β, 437, 156). Αν όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, η οποία να είναι απαλλαγμένη από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (Α.Κ. 873, 361).
Στην περίπτωση αυτή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζομένης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (Α.Π. 1279/2012, ΑΠ 779/2004, ΑΠ 523/2001).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Επίσης, συμφώνως προς την παρ. 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ - όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 - ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στους αριθ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος περί τα μέσα Μαρτίου 2003, επισκέφθηκε την Γενική Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.), προκειμένου να γίνει πελάτης της και να της αναθέσει την εκτέλεση των χρηματιστηριακών του συναλλαγών, κατόπιν συστάσεως του γνωστού σε αυτόν Ι.
Π., Οικονομικού Διευθυντή της εν λόγω εταιρείας. Αφού αποφάσισε την ανάθεση της εκτέλεσης των χρηματιστηριακών του συναλλαγών στην άνω εταιρεία, κατόπιν προτροπής του προαναφερόμενου οικονομικού διευθυντή της, η συνεργασία του με την εταιρεία αυτή [ορίστηκε ότι] θα γινόταν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ι.
Φ., τον οποίο ο Ι. Π. του εμφάνισε ως τον καλύτερο αντικριστή της. Συναντήθηκε με τον εναγόμενο και άλλα στελέχη της εταιρείας όπου και, συζητήθηκαν οι επενδυτικές του επιλογές και οι επενδυτικοί του στόχοι καθώς και τα θέματα που θα αφορούσαν την συνεργασία τους, μεταξύ των οποίων και η ενημέρωση του για την πορεία των επενδύσεων του.
Ο ενάγων στη συνέχεια ζήτησε προφορικά από τον εναγόμενο, ο οποίος ως υπάλληλος- αντικριστής της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας ανέλαβε τον χειρισμό του χαρτοφυλακίου του, να τοποθετήσει τα προς επένδυση χρήματά του (αρχικά 60.000 ευρώ περίπου) ως επί το πλείστον σε μετοχές που συμμετέχουν στο δείκτη FTSE/ASE 20 και ανεβάζουν τον γενικό δείκτη, ήτοι ιδίως σε τράπεζες, με εξαίρεση ποσό που δεν θα υπερέβαινε το 10-20% των κατατεθειμένων χρημάτων του, τα οποία, κατά τη σχετική εντολή του, θα μπορούσαν να τοποθετηθούν χωρίς την συγκατάθεση του, σε μετοχές με στόχο τη βραχυπρόθεσμη επένδυση, ώστε εάν οι μετοχές αυτές κινηθούν μετά την αγορά τους καθοδικά, να μην επιτραπεί η καταγραφή απωλειών πέραν του 20% αλλά να προχωρήσει σε άμεση ρευστοποίηση (εντολή stop loss, δηλαδή εντολή για καταγραφή περιορισμένων απωλειών).
Ο εναγόμενος, ως ο υπεύθυνος από την πλευρά της Γενικής ..., πρότεινε στον ενάγοντα να επενδύσει ταυτόχρονα σε παράγωγα μέσα, προκειμένου να αντισταθμιστεί ο κίνδυνος, καθησυχάζοντας τον τελευταίο ότι η εταιρεία θα ενεργήσει στο πλαίσιο των εντολών που δόθηκαν απ' αυτόν. Έτσι ο ενάγων την 21-3-2003 κατέθεσε το ποσό των 60.000 ευρώ επ' ονόματι του στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας και ο εναγόμενος ξεκίνησε να διενεργεί πράξεις για λογαριασμό και επ' ονόματι του ενάγοντος, επενδύοντας το άνω ποσό σε μετοχές που ο ίδιος επέλεγε, έχοντας όμως τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, ο οποίος ελάμβανε τακτική ενημέρωση από τη χρηματιστηριακή εταιρεία σχετικά με τις κινήσεις του χαρτοφυλακίου του και ουδέποτε εξεδήλωσε κάποια εναντίωση.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 9-6-2003 και 25-7-2003 έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, αυτός μέχρι τουλάχιστον το τελευταίο ως άνω χρονικό σημείο, γνώριζε τις πράξεις που έκανε η χρηματιστηριακή εταιρεία μέσω του αντικρυστή της-εναγομένου για λογαριασμό του, συμφωνούσε με αυτές και με το υπόλοιπο του χαρτοφυλακίου του, όπως προέκυπτε από τα βιβλία της εταιρείας.
Μέχρι τότε δε είχαν αγοραστεί επ' ονόματι του ενάγοντος από την άνω εταιρεία κυρίως μετοχές μεγάλων τραπεζικών ομίλων (...) και ισχυρών εταιρειών κρατικής συμμετοχής και ενδιαφέροντος (...) και παράλληλα γινόταν επενδύσεις και σε μετοχές που δεν ανήκαν στον FTSE 20, με μέτρο και για μικρά χρονικά διαστήματα, κατά τη συμφωνία τους, επενδύσεις που ως προελέχθη ο ενάγων συμφωνούσε.
Την 30-7-2003 ο εναγόμενος προέβη στην αγορά στο όνομα του ενάγοντος 20.500 μετοχών της εταιρείας "... Α.Ε.Β.Ε" και την 1-8-2003, μετά την τελευταία αυτή πράξη, φερόταν να οφείλει το ποσό των 33.101,96 ευρώ. Αυτός την 4-8-2003 προέβη στην κατάθεση ποσού 60.000 στο λογαριασμό της εταιρείας, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι γνώριζε για την ρηθείσα επένδυση-αγορά που έγινε επ' ονόματι του την 30-7-2003, συνεπεία της οποίας προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ποσού 33.101,96 ευρώ, το οποίο και κατέθεσε, διότι διαφορετικά δεν εξηγείται λογικά η ενέργειά του να καταθέσει την 4-8-2003 όχι μόνο το άνω ποσό των 33.101,96 ευρώ, αλλά ποσό 60.000 ευρώ, που υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό που όφειλε.
Από την ενέργεια του αυτή προκύπτει ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί από τον εναγόμενο για την κίνηση του αυτή να επενδύσει για τον ενάγοντα αγοράζοντας μετοχές της άνω εταιρείας για λογαριασμό του, λαμβάνοντας συγχρόνως πληροφορίες από τον άνω αντικρυστή ότι η συγκεκριμένη ενέργεια θα ήταν επωφελής γι' αυτόν.
Πλην όμως ο εναγόμενος, όπως και η χρηματιστηριακή εταιρεία της οποίας αυτός ήταν υπάλληλος, δεν υπείχαν ευθύνη για τη ζημιά που πιθανόν θα προκαλούνταν στον ενάγοντα από μια κίνηση που διενεργήθηκε στο όνομα του, χωρίς ο τελευταίος να εναντιωθεί εγκαίρως και η οποία θα απέβαινε επιζήμια γι' αυτόν...., ευθύνη η οποία αποκλειόταν και από τη μεταξύ του ενάγοντος και της Γενικής ...
σύμβαση. Έτσι σε αντίθεση με τις προσδοκίες τόσο του εναγομένου όσο και του ενάγοντος για την πορεία της παραπάνω ριψοκίνδυνης επένδυσης, η μετοχή της εταιρείας "... Α.Ε.Β.Ε" πραγματοποίησε την 6-8-2003, επτά ημέρες μετά την αγορά πακέτου μετοχών της από τον εναγόμενο επ' ονόματι του ενάγοντος, απότομη διακύμανση επιτυγχάνοντας σημαντικά κέρδη, αλλά μόλις δύο μέρες μετά απ' αυτήν σημείωσε μεγάλη πτώση.
Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου 2003 και ενώ ο εναγόμενος απουσίαζε, ευρισκόμενος σε διακοπές, ο ενάγων επισκέφθηκε τα γραφεία της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας εκφράζοντας παράπονα για την απόδοση του χαρτοφυλακίου του. Τότε ο Οικονομικός Διευθυντής αυτής Ι. Π. του πρότεινε να συνεργαστεί με άλλον υπάλληλο της εταιρείας τον κ.
Ν., τον οποίο και κάλεσε στο γραφείο του, αμφότεροι δε του συνέστησαν να πωλήσει τις μετοχές της άνω εταιρείας, στην οποία είχε επενδυθεί ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο του, για να αποφύγει μεγάλες χρηματικές απώλειες. Ο ενάγων ωστόσο δεν πείσθηκε και απέρριψε την πρόταση αυτή, αποφασίζοντας όχι μόνο να μην προβεί στην πώληση των μετοχών αυτών, αλλά και να συνεχίσει τη συνεργασία του με τον εναγόμενο, συμφωνώντας κατά τον τρόπο αυτό για τις μέχρι τότε επιλογές του.
Σε τηλεφωνική δε επικοινωνία που είχαν οι διάδικοι, ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα επίσης να κρατήσει τις μετοχές και να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιό του στην ... ..., στην οποία εν τω μεταξύ μεταπήδησε ο εναγόμενος, εργαζόμενος σε αυτήν ομοίως με την ιδιότητα του αντικριστή. Έτσι την 2-10-2003 ο ενάγων υπέγραψε έγγραφο για τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου του στην άνω εταιρεία, όπου θα εργαζόταν πλέον ο εναγόμενος.
Αναμφίβολα συνεπώς ο ενάγων κατά το χρονικό αυτό σημείο (2-10-2003) που υπέγραψε το άνω έγγραφο, είχε σαφή γνώση των κινήσεων του χαρτοφυλακίου του στην ανωτέρω εταιρεία (Γενική ...), συμφωνώντας απόλυτα με τις ενέργειες που έγιναν σε αυτό από τον εναγόμενο υπάλληλο-αντικριστή της καθώς και με το υπόλοιπο του χαρτοφυλακίου του.
Μάλιστα πριν γίνει η κατά τα άνω μεταφορά του χαρτοφυλακίου του, ο εναγόμενος δήλωσε εγγράφως ότι αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών που έχει κάνει και που πρόκειται να κάνει στο χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος, καθώς και την ευθύνη επιστροφής των χρημάτων του στην απόλυτη αξία της αρχικής τοποθέτησης. Από την άλλη μεριά ο ενάγων, ενώ, όπως αποδείχθηκε, είχε την ενημέρωση και όλη την ευχέρεια επιλογής πώλησης των παραπάνω μετοχών της εταιρείας "...
Α.Ε.Β.Ε", που είχαν αγοραστεί επ' ονόματί του από τον εναγόμενο στα πλαίσια της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του, ούτως ώστε να αποτραπεί μεγάλη χρηματική του απώλεια από την πτωτική τάση της, επέλεξε, μετά την έγγραφη δέσμευση του εναγομένου ότι αναλαμβάνει την παραπάνω ευθύνη, να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιό του και να μην προβεί σε άμεση πώληση των προαναφερθέντων επισφαλών μετοχών (μετοχών μεγάλου ρίσκου).
Από την έγγραφη αυτή δήλωση προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι οι επιλογές που έγιναν για την επένδυση των χρημάτων που κατέθεσε ο ενάγων ήταν δικές του, καθώς και ότι ο ίδιος προσωπικά αναλάμβανε εξ ολοκλήρου την ευθύνη για την επιστροφή στο ακέραιο του κεφαλαίου που είχε επενδύσει ο ενάγων μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία της δήλωσης αυτής.
Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα, ο ενάγων έχει αναγνωρίσει εγγράφως τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν επ' ονόματι του έως τις 25-7-2003 αλλά και έως την 1-10-2003, υπογράφοντας τις σχετικές μηνιαίες ενημερωτικές καταστάσεις. Ο ίδιος δε ο ενάγων αποφάσισε όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της Γενικής ...
τον Αύγουστο του 2003, σε χρόνο που ο εναγόμενος απουσίαζε απ' αυτήν με άδεια, να μην προβεί σε αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου του, αλλά να διατηρήσει το πακέτο των μοναδικών μετοχών της άνω εταιρείας "... Α.Ε.Β.Ε", που υπήρχαν σε αυτό εκείνο το χρονικό σημείο τουλάχιστον, και να μεταφέρει τα χρεώγραφά του στην ... ....
Ο ενάγων δηλαδή, ενώ κατ' εκείνο το χρονικό σημείο τουλάχιστον, είχε ενημερωθεί πλήρως για την πορεία του χαρτοφυλακίου του και για την επένδυση που είχε πραγματοποιηθεί και ενώ του προτάθηκε από την εταιρεία να συνεργαστεί με άλλον υπάλληλο, όπως προαναφέρθηκε, αρνήθηκε να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες και αρκούμενος στη δια τηλεφωνικής επικοινωνίας διαβεβαίωση που του δόθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος και τον προέτρεψε να μην πουλήσει τις εν λόγω μετοχές, προσδοκώντας ότι κατά τις επόμενες ημέρες θα εμφάνιζε αύξηση στη τιμή της, έτσι ώστε να μειωθούν οι απώλειες του χαρτοφυλακίου του και ότι ο ίδιος (εναγόμενος) θα ευθύνεται προσωπικά για την επιστροφή του συνόλου του χρηματικού ποσού που είχε επενδύσει, αρνήθηκε να προβεί στις ενέργειες που του προτάθηκαν από τον ρηθέντα Οικονομικό Διευθυντή της Γενικής ...
Ι. Π. και τον υπάλληλο αντικριστή αυτής κ.Ν.. Αντίθετα, έχοντας πλήρη επίγνωση των ενεργειών του, αποφάσισε να μεταφέρει και πράγματι μετέφερε το χαρτοφυλάκιό του στην εταιρεία που συνεργαζόταν ο εναγόμενος από τον Οκτώβριο του έτους 2003 και εφεξής, δίδοντας σε αυτόν την εντολή να επενδύσει τα χρήματά του, όπως ο ίδιος έκρινε καλύτερα.
Και βέβαια ο εναγόμενος δεν προέβη σε πώληση των μετοχών του ενάγοντος, αλλά αντίθετα παρέμειναν οι μετοχές αυτές στο χαρτοφυλάκιο του, η αξία των οποίων σημείωσε ραγδαία πτώση. Αν και παρήλθαν όμως οι έξι μήνες, εντός των οποίων ο εναγόμενος σύμφωνα με την ως άνω έγγραφη δήλωση του είχε αναλάβει την ευθύνη να επιστρέψει στον ενάγοντα στο ακέραιο του κεφαλαίου που αυτός είχε επενδύσει, ο εναγόμενος δεν είχε εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση του με αποτέλεσμα ο ενάγων να τον πιέζει διαρκώς να του καταβάλει το ποσό αυτό του κεφαλαίου, ο δε εναγόμενος να υπεκφεύγει με διάφορους τρόπους.
Έτσι τελικά του κοινοποίησε την 3-12-2004 εξώδικη όχληση, με την οποία του ζητούσε να τηρήσει την άνω υπόσχεση του, ενώ συγχρόνως κοινοποίησε την επιστολή αυτή και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Όπως δε αποδείχθηκε από τις καταθέσεις που προκύπτουν από την καρτέλα του ενάγοντος που τηρείται στην ΓΕΝΙΚΗ ..., αυτός είχε επενδύσει σταδιακά κεφάλαιο ύψους 176.613,34 ευρώ (176.819-205,16 ευρώ που εισέπραξε), ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου του την 10-12-2004 που επιδόθηκε στον εναγόμενο η ανάκληση της πληρεξουσιότητας του εκ μέρους του ενάγοντα για τον χειρισμό του χαρτοφυλακίου του ανερχόταν σε 10.800 ευρώ.
Ωστόσο από τα παραπάνω που αποδείχθηκαν δεν προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου, όπως αυτή περιγράφεται ότι πρέπει να συντρέχει στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δεν παραβίασε την αναγκαστικού δικαίου διάταξη που διέπει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, συνεπεία της οποίας να υπέστη ζημία ο ενάγων.
Αυτός ενήργησε ως υπάλληλος της χρηματιστηριακής εταιρείας που συνεβλήθη ο ενάγων και, μολονότι δεν τηρήθηκαν επακριβώς οι αρχικές οδηγίες που δόθηκαν από τον ενάγοντα, για επένδυση μικρού ποσού μόνο της τάξεως του 10-20% σε μετοχές με μεγάλη διακύμανση, οι ενέργειες αυτές ελάμβαναν χώρα τελικώς με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος υπέγραψε τις σχετικές ενημερώσεις ενώ κατέθεσε και το ποσό που προέκυπτε να οφείλει μετά την αγορά των ανωτέρω επισφαλών μετοχών.
Έτσι ακόμη και σε περίπτωση που ο εναγόμενος συμβούλευσε τον ενάγοντα να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, η τελική απόφαση για την πραγματοποίηση ή όχι της συγκεκριμένης ενέργειας ανήκε στον ενάγοντα, ο οποίος είχε τη δυνατότητα ακόμη και μετά την πραγματοποίηση της να μην την αποδεχθεί και είτε να μην καταθέσει το αιτηθέν ποσό για την πραγματοποίηση της επένδυσης, είτε να καταγγείλει αμέσως την ενέργεια αυτή του εναγομένου ως γενομένη χωρίς την εντολή του.
Εκείνος, όμως, όχι μόνο ενέκρινε την επισφαλή αυτή κίνηση, αφού φέρεται να έχει υπογράψει τα σχετικά έντυπα ενημέρωσης των μηνιαίων κινήσεων του χαρτοφυλακίου του, αλλά αρνήθηκε κατά τα προεκτεθέντα και την προτροπή του οικονομικού διευθυντή της χρηματιστηριακής εταιρείας Ι. Π. για άμεση ρευστοποίηση- πώληση των άνω επισφαλών μετοχών, γεγονός που θα οδηγούσε την επένδυση του σε μικρότερες απώλειες, αλλά αντίθετα με δική του ευθύνη αρκέστηκε στις συμβουλές του εναγομένου και μετέφερε εξ ολοκλήρου το χαρτοφυλάκιο του στην νέα ρηθείσα χρηματιστηριακή εταιρεία, όπου θα εργαζόταν πλέον ο εναγόμενος.
Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο τελευταίος ενεργούσε κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι παρείχε τις υπηρεσίες του, ενεργώντας για λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας με την οποία είχε συμβληθεί ο ενάγων για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, στα βιβλία και στοιχεία της οποίας είχαν καταχωρηθεί όλες οι διαχειριστικές πράξεις που αφορούσαν τον ενάγοντα καθώς και τα χρηματικά ποσά που είχαν καταβληθεί απ' αυτόν σε λογαριασμούς της εταιρείας για επένδυση και ειδικότερα για τη διενέργεια διαχειριστικών πράξεων, πράξεις τις οποίες τελικά ο ενάγων αποδέχθηκε.
Εξάλλου, όπως ο ενάγων ομολογεί, ο ίδιος ήταν έμπειρος επενδυτής, αφού είχε εμπειρία στο χρηματιστήριο άνω των πέντε ετών, ενώ το επενδυτικό του προφίλ χαρακτηρίζεται από τον ίδιο, με δήλωσή του στο σχετικό ερωτηματολόγιο της Γενικής ... που συμπλήρωσε, ως επιθετικό. Ως εκ τούτου οι όποιες συμβουλές ή πληροφορίες παρείχε σε αυτόν ο εναγόμενος, ακόμη και αν κατέληγαν σε απώλεια κερδών, δεν δημιουργούσαν ευθύνη του τελευταίου, ο οποίος ενεργούσε στα πλαίσια της ανωτέρω υπαλληλικής του ιδιότητας, για την αποζημίωση του ενάγοντος, γεγονός που αποκλείεται και από τη σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και των χρηματιστηριακών εταιρειών ΓΕΝΙΚΗ ...
και ... ..., με τις οποίες αυτός συνεργάστηκε το ένδικο χρονικό διάστημα 2003-2004. Επομένως, μη στοιχειοθετούμενης της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου επί της οποίας επιχειρείται να εδρασθεί η ευθύνη του, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, η πρώτη των άνω αγωγών (146/2008) που στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτή τη βάση είναι αβάσιμη και απορριπτέα........
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο άνω εναγόμενος ενήργησε όχι στο όνομά του ως εντολοδόχος του ενάγοντος, αλλά για λογαριασμό των παραπάνω χρηματιστηριακών εταιρειών, με τις οποίες είχε συμβληθεί ο ενάγων, στα πλαίσια της υπαλληλικής σχέσεως που τον συνέδεε με αυτές, τις ενέργειες του δε ενέκρινε κατά τα άνω ο ενάγων, στον οποίο και ήταν γνωστές και μάλιστα όχι μόνο οι ενέργειες που βρισκόταν εντός των πλαισίων των αρχικών οδηγιών του, αλλά και εκείνες που εξέρχονταν των οδηγιών αυτών, τις οποίες αποδέχθηκε, όχι μόνο μετά τη δήλωση του εναγομένου ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τα αποτελέσματα των επιλογών του, αλλά και πριν απ' αυτήν, αφού υπέγραψε ότι αποδέχεται τις ενέργειες που έγιναν στο όνομα του την 1-10-2003, όταν ήδη είχε πραγματοποιηθεί η ανωτέρω επισφαλής επένδυση.
Δεν αποδείχθηκε συνεπώς ότι ο εναγόμενος διαχειρίστηκε το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος χωρίς εντολή και σε αντίθεση με πραγματική ή εικαζόμενη βούληση του, αλλά αντίθετα ενήργησε [....] για λογαριασμό της εταιρείας, στην οποία ο ενάγων με σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είχε αναθέσει τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων ...
και σε συνεχή συνεννόηση και επαφή με τον ενάγοντα. Μετά από αυτά, μη αποδεικνυομένων των προϋποθέσεων της διοίκησης αλλοτρίων χωρίς εντολή και διεξαγωγής της εις βάρος των συμφερόντων του ενάγοντα και ενάντια στην πραγματική και εικαζόμενη βούλησή του, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη τυγχάνει η εδραζόμενη σε αυτές κύρια βάση της δεύτερης (147/2008) αγωγής του ενάγοντος-εκκαλούντος.
Ομοίως και η δήλωση του εναγομένου περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του και της υπόσχεσης να καταβάλει το σύνολο της επένδυσης εντός έξι μηνών, την οποία αποδέχθηκε ο ενάγων δεν αποτελεί δήλωση ανάληψης ευθύνης από παροχή ή συμβουλή, κατ' άρθρο 729 Α.Κ. Από τους σχετικούς άλλωστε όρους των συμβάσεων που υπέγραψε ο ενάγων με τις δύο ως άνω χρηματιστηριακές εταιρείες αποκλείεται η ευθύνη των ιδίων και των νομικών και φυσικών προσώπων που ενεργούν επ' ονόματί τους για παροχή συμβουλών ή πληροφοριών, πολύ περισσότερο που ο ενάγων όπως προκύπτει από τη δήλωση του ιδίου ήταν έμπειρος επενδυτής.
Επομένως και η επικουρική βάση της δεύτερης αγωγής που εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 729 Α.Κ. τυγχάνει αβάσιμη κατ' ουσίαν [....]. Ωστόσο η σχετική από 1-10-2003 έγγραφη δήλωση του εναγομένου, το περιεχόμενο της οποίας αυτολεξεί έχει ως ακολούθως "Εγώ ο Ι. Φ. του ......., δηλώνω ότι αναλαμβάνω όλη την ευθύνη και το κόστος που συνεπάγεται απ' αυτή για τις επιλογές που έχω ήδη κάνει και πρόκειται να κάνω στο χαρτοφυλάκιο του κ.
Β. Ι... Εξαιτίας της αποχώρησής μου από την ΓΕΝΙΚΗ ... μεταφέρω το χαρτοφυλάκιο του στην καινούργια μου εταιρεία ... ... με βάση τα προαναφερθέντα. Δηλώνω ότι σε εύλογο χρονικό διάστημα έξι μηνών θα αποκαταστήσω τα κατατεθέντα κεφάλαια στις εταιρείες που εργαζόμουν στις απόλυτες τιμές τους και επίσης δηλώνω ότι είμαι εξ ολοκλήρου υπεύθυνος και υπόλογος έναντι του κυρίου Β.
και των χρημάτων που μου εμπιστεύθηκε να διαχειριστώ με βάση τους σχετικούς νόμους και διατάξεις του Ελληνικού Κράτους. Τα παραπάνω δηλώθηκαν εν πλήρη νηφαλιότητι και αντιστοιχούν στην πραγματικότητα", συνιστά έγκυρη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης και υπόσχεση χρέους, την οποία έχει αποδεχθεί ο εναγόμενος, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκυρη σύσταση τέτοιας σύμβασης, αφού αυτή έγινε εγγράφως και έχει γίνει δεκτή από τον εναγόμενο.
Η εν λόγω σύμβαση, ως αναιτιώδης, ισχύει ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης από την οποία απορρέει το αναγνωριζόμενο χρέος. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η σχετική δήλωση ήταν προϊόν εκβιασμού και απειλών που δέχθηκε από τον εναγόμενο, ισχυρισμό που επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως ουδόλως αποδείχθηκε. Αντίθετα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι πειστική η εκδοχή αυτή, διότι ο εναγόμενος, δεδομένου ότι δεν είχε κατά τους ισχυρισμούς του ενεργήσει κατά τρόπο παράνομο και υπαίτιο, δεν είχε κανένα λόγο να υποκύψει στον διατεινόμενο απ' αυτόν εκβιασμό του ενάγοντος και να αναλάβει την ευθύνη της απόδοσης του συνόλου της επένδυσής του στην αρχική της αξία στον ενάγοντα......
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι οι με σχετικούς λόγους εφέσεως προβαλλόμενοι το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικάζοντος Εφετείου ισχυρισμοί του εναγομένου- εκκαλούντος της δεύτερης έφεσης ότι η σύμβαση αναγνώρισης χρέους που υπέγραψε είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη (άρθρα 178 και 179 Α.Κ.) ως δεσμεύουσα υπερβολικά την ελευθερία του και ενέχουσα προφανέστατη δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, άλλως ακυρώσιμη λόγω πλάνης (άρθρα 140 επ.
Α.Κ.), ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν ουδόλως στην πρωτόδικη δίκη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις που η εν λόγω διάταξη τάσσει, δηλαδή ότι γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ, καθόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα, ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ενώ δεν γίνεται αναφορά ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, ούτε ότι προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και ότι αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του ενάγοντος.
Αλλά και ο ισχυρισμός... του αυτού εκκαλούντος-εναγομένου, με τον οποίο επικαλείται ότι η υποχρέωσή του από αφηρημένη αναγνώριση και υπόσχεση χρέους αφορά ανύπαρκτη αιτία και συνεπώς, αφού ο ίδιος αναγνώρισε με αυτήν χρέος χωρίς νόμιμο λόγο, η βάση αυτή της αγωγής τυγχάνει απορριπτέα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον με την σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης και υπόσχεσης χρέους, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη θεμελιώνεται αυτοτελής ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξιώσεως), όπου το θεμελιωτικό της αξιώσεως πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους και μόνο.
Κατόπιν τούτων ενόψει ακριβώς του ότι η ευθύνη του εναγομένου σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία δυσχερώς θα στοιχειοθετούνταν εις βάρος του, με δεδομένο ότι ο ενάγων είχε υπογράψει το σύνολο των εγγράφων από τα οποία προκύπτει ότι αυτός ενέκρινε τις κινήσεις του εναγομένων αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο του, είναι προφανές ότι με την υπογραφή της σχετικής δήλωσης τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να δημιουργήσουν ένα νέο θεμέλιο για την αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου, απαλλαγμένου από τυχόν ελαττώματα ή ενστάσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν από τον εναγόμενο όσον αφορά την ευθύνη του με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις δηλαδή μια δικαιοπραξία χωρίς αιτία (αναιτιώδη).
Εξάλλου, ο ενάγων, μετά τη δημιουργία αυτής της πρόσθετης και ισχυρότερης κατά τα ανωτέρω (απαλλαγμένης από αιτία) βάσης επιδίωξης της αξιώσεώς του κατά του εναγομένου και ως αντάλλαγμα αυτής, παρείχε τη συνέχιση της συνεργασίας του με τον τελευταίο στη νέα χρηματιστηριακή εταιρεία που επρόκειτο να απασχοληθεί.
Συνεπώς, αποδεικνυομένης πλήρως δια του ως άνω εγγράφου της κατάρτισης έγγραφης σύμβασης αφηρημένης υπόσχεσης και αναγνώρισης χρέους και αφού παρήλθε το χρονικό διάστημα των έξι μηνών από την υπογραφή της, χωρίς ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το σύνολο των χρημάτων που αυτός κατέθεσε στις παραπάνω εταιρείες στις απόλυτες τιμές τους, το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα στο ποσό των 165.813,84 ευρώ ήτοι 176.613,84 ευρώ μείον 10.800 ευρώ η αξία των τίτλων του ενάγοντος κατά την 10-12-2004, που επιδόθηκε η εξώδικη όχλησή του στον εναγόμενο με την οποία ανακλήθηκε και η προς αυτόν πληρεξουσιότητα, ο τελευταίος (...) είναι υποχρεωμένος να του καταβάλει το άνω ποσό και δή νομιμότοκα από της επιδόσεως σ' αυτόν της σχετικής εξωδίκου οχλήσεως (10-12-2004)....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις που άσκησαν οι διάδικοι και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως βάσιμη τη δεύτερη από τις δύο αγωγές κατά την επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολή του ποσού των 165.813,84 € στον αναιρεσίβλητο και μάλιστα νομιμοτόκως από 10-12-2004.
Εκτίμησε δηλαδή το Εφετείο ότι με το αναφερόμενο έγγραφο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, η οποία δέσμευε τον αναιρεσείοντα. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 Α.Κ., την οποία εφάρμοσε παρόλο που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, τουτέστι θα έπρεπε από το περιεχόμενο και μόνο της προαναφερόμενης έγγραφης δηλώσεως, ο τύπος της οποίας είναι συστατικός, να προκύπτει το πλήρες περιεχόμενο της ενοχής και κυρίως το οφειλόμενο ποσό? εντεύθεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, εφ' όσον με το αναιρετήριο διώκεται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, δεκτού γενομένου ως και ουσιαστικά βασίμου του ως άνω από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου, να αναιρεθεί κατ' αποτέλεσμα η προσβαλλομένη απόφαση.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.ΑΠ 42/2005, 25/2001).
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 873 Α.Κ., το οποίο επικαλείται ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του ως βάση για την αφηρημένη αναγνώριση χρεόυς, οι δε άλλες βάσεις της αγωγής απερρίφθησαν από το Εφετείο τελεσιδίκως, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως.
Γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται η παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που διώκει την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που έγινε δεκτή και εν συνεχεία η απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος αυτό. Εξ άλλου πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 3 του ΚΠολΔ, η επιστροφή των παραβόλων στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 223/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης...Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση. Δέχεται την από 26-9-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 122/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.
Απορρίπτει την με αρ. κατ. 147/2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που έγινε δεκτή.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στον αναιρεσείοντα και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ